ΤΡΙΚΥΜΙΑ ΥΠΟ ΚΡΑΝΙΟΝ

Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 28 Φεβρουαρίου 1919

Ἕνας ἄνθρωπος δυστυχισμένου ἐξωτερικοῦ, μέ μπότες καί μπελερίναν, χωρίς νά εἶνε στρατιωτικός, μέ ὕφος ἀξιοπρεπές καί αὐστηρόν, ἀλλά μέ τριμμένον ὑποκάμισον καί ξεφτυσμένον λαιμοδέτην, μέ παλαιά ροῦχα ἀλλά μέ ἐπιμελῶς ξυρισμένον τό πρόσωπον, μία τραγική δηλαδή σύνθεσις παλαιᾶς ἀρχοντιᾶς καί νέας δυστυχίας, εἰσῆλθεν εἰς ἕνα βαγόνι πρώτης θέσεως τοῦ Ἠλεκτρικοῦ. Καί κατέλαβε μίαν μοναχικήν θέσιν εἰς κἄποιαν γωνίαν.

Μετ’ ὀλίγον ὅμως ὁ ἄγνωστος ἐπιβάτης, ποῦ ἦτον ἕνας, ἔγεινε δύο. Διότι ὁ ἄνθρωπος αὐτός, μόλις ἐκάθισεν, ἤρχισε νά συζητῇ. Καί νά συζητῇ ζωηρῶς. Μέ ποῖον; Ἀγνοῶ ἐντελῶς. Θά μοῦ πῆτε ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὡμιλοῦσε μόνος του, ὅπως συμβαίνει εἰς πολλούς. Τό πρᾶγμα δέν μοῦ εἶνε ἄγνωστον. Εἶχα κἄποτε μίαν μαγείρισσαν, ἡ ὁποία ἐμονολόγει κανονικώτατα ἐνώπιον τοῦ φούρνου της κατά τρόπον, ποῦ κατ’ ἀρχάς μᾶς εἶχε δώσει ὑπονοίας περί παρουσίας ὑπόπτου προσώπου εἰς τό μαγειρεῖον, τό ὁποῖον ὅμως ματαίως εἴχαμεν προσπαθήσει νά ἀνακαλύψωμεν. Ἀλλά οἱ τύποι τοῦ εἴδους αὐτοῦ μονολογοῦν συνήθως. Μίαν ζωηράν ἐνδόμυχον σκέψιν τήν μεταβάλλουν, ἀπό ἐσωτερικήν ἀνάγκην, εἰς λόγον χωρίς νά τό ἀντιλαμβάνωνται καί οἱ ἴδιοι. Δέν συζητοῦν ὅμως. Μονολογοῦν.

Ὁ ἄνθρωπος ὅμως τοῦ Σιδηροδρόμου συνεζήτει. Καί συνεζήτει ζωηρότατα. Καί συνεζήτει προφανῶς ἐπί θέματος γεμάτου ἀπό ἀντιρρήσεις. Ὁ ὑποτιθέμενος συνομιλητής του, ὁ ὁποῖος πιθανόν νά ἦτο τό δεύτερον «ἐγώ» του, πιθανόν νά ἦτο ἕνα δεύτερον πρόσωπον, πλάσμα ψευδαισθήσεως τῆς ὁράσεως ἤ τῆς ἀκοῆς ἤ πιθανώτερον καί διπλῆς ψευδαισθήσεως, εἶχε, φαίνεται, ἀντιρρήσεις σπουδαίας. Καί τάς ὑπεστήριζε μέ ἐπιχειρήματα καταπληκτικά. Καί ἐπέμενεν εἰς αὐτάς. Καί ἦτο ἐπί πλέον ἄνθρωπος διαλεκτικός. Καί συνεζήτει μέ μέθοδον καί τάξιν. Καί ἦτο ταυτοχρόνως καί εἴρων. Καί ἐπιθετικός. Καί ἦτο, μέ μίαν λέξιν, τρομερός.

Κατά ποῖον τρόπον, θά μ’ ἐρωτήσετε, τά ἐπληροφορήθην ὅλα αὐτά; Ἁπλούστατα, ὅπως μαντεύει κανείς τόν τρόπον καί τόν χαρακτῆρα τοῦ ὁμιλητοῦ, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς τό ἄλλο ἄκρον τοῦ τηλεφώνου, παρακολουθῶν τήν ἔκφρασιν καί τούς λόγους τοῦ ἀνθρώπου, ποῦ εὑρίσκεται εἰς τό ἐνώπιόν του τηλέφωνον. Μέ τήν διαφοράν ὅτι ὁ ἄνθρωπός μου δέν ὡμιλοῦσε μεγαλοφώνως. Ἐσάλευε μόνον τά χείλη του διαρκῶς, εἰς τρόπον ὥστε ἕνας κωφάλαλος νά τόν ἐννοήσῃ τελειότατα, καί ἄφινε νά τοῦ διαφεύγουν αἱ λέξεις εἰς ἕνα συγκεχυμένον ψίθυρον, πότε ἐντονώτερον, πότε μᾶλλον σβυσμένον, ἀλλά συνεχῆ καί διακοπτόμενον μόνον κατά τά διαστήματα, ποῦ ὑπετίθετο ὅτι ὁ ἄλλος ὡμιλοῦσε καί αὐτός ἤκουεν.

Ἀλλά τό πᾶν κυρίως ἦτο ἡ ἔκφρασις. Μία ἀλλεπάλληλος δηλαδή ἐναλλαγή ἐκφράσεων ὀργῆς, ἀπορίας, ἐκπλήξεως, παραπόνου, ἱκεσίας, ἀπειλῆς, ἀρνήσεως, καταφάσεως, ἀποδοκιμασίας, ταλανισμοῦ, καί οὕτω καθεξῆς. Ἐμάντευε δηλαδή κανείς ὅτι ὀπίσω ἀπό τό καλειδοσκόπιον, αὐτό τῶν ἐκφράσεων ὑπῆρχον φράσεις ὅπως αἱ ἑξῆς:

– Παρακαλῶ, κύριε – Μή βιάζεσθε – Ἔχετε λάθος – Αὐτό μάλιστα – Πρέπει ὅμως νά λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας, κύριε… – Πῶς εἴπατε; – Δέν ἔχω δίκαιον; – Μά αὐτό δέν ὑποφέρεται πλέον – Παρακαλῶ, παρακαλῶ· Μή μέ εἰρωνεύεσθε, κύριε – Καί ὅμως θά ἰδῆτε – Τί εἴπατε; Δέν τό παραδέχεσθε; – Μά αὐτό καταντᾶ ἀστειότης πλέον – Ἀκοῦστέ με, παρακαλῶ – Αὐτό εἶνε ἀνήκουστον – Καί ἐπί τέλους, κύριε, αὐτό δέν εἶνε δική σας δουλειά – Θά κάμετε, εἴπατε; – Νά σᾶς λογαριάσω ἐγώ; Πφ! Ἐγώ, κύριέ μου, δέν λογαριάζω κανέναν…

Καί ἡ ζωηροτάτη καί σχεδόν ἀγωνιώδης αὐτή συζήτησις ἐξηκολούθει μέ χειρονομίας, ἐλαφρά κτυπήματα τοῦ μπαστουνιοῦ ἐπί τῶν ὑποδημάτων καί κράτημα τοῦ ρυθμοῦ τῶν ἐνδιαμέσων σκέψεων ἀπό διαδοχικάς κρούσεις τοῦ πέλματος ἐπί τοῦ ἐδάφους.

Ἔξαφνα ὁ μυστηριώδης ἄγνωστος ἔκαμεν ὀδυνηρόν μορφασμόν ἀνθρώπου, τοῦ ὁποίου διέκοψαν τήν συζήτησιν εἰς ἕνα οὐσιῶδες σημεῖον. Ἡ ἁμαξοστοιχία εἶχε σταματήσει εἰς τόν Σταθμόν Ὁμονοίας. Ὁ ἄγνωστος ἐξῆλθε καί ἐπροχώρησε μέ ὕφος περίφροντι. Ἦτο μόνος του τώρα; Ἦτο μαζῆ μέ τόν ἄλλον; Συνεζήτει ἀκόμη; Εἶχε παύσει ἡ συζήτησις; Ἄδηλον! Ὡρισμένως ὅμως ἦτον ἕνας δυστυχής ἄνθρωπος. Καί πολύ δυστυχής. Εἰς τούς εὐτυχεῖς ἀνθρώπους, καί εἰς τούς μετρίως δυστυχεῖς ἀκόμη, δέν συμβαίνουν συνήθως παρόμοια πράγματα.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Απόψεις

Οἱ σκιώδεις ὑπουργοί Ἐξωτερικῶν καί ὁ γεωπολιτικός λαϊκισμός

Μανώλης Κοττάκης
Ἔπρεπε νά βομβαρδιστεῖ τό τάνκερ τοῦ κυρίου Ἀλαφούζου γιά νά δοῦμε γραμμένο καί ἀναμεταδιδόμενο ἀπό τούς διαύλους του ἕνα ἄρθρο πού λέει (καθυστερημένα, ἀλλά σωστά) ὅτι ἐνῷ ἐμεῖς στηρίξαμε τήν Οὐκρανία λόγῳ τῆς τουρκικῆς εἰσβολῆς στήν Κύπρο, ἐκείνη ἔχει δώσει ρεσιτάλ φιλοτουρκισμοῦ στό παρασκήνιο καί ἔφθασε στό σημεῖο νά ἀπαιτεῖ τά drones πού θά συμπαράγουμε νά μήν ἔχουν ποτέ στόχο τήν φίλη της τήν Τουρκία.

Ἐρώτησις Γ. Βλάχου στόν Πρωθυπουργό γιά τά «σπιτάκια ἀνακύκλωσης»

Εφημερίς Εστία
Εἶναι ἀπό τίς ἐλάχιστες φορές πού βουλευτής τῆς Νέας Δημοκρατίας ἀπευθύνει ἐρώτηση ἀπ’ εὐθείας πρός τόν Πρωθυπουργό γιά ζήτημα πού ἀφορᾶ στήν διαχείριση δημοσίων πόρων.

Μαίρη Λίντα. Ἡ πρώτη τῶν πρώτων

Δημήτρης Καπράνος
Μπορεῖ ὁ μέγας Μανώλης Χιώτης νά ἔγραφε ἐκεῖνα τά ἀπίθανα λαϊκά «μάμπο», «τσά-τσά», «ροῦμπες» καί «μερένχες», ἀλλά ἡ Λίντα ἦταν ἐκείνη πού ἔδωσε ζωή στό λαϊκό πάλκο, μέ τό μπρίο, τίς κινήσεις, τήν φωνή της καί ἐκεῖνο τό «φεγγαράτο», ὁλόλαμπρο πρόσωπο, πού ἀκτινοβολοῦσε καί σκόρπιζε κέφι καί ρυθμό…

Σάββατον, 23 Ἰουλίου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΧΑΒΙΑΡΙ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΕΣ!

8 χρόνια από το Μάτι: Η αλήθεια για την τραγωδία της 23ης Ιουλίου 2018 (βίντεο)

Εφημερίς Εστία
Με αφορμή τη συμπλήρωση 8 ετών από τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι, στις 23 Ιουλίου 2018, ο δημοσιογράφος Νάσος Χατζητσάκος συζητά με την Κάλλι Αναγνώστου, Πρόεδρο του Συλλόγου Συγγενών Θανόντων και Εγκαυματιών της 23ης Ιουλίου 2018 στην Ανατολική Αττική.