Σημαντική μείωση τῆς καλλιεργείας ρυζιοῦ σέ Θεσσαλονίκη καί Κεντρική Μακεδονία
Ἡ ἑλληνική ἀγροτική παραγωγή εὑρίσκεται ἐνώπιον μιᾶς κρισίμου καμπῆς.
- Tοῦ Γιῶργου Μ. Ατσαλάκη
Τό πρόβλημα δέν εἶναι πλέον μόνον ἡ τιμή τοῦ πετρελαίου, τό κόστος τοῦ ρεύματος ἤ ἡ ἀκριβότερη ἀγορά λιπασμάτων. Εἶναι τό συνολικό οἰκονομικό μοντέλο τῆς καλλιεργείας πού, γιά ὁλοένα περισσοτέρους παραγωγούς, παύει νά «βγαίνει», δηλαδή νά ἔχει οἰκονομικό νόημα. Καί, ὅταν τό χωράφι δέν ἀποδίδει εἰσόδημα, ἡ ἐγκατάλειψις δέν εἶναι μακρινό ἐνδεχόμενο. Εἶναι ἡ ἑπομένη ἐπιλογή.
Αὐτό τό μήνυμα μεταφέρουν οἱ ἄνθρωποι τῆς παραγωγῆς, μέ τό ρύζι νά ἀποτελεῖ ἴσως ἕνα ἐκ τῶν πιό χαρακτηριστικῶν παραδειγμάτων. Στήν Θεσσαλονίκη καί στήν εὐρύτερη περιοχή τῆς Κεντρικῆς Μακεδονίας, ὅπου συγκεντρώνεται μεγάλο μέρος τῆς ἑλληνικῆς ὀρυζοκαλλιεργείας, οἱ ἀριθμοί ἀποτυπώνουν ἤδη τήν πίεση.
Ἔτσι, ἡ Ἀγροτική Ἑταιρική Σύμπραξις Θεσσαλονίκης, μέ ἐννέα πρωτοβαθμίους συνεταιρισμούς καί περίπου 5.000-6.000 μέλη, συγκεντρώνει, ξηραίνει καί ἀποθηκεύει ρύζι, καλύπτοντας, συμφώνως μέ τήν διοίκησή της, περίπου τό 75% τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς. Ὁ κλάδος ἀφορᾶ ἀμέσως σέ περίπου 3.500 ὀρυζοπαραγωγούς καί, εὐρύτερα, χιλιάδες ἀνθρώπους πού συνδέονται μέ τήν καλλιέργεια καί τήν μεταποίηση.
Μόνον πού ἡ ἔκτασις ἡ ὁποία καλλιεργεῖται μειώνεται. Ἀπό περίπου 308.000 στρέμματα μέ ρύζι πέρυσι, οἱ ἐκτιμήσεις γιά τήν φετινή καλλιεργητική περίοδο, βάσει στοιχείων τῶν ΤΟΕΒ, κάνουν λόγο γιά μόλις 220.000-240.000 στρέμματα. Ἡ διαφορά δέν εἶναι ἁπλῶς ἕνας ἀριθμός. Εἶναι χωράφια πού μένουν ἐκτός παραγωγῆς καί μάλιστα δέν ἀλλάζουν καλλιέργεια πρός ὄφελος π.χ. τῶν σιτηρῶν ἤ τοῦ ἀραβοσίτου ἤ τοῦ βάμβακος, ἀλλά «ἀφήνονται». Σημειωτέον ὅτι ἀναφορές ἀπό τήν περιοχή, πού ἔχει καί εἰδικά χαρακτηριστικά, ἰδανικές συνθῆκες μόνον γιά ὀρυζοκαλλιέργεια, παραπέμπουν σέ ὁλική ἐγκατάλειψη, ποσοστῶν 2-3% τῆς διαθεσίμου ἐκτάσεως, γιά φέτος.
Ἀνάλογα εἶναι καί σχετικά μηνύματα ἀπό τήν Χαλκιδική, ὅπου ἡ συγκομιδή τῶν βρωσίμων ἐλαιῶν, σέ ἀρκετές ἐκμεταλλεύσεις, δέν θά γίνει ἤ, στήν καλύτερη περίπτωση, ὁ καρπός θά ὁδηγηθεῖ γιά παραγωγή ἐλαιολάδου, ἤ τήν Κορινθία, ὅπου πολλά κτήματα μέ ἐπιτραπέζια σταφύλια ἔχουν ἀφεθεῖ, μιά καί δέν ἔχουν οἱ καλλιεργούμενες ποικιλίες τήν ἀπαιτουμένη ζήτηση καί ἄρα δέν ἀποφέρουν εἰσόδημα.
Τό κόστος ἀνεβαίνει, ἡ τιμή κατεβαίνει
Τό ρύζι, εἰδικῶς, ἔχει εὑρεθεῖ στήν μέση μιᾶς διπλῆς πιέσεως. Ἀπό τήν μία, αὐξάνονται τά ἔξοδα παραγωγῆς. Ἀπό τήν ἄλλη, ἡ τιμή πού εἰσπράττει ὁ παραγωγός συμπιέζεται. Συμφώνως μέ τούς ἐκπροσώπους τοῦ κλάδου, ἡ σχέσις κόστους καί ἐσόδων ἔχει, σέ ἀρκετές περιπτώσεις, ὁδηγήσει τόν παραγωγό σέ ἀπώλειες τῆς τάξεως τοῦ 30% φέτος. Οἱ ἐνισχύσεις προφανῶς δύνανται νά περιορίσουν τήν ζημία, ἀλλά ὄχι νά ἀλλάξουν τήν βασική ἐξίσωση. Τό de minimis, ἐπί παραδείγματι, ἀπετέλεσε, γιά τήν περυσινή χρονιά, μιά σημαντική ἀνάσα, ὅμως ἡ λογική τῆς ἐκτάκτου ἐνισχύσεως δέν δύναται νά ὑποκαταστήσει ἕνα βιώσιμο παραγωγικό μοντέλο.
Τήν ἰδία ὥρα, ἡ ἐνεργειακή ἐπιβάρυνσις διαχέεται σέ ὁλόκληρο τήν ἁλυσίδα. Τό πετρέλαιο ἀποτελεῖ βασικό συντελεστή στίς μεγάλες καλλιέργειες, ἐνῷ ἡ αὔξησις τῆς τιμῆς του ἐπηρεάζει καί τό κόστος τῶν ἐφοδίων. Οἱ ἐκπρόσωποι τῶν παραγωγῶν ἀναφέρουν χαρακτηριστικῶς ὅτι τά λιπάσματα, ἀπό ἐπίπεδα περίπου 400-600 εὐρώ ὁ τόννος, ἔχουν φθάσει σέ ἀρκετές περιπτώσεις στά 800-1.000 εὐρώ. Βεβαίως, ἡ ἐπιστροφή τοῦ ΕΦΚ καί ἄλλα μέτρα μειώνουν μέρος τῆς πιέσεως, τό ἐρώτημα ὅμως εἶναι τί συμβαίνει ὅταν τό κόστος παραμένει ὑψηλό ἐπί μεγάλο χρονικό διάστημα. «Θά πρέπει νά ἐνισχυθεῖ ἡ παραγωγή, γιατί θά γίνει ἀσύμφορο νά καλλιεργεῖς» εἶναι τό μήνυμα πού μεταφέρουν ἄνθρωποι τοῦ κλάδου.
Στήν περίπτωση τοῦ ρυζιοῦ ὅμως ἡ ἐξίσωσις γίνεται ἀκόμη πιό δύσκολος λόγῳ τῶν εἰσαγωγῶν ἀπό τρίτες χῶρες. Συμφώνως μάλιστα μέ στοιχεῖα πού κατεγράφησαν σέ δημοσιογραφική ἀποστολή, στίς 21 Σεπτεμβρίου, στήν ΕΑΣΘ ‒ Ἀγροτική Ἑταιρική Σύμπραξη Θεσσαλονίκης Α.Ε. (πρώην Ἕνωση Ἀγροτικῶν Συνεταιρισμῶν Θεσσαλονίκης) στήν Χαλάστρα, μέ ἀφορμή τό πρόγραμμα EU RICE, γιά τήν προβολή τῆς ὀρυζοκαλλιεργείας, οἱ εἰσαγωγές ρυζιοῦ στήν Εὐρωπαϊκή Ἕνωση ἔφθασαν τήν τελευταία ἐμπορική περίοδο περίπου τούς 1,7 ἑκατ. τόννους, μέ σημαντικό μέρος νά εἰσέρχεται μέ μηδενικούς δασμούς. Καμπότζη καί Μυανμάρ ἀντιπροσωπεύουν περίπου 550.000 τόννους αὐτῶν τῶν εἰσαγωγῶν.
Τό κρίσιμο ζήτημα γιά τούς Εὐρωπαίους παραγωγούς εἶναι ὅτι καλοῦνται νά ἀνταγωνισθοῦν προϊόντα πού παράγονται σέ διαφορετικό κόστος καί ὑπό διαφορετικούς, πιό «χαλαρούς» κανόνες, ἐνῷ οἱ ἴδιοι ὑποχρεοῦνται νά τηροῦν ἕνα ὁλοένα αὐστηρότερο εὐρωπαϊκό πλαίσιο παραγωγῆς. Ζητοῦν, δέ, ἀποτελεσματικώτερη προστασία τῆς εὐρωπαϊκῆς παραγωγῆς καί μεγαλύτερη ἀντιστοίχιση τῶν κανόνων πού ἰσχύουν γιά τά εἰσαγόμενα προϊόντα μέ ἐκείνους πού ἐφαρμόζονται στούς Εὐρωπαίους παραγωγούς.
Ἀπό τίς εἰσαγωγές στίς «ἑλληνοποιήσεις»
Στήν ἰδία ἐξίσωση τίθεται καί ἕνα δεύτερο ζήτημα, πού ἀφορᾶ στήν προέλευση τοῦ προϊόντος τό ὁποῖο φθάνει στόν καταναλωτή. Ἐκπρόσωποι τοῦ ἀγροτικοῦ καί κτηνοτροφικοῦ κόσμου κάνουν λόγο γιά σοβαρές ἀδυναμίες στούς ἐλέγχους καί ζητοῦν μεγαλύτερη διαφάνεια στήν ἐπισήμανση. Τό αἴτημα εἶναι νά γνωρίζει ὁ καταναλωτής μέ σαφήνεια ποῦ παρήχθη τό προϊόν πού ἀγοράζει.
Γιά τούς παραγωγούς, τό ζήτημα δέν εἶναι μόνον θέμα προστασίας τῆς ἑλληνικῆς παραγωγῆς. Εἶναι καί θέμα ἐμπιστοσύνης στήν ἀγορά. Ὅταν ἕνα εἰσαγόμενο προϊόν ἐμφανίζεται ὡς ἑλληνικό, ἡ πίεσις μεταφέρεται τελικῶς σέ ἐκεῖνον πού πραγματικῶς παράγει στήν Ἑλλάδα καί ἐπωμίζεται τό ὑψηλότερο κόστος. Στό φόντο αὐτό πάντως ἀπό τήν ΑΑΔΕ σέ συνεργασία μέ τήν Ἐθνική Ἕνωση Ἀγροτικῶν Συνεταιρισμῶν (ΕΘΕΑΣ) ἐξετάζονται πρωτοβουλίες γιά μεγαλύτερη ἰχνηλασιμότητα καί καλύτερη κατηγοριοποίηση τῶν ποικιλιῶν, ὥστε ὁ καταναλωτής νά γνωρίζει ἀκριβῶς τί ἀγοράζει. Ἡ προσπάθεια γιά ἀναγνώριση καί προστασία συγκεκριμένων ποιοτικῶν χαρακτηριστικῶν δύναται νά λειτουργήσει ὡς ἕνα ἀκόμη ἀνάχωμα ἔναντι τῆς ἀνωνύμου ἀγορᾶς τοῦ φθηνοτέρου προϊόντος.
Τό μεγαλύτερο πρόβλημα ὡστόσο εὑρίσκεται πέραν τῶν ἀριθμῶν τῶν εἰσαγωγῶν καί τῶν τιμῶν τῶν ἐφοδίων. Εὑρίσκεται στό ἴδιο τό χωράφι. Μετά τό 2022 μάλιστα, λόγῳ τοῦ Ταμείου Ἀνακάμψεως, ἀρκετοί παραγωγοί προέβησησαν σέ ἐπενδύσεις, ἀξιοποιῶντας καί χρηματοδοτικά ἐργαλεῖα γιά τήν ἀγορά μηχανημάτων, τήν κατασκευή σιλό καί τήν ἀναβάθμιση τῶν ὑποδομῶν. Ὅταν ὅμως οἱ ἐπενδύσεις αὐτές συνέπεσαν μέ τήν πτώση τῶν τιμῶν καί τήν μείωση τῆς ζητήσεως, ἐδημιουργήθη ἕνα ἰδιαιτέρως δύσκολο μεῖγμα μέ δάνεια καί ὑποχρεώσεις ἀπό τήν μία καί χαμηλότερο εἰσόδημα ἀπό τήν ἄλλη. Οὐσιαστικῶς, εἶναι ἕνα μεῖγμα πού ὁδηγεῖ στόν ἀφανισμό.
Καί ἡ συνέπεια δέν ἀφορᾶ μόνον στόν ἀγρότη. Ἀφορᾶ στήν ὕπαιθρο, στήν ἀπασχόληση, στούς συνεταιρισμούς, στίς ἐπιχειρήσεις ἐφοδίων, στά συνεργεῖα, στίς μεταφορές καί σέ ὁλόκληρο τήν τοπική οἰκονομία. Ἀφορᾶ, τελικῶς, στό ἐρώτημα ἄν ἡ ἑλληνική γῆ καί ἡ ἑλληνική περιφέρεια θά συνεχίσει νά παράγει ἤ ἄν ἕνα μέρος της θά περάσει σταδιακῶς στήν ἀδράνεια, ἀκόμη καί ἄν στό προσκήνιο καταγράφονται ἐνδιαφέρουσες προτάσεις περί τραπέζης γῆς.




