Ὅπως δείχνουν τά γεγονότα, ἡ στάση τῆς Κυβερνήσεως Σημίτη, στό θέμα των Ἰμίων, ἦταν ἡ ἀφετηρία γιά τόν καταιγισμό τῶν ἀμφισβητήσεων καί τῶν προκλήσεων τῶν γειτόνων εἰς βάρος τῆς πατρίδος μας.
Τό δείχνει καθαρά ἡ πορεία τῶν πραγμάτων. Τριάντα χρόνια μέ «γκρίζες ζῶνες» συμπληρώνουμε καί ἤδη τό «γκρίζο» οἱ προκλητικοί γείτονες τό παρουσιάζουν ὡς «Γαλάζια Πατρίδα».
Εἶναι ἀπολύτως φυσικό, μέσα στήν περίεργη ἀτμόσφαιρα τήν ὁποία ἔχουν δημιουργήσει οἱ δυό –μέχρι τήν πτώση τοῦ «ὑπαρκτοῦ σοσιαλισμοῦ»– ὑπερδυνάμεις, ἡ δική μας, μικρή καί πανταχόθεν πιεζόμενη ἀπό ἐπικίνδυνους γείτονες πατρίδα, νά ἀνησυχεῖ καί νά προβληματίζεται.
Μέ τήν ὑπογεννητικότητα καί τίς συνέπειες τῆς μεγάλης οἰκονομικῆς κρίσεως, τίς ὁποῖες ἀκόμη ὑφίστανται, οἱ Ἕλληνες πολύ δύσκολα θά μπορούσαμε νά καταταγοῦμε στούς «αἰσιόδοξους» λαούς τῆς Εὐρώπης, ἄν ὑπάρχουν ἀκόμη αἰσιόδοξοι… Καλό θά εἶναι, ὅμως, νά μή λησμονοῦμε ὅτι ἡ ἐθνική ὀπισθοχώρηση δέν σταμάτησε στήν ἀπίθανη ἄποψη ὅτι «τήν σημαία τήν πῆρε ὁ ἀέρας», ἀλλά «σφραγίσθηκε» μέ τήν κακοποιητική γιά τά ἐθνικά μας συμφέροντα Συμφωνία τῆς Μαδρίτης, τήν ὁποία ὑπέγραψαν οἱ Πρωθυπουργοί Κώστας Σημίτης καί Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, ὁ ὁποῖος εἶχε διαδεχθεῖ τήν Τανσού Τσιλέρ.
Ἡ Συμφωνία της Μαδρίτης ἦταν ἐκείνη πού ἔδωσε ὑπόσταση στίς παράλογες τουρκικές ἀξιώσεις. Ἡ τότε Κυβέρνηση, μέ τήν ὑπογραφή τοῦ Πρωθυπουργοῦ Κ. Σημίτη, δέχθηκε ὅτι στίς ἑλληνικές βραχονησῖδες τῶν Ἰμίων δέν θά ἔχουν πρόσβαση οὔτε οἱ Ἕλληνες πολῖτες οὔτε οἱ ἑλληνικές Ἔνοπλες Δυνάμεις. Ἀπό τήν νύχτα δηλαδή τῆς 31ης Ἰανουαρίου 1996 μέχρι καί σήμερα ἀπαγορεύεται κάθε δραστηριότητα ἐπάνω καί πέριξ τῶν συγκεκριμένων βραχονησίδων. «Οὔτε στρατός, οὔτε πλοῖα, οὔτε σημαῖες» ἦταν αὐτό πού ἀποδεχθήκαμε, ἑνάμιση χρόνο ἀργότερα ἀπό τήν μοιραία νύχτα, μέ τήν ὀδυνηρή γιά ἐμᾶς συμφωνία. Ἀπό τήν τότε ἑλληνική Κυβέρνηση ἀνεκοινώθη ὅτι μέ τήν Συμφωνία της Μαδρίτης ἀποφασίσθηκε πώς «πλοῖα καί στρατοί δέν ἔχουν θέση στά Ἴμια», ἀποκρύπτοντας ἐντέχνως τήν λέξη «σημαῖες», ἡ ὁποία καί ἀποτελοῦσε τήν «σφραγῖδα» γιά τήν ἀποδοχή τῆς περιοχῆς ὡς «γκρίζας ζώνης»…
‘Ἔκτοτε, ὑπῆρξαν ἀπόψεις καί καταγραφές γύρω ἀπό ὅσα διεδραματίσθησαν ἐκεῖνες τίς ἡμέρες. Γεγονός εἶναι ὅτι τότε ἐπεκράτησαν οἱ «τεχνοκρατικές» ἀπόψεις, πού χαρακτήρισαν ὅλη τήν διαδρομή τῆς Κυβερνήσεως Σημίτη, ἡ ὁποία τερματίσθηκε μέ τήν νίκη τῆς Νέας Δημοκρατία, ὑπό τόν Κώστα Καραμανλῆ, τό 2004. Μιᾶς διακυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐπωμίσθηκε τεράστια –δυσεπίλυτα– φορτία τόσο στόν τομέα τῶν ἐθνικῶν θεμάτων ὅσο καί τῆς οἰκονομίας.
Σήμερα, λοιπόν, τριάντα χρόνια ἔπειτα ἀπό τήν μοιραία κρίση τῶν Ἰμίων, ἡ πατρίδα βρίσκεται στήν δίνη τῶν διεθνῶν γεωπολιτικῶν ἐξελίξεων. Μέ τό Διεθνές Δίκαιο νά «πηγαίνει περίπατο» καί μέ τόν Πρόεδρο τῶν ΗΠΑ νά ἐπιστρέφει στήν ρητορική «μέ τήν Εὐρώπη μᾶς χωρίζει ὁ Ἀτλαντικός ὠκεανός», ἄποψη μέ τήν ὁποία βρέθηκε ἀντιμέτωπος ὁ Οὐΐνστον Τσώρτσιλ, ὅταν ἐκλιπαροῦσε τούς Ἀμερικανούς νά πολεμήσουν κατά τῶν δυνάμεων τοῦ Ἄξονος, καί «ἔπρεπε» νά συμβεῖ ἡ τραγωδία τοῦ Πέρλ Χάρμπορ γιά νά ἀντιληφθοῦν οἱ «πέραν τοῦ Ἀτλαντικοῦ» τό μέγεθος τοῦ προβλήματος.
Μόνο πού, σήμερα, ὁ Ἀτλαντικός εἶναι «παιχνιδάκι» γιά τά φονικά, διηπειρωτικά ὅπλα. Δύσκολα τά πράγματα. Καί ἐκεῖνο πού ἀπαιτεῖται γιά τήν πατρίδα εἶναι ἑνότης, ψυχραιμία καί, κυρίως, γνώση τῆς Ἱστορίας καί ἐπίγνωση τοῦ καθήκοντος.

