ΤΟ ΣΤΟΙΧΗΜΑ

Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 29 Ὀκτωβρίου 1919

Ἐπῆραν ἀπό κοινοῦ τήν μεγάλην ἀπόφασιν.

– Θά τόν κόψω!

– Κ’ ἐγώ. Δέν ἦσαν αὐτοκίνητα διά νά κόψουν κανέναν ἄνθρωπον. Ἦσαν ἄνθρωποι εἰρηνικοί καί ἐχθροί τῶν αἱμάτων κ’ ἐπρόκειτο νά κόψουν ἁπλούστατα τόν καπνόν. Διά νά ἐνισχυθοῦν εἰς τήν ἀπόφασίν των ἐπεκαλέσθησαν τήν Ὑγιεινήν, τήν Οἰκονομολογίαν καί κυρίως τήν ἀχρειότητα τῶν συγχρόνων καπνῶν.

– Νά φθείρῃ κανείς τήν ὑγείαν του, νά πετᾷ τά χρήματά του στόν ἀέρα, νά εἶνε δοῦλος ἑνός βρωμεροῦ πάθους, ὑποφέρεται ἐπί τέλους. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποῦ ἐθυσίασαν εἰς τά πάθη των καί μεγαλείτερα ἀγαθά. Ἐθυσίασαν καί τήν ζωήν των ἀκόμη. Μία θυσία ὅμως προϋποθέτει καί ἀνάλογον ἀντικείμενον. Ποῖον εἶνε τό ἀντικείμενον αὐτό εἰς τήν θυσίαν τοῦ σημερινοῦ καπνιστοῦ; Ἕνα βρωμερώτατον χόρτον ποῦ εἶνε ἱκανόν νά σοῦ ἐπαναφέρῃ τόν κοκκίτην τῆς βρεφικῆς σου ἡλικίας.

– Φυσικά! Ἐμεῖς θυσιαζόμεθα, φίλε μου, αὐτήν τήν στιγμήν διά τόν ἔρωτα μιᾶς μεγαίρας. Ἀξίζει τόν κόπον;

– Νά τόν κόψωμεν λοιπόν.

– Νά τόν κόψωμεν!

– Πέτα τό πακέτο σου, τίς πίπες σου, τούς ἀναπτῆράς σου, ὅλα σου τά ἐργαλεῖα.

– Ἰδού, τά ἐπέταξα. Πέταξέ τα καί σύ.

– Τά πετῶ. Στό Διάολο!

Τά ἐπέταξαν ὅλα καί μόνον δέν εἶχαν πετάξῃ τό πάθος των. Αὐτό δέν εὑρίσκετο μέσα στίς τσέπες των. Εὑρίσκετο κἄπου βαθύτερα καί ἦτο δύσκολον νά τό φθάσουν. Τό ἐγνώριζαν καλά καί δι’ αὐτό ἀκριβῶς ἐπροσπάθησαν νά τό συλλάβουν, νά τό ἐκριζώσουν καί νά τό στείλουν νά εὕρῃ τά ἀποτρόπαια ἐργαλεῖά του, ποῦ εἶχαν πεταχθῇ ἔξω ἀπό τό παράθυρον.

– Πρέπει νά ὀχυρωθῶμεν κατά τοῦ Πειρασμοῦ. Ὁ ἀσθενέστερος ἀπό τούς δύο μας πιθανόν νά ὑποκύψῃ, νά παρασπονδήσῃ. Ὁ ἄλλος λοιπόν πρέπει νά τόν ἐπαγρυπνῇ. Καί τἀνάπαλιν. Ὅ,τι δέν ἔκαμεν ἕως τώρα μία θέλησις χωριστά, θά τό κάμουν δύο θελήσεις ἑνωμέναι. Δῶσέ μου τό χέρι σου.

– Λάβε το!

– Ὁρκίζεσαι;

– Ὁρκίζομαι εἰς ὅλας τάς καπνοδόχους τῆς Ὑφηλίου.

– Δέν ἀρκεῖ αὐτό. Πρέπει νά θέσωμεν καί ποινικήν ρήτραν.

– Συμφωνότατος. Θά τήν θέσωμεν ὑπό τύπον στοιχήματος. Ὅποιος ἐκ τῶν δύο φωραθῇ παρασπονδῶν, θά πληρώσῃ εἰς τόν ἄλλον τό στοίχημα.

Τό στοίχημα ὡρίσθη εἰς τριακοσίας δραχμάς, ποσόν σεβαστότατον δι’ ἀνθρώπους ποῦ ἀπεφάσιζαν νά κόψουν τό κάπνισμα καί δι’ ἄλλους μέν λόγους, ἀλλά κυρίως διά λόγους οἰκονομικούς. Καί ἀφοῦ ἐκανονίσθησαν ὅλαι αἱ σχετικαί λεπτομέρειαι, οἱ δύο φίλοι ἀπεχωρίσθησαν μελαγχολικοί ὡς ἄνθρωποι που εἶχαν κινήσει πρό μιᾶς στιγμῆς ἕνα μαντῆλι, μουσκεμένον ἀπό δάκρυα, πρός κἄποιαν προσφιλῆ σιλουέτταν, σβυνομένην ἀπό τήν ἀπόστασιν εἰς τό κατάστρωμα ἀναχωροῦντος ἀτμοπλοίου. Ἔκτοτε ἐπετηροῦντο ἀμοιβαίως, ὡς ζηλότυποι ἐρασταί. Καί ἦσαν ἀπολύτως εὐχαριστημένοι ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλον. Δύο μῆνες εἶχαν περάσει καί κανένα νέφος καπνοῦ δέν εἶχεν ἔλθει νά ἐπισκιάσῃ τήν ἐπιτυχίαν των.

– Πῶς τά πᾷς;

– Λαμπρά! Οὔτε τό συλλογίζομαι πιά τό βρωμόχορτο. Βλέπω τούς ἄλλους ποῦ καπνίζουν καί μέ πιάνει ἀηδία.

– Κι’ ἐγώ τά ἴδια. Εἶνε σάν μήν ἐκάπνισα ποτέ στή ζωή μου. Οἱ φθονεροί ὅμως ἄνθρωποι δέν λείπουν ἀπό τόν κόσμον. Μία ἀνώνυμος ἐπιστολή, ἐνσκήψασα εἰς τόν ἕνα ἐκ τῶν φίλων, τοῦ ἔλεγε τά ἑξῆς: «Ἐάν θέλετε νά ἰδῆτε τόν φίλον σας φουμάροντα ὡς φουγάρο, πηγαίνετε τήν τάδε ὥραν εἰς τό τάδε μέρος». Τίποτε ἄλλο! Οἱ ἀνωνυμογράφοι συνήθως, εἰς τάς μεγάλας των στιγμάς, εἶνε σύντομοι. Ὁ κεραυνοβοληθείς, ἐννοεῖται, δέν ἔχασε καιρόν. Ἔσπευσε μέ παλμούς καρδίας εἰς τόν ὁριζόμενον τόπον. Φρίκη! Ὁ φίλος του τόν ἐπρόδιδεν. Ἐπροχώρησε πρός τόν ἄπιστον, ἐστάθη ἀπειλητικός ἐμπρός του καί τοῦ εἶπε μέ τρέμουσαν φωνήν:

– Μοῦ κατέστρεψες τήν εὐτυχίαν μου. Πλήρωσε τρία ἑκατοστάρικα!

– Δέν ἔχω ἀντίρρησι, εἶπε κατῃσχυμμένος ἐκεῖνος. Θά τά φᾶμε τό βράδυ, ὅπως εἶνε ἡ συμφωνία μας. Τό βράδυ ἐδείπνησαν μεγαλοπρεπῶς. Ἔβρεξαν τό δεῖπνόν των μέ ἐκλεκτόν καμπανίτην κι’ εὐωχήθηκαν μέχρι πρωίας. Ὅταν ἔφθασεν ἡ ὥρα τοῦ λογαριασμοῦ, ὁ κερδίσας τό στοίχημα εἶπε μέ κάποιαν συστολήν:

– Διά νά εἶμαι εἰλικρινής καί τίμιος, θά πληρώσω τά μισά.

– Γιατί;

– Διότι δέν ἔπαυσα ποτέ μου νά καπνίζω. Σέ ἀπατοῦσα κι’ ἐγώ! Τά ἐπλήρωσε. Καί οἱ δύο ἄπιστοι ἄναψαν θηριώδη σιγάρα, μέ τά ὁποῖα ἑώρτασαν τήν νίκην των.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Απόψεις

Ἀπόρρητη σύσκεψις στήν Κατεχάκη: 230.000 μετανάστες μᾶς «ἐπιστρέφει» ἡ Γερμανία

Εφημερίς Εστία
Ὡς πρώτη δόσις ζητεῖται ἡ «ἐπαναπροώθησις» 8.000 «προσφύγων» πού θεωροῦνται δευτερογενεῖς ροές ἀπό τήν ἐποχή πού «λιάζονταν», ἀλλά καί τήν περίοδο τῆς ΝΔ – Δέν τούς ἀντέχει ὁ γερμανικός προϋπολογισμός «Δέλεαρ» ἡ ἐπιδότησις τῆς παραμονῆς

«Μέ ὁρίζει ἡ δικαιοσύνη!»

Μανώλης Κοττάκης
Αὐτό πού ἔπραξε χθές ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, νά ἀπονείμει τό ἀριστεῖο της στόν συνθέτη Σταῦρο Ξαρχάκο (τρεῖς μέρες μετά τά 87α γενέθλιά του, πού ἑόρτασε στήν οἰκία τοῦ πρέσβεως Κριεκούκη), ἔπρεπε νά εἶχε γίνει πολύ καιρό τώρα.

Δεύτερo πλῆγμα στόν σκληρό πυρῆνα τοῦ Τράμπ

Εφημερίς Εστία
Οὐάσιγκτων.- Ἀπανωτά εἶναι τά πλήγματα πού δέχεται τά τελευταῖα 24ωρα ὁ Ἀμερικανός Πρόεδρος, καθώς πρόσωπα ἀπό τόν στενό κύκλο συνεργατῶν του, πού ἡγοῦνται σημαντικῶν θέσεων, ἀποδομοῦν τά ἐπιχειρήματα πού παρουσίασε προκειμένου νά ἐξαπολύσει τήν ἐπίθεση κατά τοῦ Ἰράν.

Ἀπό τήν «σινιέ» στήν «θεοσεβούμενη» τυραννία

Δημήτρης Καπράνος
Φυσικά καί εἶναι δύσκολο νά συμφωνεῖ κανείς –πόσῳ μᾶλλον νά ἐπιχαίρει– μέ ἕναν πόλεμο, μέ βομβαρδισμούς ἐναντίον ἀμάχων καί τουριστῶν, μέ δολοφονίες πολιτικῶν, μέ ὅλα, τέλος πάντων, πού συμβαίνουν αὐτό τόν καιρό στήν περιοχή τῆς Μέσης Ἀνατολῆς.

Σάββατον, 19 Μαρτίου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΠΙΜΕΝΕΙ ΝΑ ΖΗ!