«Τό τζάμπα πέθανε!» ἀνεφώνησε μιά κυρία, βουλευτής, ὅταν ὁ δημοσιογράφος τήν ἐρώτησε «πῶς μπορεῖ νά ζήσει ἕνας καθηγητής πού διορίζεται μέ 800 εὐρώ στήν περιφέρεια, βρίσκει σπίτι μέ 400 εὐρώ τόν μῆνα καί τό κράτος τοῦ πληρώνει μόνο δύο ἀπό τά δέκα ἐνοίκια;».
Φυσικά, δέν θά ἤθελα νά ἤμουν στήν θέση τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος στό ὁποῖο ἀνήκει ἡ ἐν λόγῳ κυρία. Τί νά τῆς πεῖς;
Ἐδῶ, ὅμως, τίθεται ἕνα πολύ σοβαρό θέμα. Δηλαδή τό ὅτι οἱ βουλευτές πετοῦν τήν σκούφια τους γιά νά τούς καλέσει κάποιος «νά βγοῦν στό γυαλί» καί ὅταν τό κατορθώσουν, ξεχνοῦν ὅτι πρίν μιλήσουν, ὀφείλουν πρῶτα νά σκέπτονται. Διότι ἡ ἐν λόγῳ κυρία ἀπάντησε «ἄλλα ἀντί ἄλλων». Ὁ δημοσιογράφος οὐδόλως ἀνεφέρθη σέ «τζάμπα» οὔτε ἡ ἐρώτησή του περιελάμβανε τήν ἐν λόγῳ ἔννοια καί ἀντίληψη. Τῆς εἶπε, ἁπλῶς, ὅτι «ἕνα κι ἕνα κάνουν δύο» καί τῆς ἐξήγησε –μέ τρεῖς κουβέντες– γιατί δέν καλύπτονται ἐπαρκῶς οἱ θέσεις δασκάλων, καθηγητῶν, ἰατρῶν καί νοσηλευτῶν στά ἀπομεμακρυσμένα σημεῖα τῆς περιφέρειας.
Φυσικά, ὁ –ὅποιος– δημοσιογράφος γνωρίζει ὅτι τό συγκεκριμένο θέμα δέν εἶναι καινούργιο. Γνωρίζει ἐπίσης ὅτι ἡ χώρα εἶναι χρεοκοπημένη. Ἀλλά ἐκεῖνο πού ὅλοι γνωρίζουμε εἶναι τό ὅτι δέν ἔχουν ὅσους πρέπει δασκάλους, ἰατρούς καί νοσηλευτές τά ἀκριτικά νησιά μας, τά ὀρεινά μας χωριά καί κάποιες κωμοπόλεις.
Κι ἐσεῖς, ἀγαπητοί πολιτικοί, πού βγαίνετε στό γυαλί, μακιγιαρισμένοι, μέ τήν ὀδοντοστοιχία σας λαμπερή, μέ τήν κόμμωση προσεγμένη (καί πολύ καλά κάνετε καί ἔτσι πρέπει νά εἶναι κάποιος ὅταν γνωρίζει ὅτι θά ἐκτεθεῖ δημοσίως) γιατί, πρίν μιλήσετε, δέν κάνετε τήν ἁπλή διαδρομή ἀπό τήν γλῶσσα μέχρι τόν ἐγκέφαλο καί τἀνάπαλιν; Τόσο δύσκολο πιά εἶναι νά παίρνετε μιά βαθειά ἀνάσα –γιά νά σκεφθεῖτε τήν ἀπάντηση– πρίν μιλήσετε; Τόσο δύσκολο εἶναι –κι αὐτό ἰσχύει γιά ὅλους– νά σκεφθεῖτε ὅτι πλέον «ὅτι γράφει δέν ξεγράφει;».
Διότι, ἄν δέν τό ἔχετε ἀκόμη ἀντιληφθεῖ, τό παλαιό λατινικό «scripta manent-verba volant» δέν ἰσχύει πλέον, καθώς τά πάντα καταγράφονται, καί ὅταν ἔλθει «ἐκείνη ἡ ὥρα» ξεφουρνίζονται κανονικότατα καί ψάχνεις νά βρεῖς τρῦπα νά κρυφτεῖς! Ἡ ἄτιμη ἡ τεχνολογία δέν ἔχει ἔλεος! Παλαιότερα, ὅταν εἴχαμε μόνο τήν κρατική τηλεόραση, ὅλο καί κάποιον δικό σου θά εἶχες ἐκεῖ γιά νά σβήσει μιά κοτσάνα πού εἶχες πετάξει. Ἄσε δέ, πού τίς περισσότερες μπομπίνες καί κασσέττες τίς ἔσβηναν γιά νά γράψουν κάτι ἄλλο! Τώρα, ὅμως, πού τά ΜΜΕ πλήθυναν καί ἀνήκουν σέ ἐπιχειρηματίες, οἱ ὁποῖοι ἐφαρμόζουν πιστά τό ρητό «Τό φακελλώνειν ἐστί φιλοσοφεῖν», θά πρέπει πρίν μιλήσεις «στόν ἀέρα», νά περνᾶς τήν ἀπάντηση μιά καί δύο φορές ἀπό τόν σκληρό δίσκο τοῦ ἐγκεφάλου σου.
Εἶδα καί ξαναεῖδα τήν ἐρώτηση τοῦ δημοσιογράφου καί τήν ἀπάντηση τῆς βουλευτοῦ. Αὐτό «τό τζάμπα πέθανε» δέν «κολλάει» ὡς ἀπάντηση στήν ἐρώτηση πού τῆς ἐτέθη. Ἡ βουλευτής (καί ὄχι ἡ βουλεύτρια ὅπως προσπαθοῦν οἱ «γλωσσοφονιάδες» νά καθιερώσουν) φαίνεται, πῆγε ἀποφασισμένη νά πεῖ μιά καλή ἀτάκα, ὅπως συνιστοῦν οἱ γυρολόγοι τῆς ἐπικοινωνιολογίας (δέν ὑπάρχει τέτοια ἐπιστήμη) στούς κάθε λογῆς καί λογικῆς πολιτικούς. Καί –ὑποτίθεται– ἡ ἐν λόγῳ γνωρίζει ἀπό πολιτική.
Σκέψου τί ἔχει νά γίνει μέ τίς «νεοφυεῖς» πολιτικές περσόνες! Θά βαρεθοῦμε νά γράφουμε!

