ΕΤΟΣ ΑΡΧΙΚΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ 1876
Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου 2024

Ὅλο τό κείμενο τῆς Ἱερᾶς Συνόδου κατά τοῦ γάμου τῶν ὁμόφυλων ζευγαριῶν

Ἡ «Ἑστία» δημοσιεύει σήμερα τήν γνωμοδότηση μέ τίς ἐπισημάνσεις τῆς νομικῆς ὑπηρεσίας τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς πού ὁδήγησαν τόν κ.κ. Ἱερώνυμο καί τήν Ἐκκλησία νά λάβουν σαφῆ θέση κατά τῆς τεκνοθεσίας

ΣΕ ΟΛΕΣ τίς Μητροπόλεις τῆς Ἐπικρατείας ἔχει φθάσει ἡ γνωμοδότησις τῆς νομικῆς ὑπηρεσίας τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, διά τῆς ὁποίας τεκμηριώνονται οἱ θέσεις τῆς Ἐκκλησίας γιά τό φλέγον ζήτημα τῆς ἐπικειμένης νομοθετικῆς πρωτοβουλίας τῆς Κυβερνήσεως σχετικά μέ τόν γάμο τῶν ὁμοφύλων καί τήν τεκνοθεσία ἀπό αὐτούς. Ἡ «Ἑστία» παρουσιάζει σήμερα τό πλῆρες κείμενο τῆς γνωμοδοτήσεως, ὥστε νά ὑπάρχει ὁλοκληρωμένη θεώρησις τῶν προσεγγίσεων τῆς Ἱεραρχίας. Τό κείμενο πού ἀκολουθεῖ ἄλλως τε τοποθετεῖται μέ συγκροτημένο τρόπο στά ζητήματα τοῦ γάμου καί τῆς ἰσότητος πού ἀπασχολοῦν ὅλους τούς Ἕλληνες.

Ἀκολουθεῖ τό κείμενο τῆς γνωμοδοτήσεως:

«Συνοπτικές θέσεις γιά γάμο καί υἱοθεσία ὑπέρ ὁμόφυλων ζευγαριῶν

Α. Θεώρηση τοῦ γάμου ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος

1) Ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος δέν τάσσεται εἰδικά κατά τοῦ πολιτικοῦ γάμου τῶν ὁμόφυλων ζευγαριῶν, ἀλλά τάσσεται κατά τοῦ πολιτικοῦ γάμου γενικῶς. Ἡ Ἀνατολική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἔχει τή δική της θετική πρόταση ζωῆς πού εἶναι ὁ χριστιανικός γάμος μεταξύ ἄνδρα καί γυναίκας.

2) Ἡ Ἐκκλησία θεωρεῖ τήν ψυχική καί σωματική συνένωση ἄνδρα καί γυναίκας ὡς ἱερή ἐπιλογή ζωῆς πού χρήζει τῆς εὐλογίας καί Θείας Χάριτος πού χορηγεῖ ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός Μέσα ἀπό τήν ὀπτική τῆς Ἐκκλησίας ὁ γάμος δέν μπορεῖ νά ὑποβιβασθεῖ στό ἐπίπεδο ἑνός συμφωνητικοῦ πού ὑπογράφεται ἐνώπιον συμβολαιογράφου ἤ μίας κοινῆς δήλωσης ἐνώπιον τοῦ τοπικοῦ Δήμου.

Β. Θέση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπέναντι σέ ὁμοερωτικές τάσεις καί πράξεις

3) Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, παρά τίς ἀτέλειες καί ἀδυναμίες τους, εἶναι ἐξ ἴσου τέκνα καί εἰκόνες τοῦ Θεοῦ. Δέν μπορεῖ νά κατακριθεῖ κανένας γιά τά χαρακτηριστικά καί τίς τάσεις, μέ τίς ὁποῖες γεννήθηκε. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι οἰκογένεια πού δέν ἀπορρίπτει κανένα πρόσωπο γιά τίς ἀδυναμίες του, ἀλλά τό προτρέπει σέ διαρκῆ ἀγῶνα γιά νά τίς ὑπερβαίνει. Ὅμως ἀπό ἐκεῖ καί ἔπειτα, κάθε ἄνθρωπος εἶναι ἐλεύθερος καί ἑπομένως ὑπεύθυνος ἐάν οἱ ἐπιλογές του, οἱ πράξεις καί ὁ τρόπος ζωῆς του τόν ὁδηγοῦν ἤ τόν ἀπομακρύνουν ἀπό τόν Θεό.

Γ. «Ἰσότητα» στόν γάμο καί στήν υἱοθεσία (Εὐρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων τοῦ Ἀνθρώπου-Ἑνωσιακό Δίκαιο)

4) Προκειμένου νά γίνει λόγος γιά ἀνάγκη ἴσης μεταχείρισης ἤ ἐξίσωσης μεταξύ ἑτερόφυλων καί ὁμόφυλων ζευγαριῶν στό δικαίωμα τοῦ γάμου καί τῆς υἱοθεσίας στήν Ἑλλάδα, πρέπει νά προϋπῆρχε νομικά ἀδικαιολόγητη ἀνισότητα, πού πρέπει νά ἀποκατασταθεῖ. Αὐτό δέν εἶναι ἀλήθεια.

5) Ἡ κατοχύρωση τοῦ δικαιώματος γάμου στήν Εὐρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων τοῦ Ἀνθρώπου (1950) προβλέφθηκε ρητῶς μόνον ὑπέρ τοῦ ζευγαριοῦ ἄνδρα καί γυναίκας. Παρόμοιο συμπέρασμα προκύπτει ἀπό τό ἑλληνικό Σύνταγμα (ἄρθρο 21).

6) Ἡ νομολογία τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Δικαστηρίου Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων καί τοῦ Δικαστηρίου τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης ἔχει ἐξηγήσει ὅτι τά εὐρωπαϊκά κράτη ὑποχρεοῦνται νά νομοθετήσουν γιά τά ὁμόφυλα ζευγάρια μόνον ἐναλλακτικούς θεσμούς ἀστικῆς ἕνωσης (ὅπως τό σύμφωνο συμβίωσης πού ἰσχύει στήν Ἑλλάδα) καί: α) δέν ὑποχρεοῦνται σέ θέσπιση ὁμόφυλου γάμου ἤ δικαιώματος ὁμόφυλης γονεϊκότητας (υἱοθεσία), β) οὔτε ὑποχρεοῦνται νά ἐξισώσουν τούς ἐναλλακτικούς θεσμούς ἀστικῆς ἕνωσης πού ἰσχύουν γιά τά ὁμόφυλα ζευγάρια μέ τόν γάμο, γ) ἐάν ἡ ἐθνική νομοθεσία δέν ἐπιτρέπει ὁμόφυλο γάμο καί ὁμόφυλη γονεϊκότητα, τό οἰκεῖο κράτος ἔχει μόνον ὑποχρέωση νά χορηγεῖ ὅσα ἔγγραφα εἶναι ἀπαραίτητα γιά νά ἐπιτρέψει τήν εἴσοδο στό ἔδαφός του καί τή διαμονή ὁμόφυλων ζευγαριῶν-πολιτῶν τῆς Εὐρ. Ἕνωσης (πού συνῆψαν ὁμόφυλο γάμο σέ ἄλλο κράτος) καί τῶν τυχόν παιδιῶν, πού υἱοθέτησαν σέ ἄλλα κράτη (ἐλευθερία κυκλοφορίας καί διαμονῆς στήν Εὐρ. Ἕνωση).

7) Περαιτέρω, τά εὐρωπαϊκά κράτη δέν ἔχουν καμμία ὑποχρέωση νά νομοθετήσουν γάμο καί δικαίωμα υἱοθεσίας ὑπέρ ὁμόφυλων ζευγαριῶν. Τό Εὐρωπαϊκό Δικαστήριο ἔχει δικαιώσει ὅσα κράτη κατηγορήθηκαν γιά μή ἐπέκταση τοῦ γάμου καί τῆς υἱοθεσίας ὑπέρ ὁμόφυλων ζευγαριῶν.

Δ. Σύμφωνο συμβίωσης στήν Ἑλλάδα

8) Ἀρχικά (2008) ἡ Ἑλλάδα εἶχε νομοθετήσει ὡς ἐναλλακτικό (ἀντί τοῦ γάμου) θεσμό ἀστικῆς ἕνωσης τό σύμφωνο συμβίωσης μόνον ὑπέρ τῶν ἑτερόφυλων ζευγαριῶν, ἀποκλείοντας τά ὁμόφυλα ζευγάρια. Ὅπως ἦταν ἀναμενόμενο, ἡ Ἑλλάδα καταδικάσθηκε τό 2013 ἀπό τό Εὐρωπαϊκό Δικαστήριο γιά ἀδικαιολόγητη διάκριση σέ βάρος τῶν ὁμόφυλων ζευγαριῶν λόγῳ τοῦ σεξουαλικοῦ τους προσανατολισμοῦ. Ἀκολούθως (2015) λόγῳ τῆς καταδίκης, ἡ Ἑλληνική Πολιτεία ἀναγκάσθηκε νά ἐπεκτείνει τό σύμφωνο συμβίωσης ὑπέρ τῶν ὁμόφυλων ζευγαριῶν.

9) Πλέον, τό σύμφωνο συμβίωσης στήν Ἑλλάδα χορηγεῖ στά ὁμόφυλα ζευγάρια τά ἴδια δικαιώματα μέ αὐτά τοῦ γάμου, μέ δύο ἐξαιρέσεις: α) τό δικαίωμα ληξιαρχικῆς προσθήκης τοῦ ἐπωνύμου τοῦ ἑνός συμβαλλόμενου μέρους στό ἐπώνυμο τοῦ ἄλλου μέρους (μετά ἀπό συμφωνία τους), β) τό δικαίωμα υἱοθεσίας. Ἡ ἑλληνική νομοθεσία γιά τό σύμφωνο συμβίωσης ὑπέρ ἑτερόφυλων καί ὁμόφυλων ζευγαριῶν εἶναι σύμφωνη πρός τίς διεθνεῖς ὑποχρεώσεις τῆς χώρας μέ βάση τήν Εὐρωπαϊκή Σύμβαση Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων τοῦ Ἀνθρώπου καί τό Δίκαιο τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης.

Ε. Ἀνέφικτη ἡ ἐπέκταση τοῦ γάμου σέ ὁμόφυλα ζευγάρια χωρίς δικαίωμα υἱοθεσίας

10) Ἄν νομοθετηθεῖ στήν Ἑλλάδα γάμος ὑπέρ τῶν ὁμόφυλων ζευγαριῶν μέ ἀποκλεισμό τους ἀπό τό δικαίωμα υἱοθεσίας πού ἰσχύει σήμερα γιά τά ἔγγαμα (ἑτερόφυλα) ζευγάρια, θά ἀκολουθήσει καταδίκη τῆς Ἑλλάδας ἀπό τό Εὐρωπαϊκό Δικαστήριο Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων λόγῳ δυσμενοῦς διάκρισης τῆς ἑλληνικῆς νομοθεσίας σέ βάρος τῶν ἐγγάμων ὁμόφυλων ζευγαριῶν μέ κριτήριο τόν σεξουαλικό προσανατολισμό τους.

11) Ὁποιαδήποτε Κυβέρνηση ἐπεκτείνει τόν γάμο στά ὁμόφυλα ζευγάρια, χωρίς τό δικαίωμα υἱοθεσίας πού ἔχουν οἱ ἑτερόφυλοι σύζυγοι, οὐσιαστικά μεταφέρει τό πολιτικό κόστος σέ ἑπόμενη Κυβέρνηση ὥστε νά ἐπεκτείνει τήν υἱοθεσία σέ συζύγους τοῦ ἰδίου φύλου, ἀφοῦ ὅμως θά ἔχει προκαλέσει τήν καταδίκη τῆς χώρας ἀπό τό Εὐρ. Δικαστήριο ἐξ αἰτίας τῆς ἐσφαλμένης νομοθετικῆς της πολιτικῆς (ἐλλιπῆ ἐπέκταση τοῦ γάμου καί τῶν δικαιωμάτων πού συνδέονται μέ αὐτόν). Θά ἐπαναληφθεῖ ὅ,τι συνέβη τό 2015, ὁπότε ἐπεκτάθηκε στά ὁμόφυλα ζευγάρια τό σύμφωνο συμβίωσης, ἀφότου ἡ χώρα καταδικάσθηκε ἀπό τό Εὐρ. Δικαστήριο λόγῳ τῆς πλημμελοῦς νομοθέτησής του (2008) μόνον ὑπέρ τῶν ἑτερόφυλων ζευγαριῶν.

12) Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι καί τά 20 ἀπό τά 56 κράτη στήν Εὐρώπη, πού ἔχουν ἐντάξει στόν θεσμό τοῦ γάμου καί τά ὁμόφυλα ζευγάρια, δέν τά ἐξαίρεσαν ἀπό τό δικαίωμα υἱοθεσίας, πού προβλέπεται στό δίκαιό τους ὑπέρ τῶν ἐγγάμων ζευγαριῶν.

13) Ἡ πίεση ἀκτιβιστικῶν ἑνώσεων «ΛΟΑΤΚΙ +» γιά τήν εἰσαγωγή γάμου ὑπέρ τῶν ὁμόφυλων ζευγαριῶν στοχεύει βασικά στό δικαίωμα τῆς υἱοθεσίας, πού εἶναι ἡ κύρια διαφορά μεταξύ τοῦ γάμου καί τοῦ συμφώνου συμβίωσης (πού προβλέπεται καί ὑπέρ τῶν ὁμόφυλων ζευγαριῶν).

14) Στίς δημοσκοπήσεις τίθενται στό ἑλληνικό κοινό μέ παραπλανητικό τρόπο ξεχωριστά: α) τό ἐρώτημα τῆς ἐπέκτασης τοῦ πολιτικοῦ γάμου ὑπέρ ὁμόφυλων ζευγαριῶν καί β) τό ἐρώτημα τῆς υἱοθεσίας παιδιῶν ἀπό ὁμόφυλα ζευγάρια, ἐνῷ δέν μποροῦν νά ἀντιμετωπισθοῦν νομοθετικά ὡς ἀνεξάρτητα ζητήματα. Καί στά δύο ἐρωτήματα τό κοινό ἔχει ἀπορριπτική στάση καί μέ μεγάλη διαφορά εἰδικά στό θέμα τῆς υἱοθεσίας. Ὡστόσο, ἡ θέσπιση γάμου δύο ταχυτήτων, μέ λιγότερα δηλαδή δικαιώματα γιά τούς ὁμόφυλους συζύγους ἀπό ὅσα ἔχουν οἱ ἑτερόφυλοι σύζυγοι, δέν ἐπιτρέπεται νομικά.

ΣΤ. Θέση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος γιά τήν ὁμόφυλη γονεϊκότητα

15) Ἡ θέση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος παραμένει ὅτι τά παιδιά ἔχουν ἔμφυτη ἀνάγκη καί συνεπῶς δικαίωμα νά μεγαλώνουν μέ ἄνδρα πατέρα καί γυναῖκα μητέρα. Κανένας κοινωνικός ἐκσυγχρονισμός καί καμμία πολιτική ὀρθότητα δέν μπορεῖ νά ξεγελάσει τήν φυσική ἀνάγκη τῶν παιδιῶν γιά πατέρα καί μητέρα μέ ὑποκατάστατες λύσεις, ὅπως ἄτομα τοῦ ἰδίου φύλου πού ὑποδύονται τόν γονέα Α καί τόν γονέα Β (δύο μητέρες, δύο πατέρες).

16) Ὅπως ἔχει ἐξηγήσει τό Εὐρωπαϊκό Δικαστήριο Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων, μέ τόν θεσμό τῆς υἱοθεσίας τό κράτος ὀφείλει νά παρέχει σέ ἕνα παιδί τήν κατάλληλη οἰκογένεια γιά νά τό μεγαλώσει, καί ὄχι νά παρέχει παιδιά σέ ὅποιον θέλει νά γίνει γονέας. Στό πλαίσιο τῆς υἱοθεσίας τήν προτεραιότητα ἔχει τό συμφέρον τοῦ παιδιοῦ πού στερεῖται γονέων ἤ κατάλληλων γονέων καί ὄχι ἡ ἄποψη τοῦ ἐνήλικα, πού πιστεύει ὅτι εἶναι κατάλληλος ὡς γονέας.

17) Στό πλαίσιο αὐτό εἶναι νόμιμη ἡ ἐπιλογή τοῦ Κράτους νά μήν παρέχει παιδιά πρός υἱοθεσία σέ ὁμόφυλα ζευγάρια, ἀφοῦ ἀντικειμενικά ἀδυνατοῦν νά μεταδώσουν στά παιδιά τό πατρικό καί τό μητρικό πρότυπο καί ἀποκλίνουν ἀπό τούς βιολογικούς καί κοινωνικούς ρόλους τῶν δύο φύλων.

18) Τά ἐπιχειρήματα, ὅτι πολλά ἑτερόφυλα ζευγάρια (φυσικοί γονεῖς) ἀποδεικνύονται ἀκατάλληλα ὡς γονεῖς ἤ ὅτι δέν εἶναι προτιμότερο νά μεγαλώνουν σέ ἱδρύματα τά ὀρφανά παιδιά (ὁπότε ἄς δοθοῦν σέ ὁμόφυλα ζευγάρια), εἶναι ἀπολύτως μηδενιστικά. Στό πλαίσιο τοῦ θεσμοῦ τῆς υἱοθεσίας ὑποχρέωση τοῦ Κράτους εἶναι νά βρίσκει ὄχι τήν λιγότερο κακή, ἀλλά τήν βέλτιστη λύση γιά τήν ὑγιῆ, ὁμαλή ἀνάπτυξη καί κοινωνική ἔνταξη τῶν παιδιῶν. Ἐπίσης δέν πρέπει νά παραθεωρεῖται ὅτι στήν Ἑλλάδα ὑπάρχει ἐνδιαφέρον ἑτερόφυλων ζευγαριῶν γιά υἱοθεσίες, ὅπως καί ὅτι (ὄχι λίγα) ἑτερόφυλα ζευγάρια, λόγῳ τῶν δυσκολιῶν νά υἱοθετήσουν στήν χώρα μας, κατέφυγαν στήν λύση τῆς υἱοθεσίας παιδιῶν στό ἔδαφος ἄλλου κράτους.

19) Τέλος: α) δέν πρέπει τά παιδιά νά χρησιμοποιοῦνται ὡς ἐργαλεῖο ἀκτιβιστικῆς πίεσης, β) ἡ δημοκρατική Πολιτεία δέν ὑποχρεοῦται νά ὑποκύπτει σέ προσωπικές ἀπαιτήσεις ἀτόμων μέ πολιτική ἐξουσία, οἰκονομική ἐπιφάνεια ἤ προνομιακή πρόσβαση στά μέσα ἐνημέρωσης, πού θεωροῦν ὅτι δικαιοῦνται νά μεγαλώσουν παιδί μαζί μέ σύντροφο τοῦ ἰδίου φύλου, παραβλέποντας τό ζήτημα ἐάν οἱ ἐπιλογές τῆς ἰδιωτικῆς τους ζωῆς ἐξασφαλίζουν τό περιβάλλον προτύπων καί ρόλων, πού ἱκανοποιεῖ τίς ἀνάγκες ἑνός παιδιοῦ, γ) ἡ θέσπιση ὁμόφυλης γονεϊκότητας θά διευκολύνει φαινόμενα οἰκονομικῆς ἐκμετάλλευσης γυναικῶν ὡς παρένθετων μητέρων, δ) τά παιδιά δέν εἶναι οὔτε κατοικίδια ζῶα συντροφιᾶς γιά ὅποιον θέλει νά νιώσει κηδεμόνας, οὔτε «ἀξεσουάρ» πού θά ἐπισημοποιήσουν ἤ θά καταστήσουν κοινωνικά ἀποδεκτή μιά ὁμόφυλη συμβίωση.

Συνεπῶς, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, παρότι ὁ πολιτικός γάμος ἐν γένει (ἀδιακρίτως φύλου ζευγαριῶν) δέν ἐνδιαφέρει τήν διδασκαλία καί παράδοσή της, ἔχει ὅμως ὡς ἀποστολή καί καθῆκον καί τήν μέριμνα γιά τήν ὀρθή ἀνάπτυξη τῶν παιδιῶν καί τῶν νέων, διαφωνεῖ: 1) μέ τήν ὁμόφυλη γονεϊκότητα, γιατί δέν ἱκανοποιεῖ τά δικαιώματα τῶν παιδιῶν νά ἔχουν πατέρα καί μητέρα, 2) μέ τόν ὁμόφυλο γάμο, διότι ὁδηγεῖ σέ ὁμόφυλη γονεϊκότητα (δέν εἶναι νομικά ἐπιτρεπτή ἡ ἐπέκταση τοῦ γάμου στά ὁμόφυλα ζευγάρια μέ ἀποκλεισμό τους ἀπό τό δικαίωμα υἱοθεσίας πού ἰσχύει σήμερα γιά τά ἔγγαμα ζευγάρια).

Κεντρικό θέμα