Τό μήνυμα τοῦ ’40 ἐπίκαιρο ὅσο ποτέ ἄλλοτε

Ὄχι, δέν πήγαμε πουθενά «τό τριήμερο». Δέν μᾶς ἐνδιαφέρει νά ἐξασφαλίσουμε στά ξενοδοχεῖα καί τά καταφύγια «πληρότητα 100%», τέτοιες μέρες.

Ἀνήκουμε σέ μίαν ἄλλη «κατηγορία», ἐκείνη πού τά «τριήμερα» τῶν ἐθνικῶν ἑορτῶν παραμένει στήν πόλη καί πηγαίνει στήν παρέλαση. Ἀνήκουμε σέ ἐκείνους, πού ἀνοίγουν τά συρτάρια καί τά ἀρχεῖα τους καί καταφεύγουν σέ κείμενα ξεχασμένα, πού θά τούς βοηθήσουν νά αἰσθανθοῦν τίς δονήσεις αὐτῶν τῶν ἡμερῶν. Κι ἔτσι, φθάσαμε στά «Τετράδια Ἡμερολογίου» τοῦ Γεωργίου Θεοτοκᾶ, στίς σημειώσεις του γιά ἐκεῖνο τό πρωί, Δευτέρας, 28ης Ὀκτωβρίου 1940.

«Κηφισιά, 28 Ὀκτωβρίου 1940. Ξυπνῶ μέ τίς καμπάνες πού σημαίνουν τήν κήρυξη τοῦ πολέμου καί τόν πρῶτο συναγερμό. Ἐπί τέλους εἴμαστε μέσα! Ὁ ὡραιότατος καιρός, οἱ καμπανοκρουσίες, κάποια κίνηση ἰδιαίτερη, κάποια ἔξαψη πού αἰσθάνουμαι ἀμέσως τριγύρω μου, στό σπίτι, στόν δρόμο, στά ἄλλα σπίτια καί στούς κήπους, ὅλα αὐτά προσδίδουν ἀπό τήν πρώτη στιγμή, στήν ἡμέρα πού ἀρχίζει, μιά ὄψη ἑορτάσιμη, πανηγυρική. Ἡ πρώτη μου σκέψη εἶναι “Τό μεσημέρι τό ἀργότερο θά ἔρθουν τά ἀεροπλάνα νά μᾶς βομβαρδίσουν”. Στό λεωφορεῖο γιά τήν Ἀθήνα διαβάζω τήν ἐφημερίδα μου καί ξεχνιοῦμαι. Ἀπάθειά μου.

Οἱ ἐπιβάτες μιλοῦν γιά τόν πόλεμο μέ πολλή ψυχραιμία καί κάποτε μέ εὐθυμία. Μετά τούς Ἀμπελοκήπους, μπαίνοντας στήν Ἀθήνα, ἀντικρύζω τήν πρώτη πολεμική εἰκόνα καί αἰσθάνουμαι τήν πρώτη συγκίνηση τῆς ἡμέρας. Μιά στρατιωτική μονάδα φεύγει ἀπό τά Παραπήγματα. Οἱ στρατιῶτες εἶναι ἄοπλοι. Εἶναι πολύ νέοι καί καλά ντυμένοι. Τραγουδοῦν, γελοῦν καί παίζουν φάπες, κάνουν σάν παιδιά πού ξεκινοῦν γιά μιά εὐχάριστη ἐκδρομή. Μές στό λεωφορεῖο μου μιά γυναίκα ξαφνικά ἀρχίζει καί κλαίει μέ λυγμούς, μιά ἄλλη κλαίει κρυφά, στρέφει τό πρόσωπό της πρός τά ἔξω γιά νά μήν τήν δοῦν. Σιγά-σιγά ἡ Ἀθήνα παίρνει τό ὕφος τῶν μεγάλων ἐθνικῶν ἑορτῶν, κάτι πού θυμίζει λ.χ. τά Ἑκατόχρονα τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης, ἀλλά πιό αὐθόρμητα καί πιό νεανικά. Καιρός θαυμάσιος, καταγάλανος οὐρανός.

Πλήθη νέων, μέ στολές τῆς EOM ἤ μέ πολιτικά, ἔχουν χυθεῖ στούς κεντρικούς δρόμους, μέ λάβαρα, σημαῖες, δάφνες, μουσικές. Κρατοῦν εἰκόνες τοῦ βασιλιά, τοῦ Μεταξᾶ, τοῦ καταδρομικοῦ ΕΛΛΗ μέ τήν ἐπιγραφή: “Δέν λησμονοῦμε”. Ὁ κόσμος συμμετέχει σέ αὐτές τίς ἐκδηλώσεις, χειροκροτεῖ, ζητωκραυγάζει. Εἶχα πολλά, πάρα πολλά χρόνια νά δῶ τέτοιον ἐνθουσιασμό στήν Ἀθήνα. Αἰσθάνεται κανείς ἕνα πάθος μές στόν ἀέρα, ἕναν φανατισμό, μιά λεβεντιά. Ξύπνησε τό ἑλληνικό φιλότιμο, εἶναι κάτι ὡραῖο. Καί μιά τέλεια ἐθνική ἑνότητα. Εἶναι ἡ πρώτη φορά στή ζωή μου πού αἰσθάνουμαι τέτοιαν ὁμόνοια νά βασιλεύει στόν τόπο. Κανείς δέν σκέπτεται αὐτή τή στιγμή ὅτι ὁ ἐχθρός εἶναι δέκα φορές ἰσχυρότερος, ὅτι ὁ θάνατος κρέμεται ἀπό πάνω μας μέσα σέ αὐτόν τόν λαμπρό οὐρανό. Αἰσθάνουμαι μιά μεγάλη ἀγάπη γιά τόν ἑλληνικό λαό, μιά ἀγάπη γεμάτη ἀλληλεγγύη, στοργή καί ἀντρική ἐκτίμηση. Εἶναι ἕνας ὄμορφος, λεβέντικος, εὐγενικός καί ἔξυπνος λαός…».

Ἄς φροντίσουν οἱ κρατοῦντες γιά τήν διατήρηση αὐτῆς τῆς λεβεντιᾶς. Οἱ δύσκολοι καιροί πού περνᾶμε τό ἐπιβάλλουν.

Απόψεις

Η μαγεία της θάλασσας στον κινηματογράφο

Εφημερίς Εστία
Aλλοτε απέραντη και γαλήνια, άλλοτε τρομακτική και αδυσώπητη, η θάλασσα υπήρξε ένας από τους πιο δυνατούς «πρωταγωνιστές» στην ιστορία του σινεμά

Αποστολάκος: «Η τέχνη μπορεί -και εννοείται το έχει κάνει- να αλλάξει ολόκληρες κοινωνίες και πολιτισμούς»

Εφημερίς Εστία
Για τον Νίκο Αποστολάκο η τέχνη δεν υπάρχει για να εξηγεί τα πάντα, αλλά για να γεννά εικόνες, συναισθήματα και ερωτήματα.

Ἡ ἡρωική νῆσος Ρῶ στό στόχαστρο τῆς Ἀγκύρας

Βαρβάρα Φανίδη
Ἀπειλοῦν μέ νέα Ἴμια μέσω τοῦ CNN Turk ἐπειδή κτίσθηκαν ἐκεῖ ξενῶνες μέ δωρεά ἰδιωτῶν

Ἡ μάχη γιά τό Αἰγαῖο δίδεται στήν Κύπρο

Εφημερίς Εστία
τοῦ Εὐθ. Π. Πέτρου

Ένα απέραντο ξέφραγο αμπέλι τά καλοκαίρια…

Δημήτρης Καπράνος
Γιά νά δούμε κάποια σημαντικά πράγματα. Κατά τό άρθρο 104 τού Κώδικος Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου, ό πλοίαρχος «έχει τήν εὐθύνη τής διοικήσεως τού πλοίου».