Η κλιμάκωσις τῆς ἐντάσεως στήν Μέση Ἀνατολή δημιουργεῖ ἕνα νέο, πιό ἀβέβαιο οἰκονομικό περιβάλλον, ὁδηγῶντας σέ ἀναθεώρηση βασικῶν παραμέτρων τοῦ ἑλληνικοῦ προϋπολογισμοῦ γιά τό 2026.
Τό οἰκονομικό ἐπιτελεῖο ἐπανεξετάζει τίς προβλέψεις του ἐν ὄψει τῆς καταθέσεως τοῦ Μεσοπροθέσμου Προγράμματος Δημοσιονομικῆς Στρατηγικῆς στά τέλη Ἀπριλίου στίς Βρυξέλλες, καθώς οἱ διεθνεῖς ἐξελίξεις ἐπηρεάζουν ἤδη τίς ἀγορές ἐνεργείας, τό κόστος χρηματοδοτήσεως καί τό οἰκονομικό κλῖμα. Ἡ ἐπί τά χείρω ἀναθεώρησις ἐπιβεβαιώνει τίς ἐπιπτώσεις τῆς γεωπολιτικῆς κρίσεως καί τήν ἀνάγκη προσαρμογῆς τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς σέ ἕνα πιό ἀσταθές διεθνές περιβάλλον.
Οἱ ἀνατροπές πού προκαλεῖ ὁ πόλεμος δείχνουν ὅτι ἡ ἑλληνική οἰκονομία παραμένει εὐάλωτη σέ ἐξωγενεῖς ἐνεργειακές κρίσεις, γεγονός πού καθιστᾶ ἀναγκαία τήν ἐνίσχυση τῆς ἀνθεκτικότητος, τήν διατήρηση τῆς δημοσιονομικῆς σταθερότητος καί τήν ἐπιτάχυνση πολιτικῶν πού μειώνουν τήν ἐξάρτηση ἀπό τίς διεθνεῖς διακυμάνσεις τῶν τιμῶν ἐνεργείας.
Συμφώνως πρός τίς ἐπικαιροποιημένες ἐκτιμήσεις, ὁ πληθωρισμός τό 2026 ἀναμένεται νά κινηθεῖ τοὐλάχιστον στό 3%, ἀπό 2,2% πού εἶναι ἡ πρόβλεψις, μέ αὐξημένη πιθανότητα περαιτέρω ἀνόδου ἐφ’ ὅσον παραμείνουν ὑψηλές οἱ τιμές ἐνεργείας καί καυσίμων. Ἡ ἄνοδος τοῦ ἐνεργειακοῦ κόστους, καί ἰδίως τοῦ ντίζελ, πού ἐπηρεάζει τό σύνολο τῆς ἐφοδιαστικῆς ἀλυσίδος, δημιουργεῖ νέες πληθωριστικές πιέσεις, πού διαχέονται σέ μεγάλο εὗρος ἀγαθῶν καί ὑπηρεσιῶν. Τό αὐξημένο κόστος μεταφορᾶς καί παραγωγῆς ἐπηρεάζει ἀμέσως τίς τιμές καταναλωτοῦ ἐνισχύοντας τήν αἴσθηση ἀκρίβειας καί περιορίζοντας τήν ἀγοραστική δύναμη τῶν νοικοκυριῶν.
Παραλλήλως, ἡ ἀναπτυξιακή δυναμική τῆς οἰκονομίας ἀναμένεται νά συγκρατηθεῖ περίπου στό 2%, χαμηλότερα ἀπό τίς ἀρχικές προβλέψεις γιά 2%, καθώς ἡ ἀβεβαιότης ἐπηρεάζει τήν καταναλωτική ἐμπιστοσύνη, τήν ἐπενδυτική δραστηριότητα καί τίς ἐπιχειρηματικές προσδοκίες. Ἡ ἐπιδείνωσις τοῦ οἰκονομικοῦ κλίματος καταγράφεται ἤδη σέ σχετικούς δεῖκτες, οἱ ὁποῖοι ἀποτυπώνουν μεγαλύτερη ἐπιφυλακτικότητα ἀπό πλευρᾶς ἐπιχειρήσεων καί καταναλωτῶν, κυρίως λόγῳ τῆς μεταβλητότητος στίς τιμές ἐνεργείας καί τῆς ἀβεβαιότητος γιά τήν διάρκεια τῆς γεωπολιτικῆς κρίσεως.
Οἱ ἐπιπτώσεις ἐπεκτείνονται καί στίς ἀγορές χρέους, ὅπου παρατηρεῖται αὐξημένη μεταβλητότης καί ἀνοδική πίεσις στίς ἀποδόσεις τῶν κρατικῶν ὁμολόγων. Οἱ ἐπενδυτές ἀπαιτοῦν ὑψηλότερο ἀσφάλιστρο κινδύνου σέ περιόδους ἐντόνου διεθνοῦς ἀβεβαιότητος, γεγονός πού μπορεῖ νά ὁδηγήσει σέ διεύρυνση τῶν spreads, ἰδιαιτέρως γιά οἰκονομίες μέ ὑψηλό λόγο χρέους πρός ΑΕΠ. Γιά τήν Ἑλλάδα, ἡ διατήρησις τῆς δημοσιονομικῆς ἀξιοπιστίας καί ἡ συνέχισις τῆς σταδιακῆς ἀποκλιμακώσεως τοῦ δημοσίου χρέους παραμένουν βασικές προτεραιότητες οἰκονομικῆς πολιτικῆς, προκειμένου νά περιοριστοῦν οἱ ἐπιπτώσεις ἀπό ἐνδεχόμενη ἐπιδείνωση τῶν συνθηκῶν χρηματοδοτήσεως.
Στό πλαίσιο αὐτό, ἡ Κυβέρνησις ἐξετάζει τήν ἐνίσχυση τῶν μέτρων συγκρατήσεως τῶν τιμῶν, μέ στόχο τόν περιορισμό τῶν δευτερογενῶν πληθωριστικῶν ἐπιδράσεων πού προκαλεῖ τό νέο ἐνεργειακό σόκ.

