Τό ξύλο… ἔλειπε

Τετάρτη, 30 Ἰουλίου 1958

Ο ΚΟΣΜΟΣ
ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΦΑΓΑΜΕ

Γράφει ἡ «Μιλλιέτ» περί τῆς συνομιλίας τοῦ Ἕλληνος πρεσβετοῦ κ. Πεσμαζόγλου μετά τοῦ ὑπ. τῶν Ἐξωτερικῶν Ζορλοῦ εἰς τήν τραπεζαρίαν τοῦ ξενοδοχείου «Χίλτων»: «Ἐξερχόμενος τοῦ ξενοδοχείου ὁ Ἕλλην πρεσβευτής ἠκούσθη λέγων, Ἑλληνιστί, εἰς τόν Γεν. Πρόξενον: “Μόνο ξύλο, πού δέν ἐφάγαμε!…”». Καί, ναί μέν, ἀπό τῆς 6ης Σεπτεμβρίου 1955 ἡ Ἑλλάς τρώγει συνεχῶς ξύλο ἀπό τούς Τούρκους, χάριν τῶν ψήφων… τῆς ἐν Θρᾴκη μειονότητος. Ἀλλά τί ἔγραψεν περί τῶν ὅσων… κατάπιεν, εἰς τήν τραπεζαρίαν»;

ΤΑ ΣΗΜΕΡΙΝΑ
ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟΝ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟΝ ΕΙΣ ΥΠΑΤΗΝ

Τό Διοικητικόν Συμβούλιον τοῦ Ὀργανισμοῦ Τουρισμοῦ ἐπεκύρωσε δημοπρασίαν διά τήν ἀνέγερσιν τουριστικοῦ ξενοδοχείου εἰς τήν περιφέρειαν Ὑπάτης, μέ προϋπολογισθεῖσαν δαπάνην 11.000.000 δραχμῶν. Τό νέον τοῦτο ξενοδοχεῖον θά διαθέτει 78 κλίνας, ἑστιατόριον δι’ ἑκατόν ἄτομα, μπάρ, σαλόνια, αἴθουσαν γυμναστικῆς, ἰδιαίτερα ντούς κ.λ.π., θά καταταχθῇ δέ εἰς τήν Α΄ κατηγορίαν.

Αἱ ἐργασίαι ἀνεγέρσεως θ’ ἀρχίσουν ἐντός τοῦ Αὐγούστου.

Απόψεις

Ἡ ἐνάλια πολιτιστική κληρονομιά εἶναι ἀναπόσπαστο στοιχεῖο τοῦ θαλάσσιου χώρου

Εφημερίς Εστία
Τό νέο σχέδιο νόμου τοῦ Ὑπουργείου Πολιτισμοῦ μέ ἀντικείμενο, μεταξύ ἄλλων , τήν «Ἵδρυση Φορέα Διαχείρισης Ἐπισκέψιμων Χώρων Ἐνάλιας Πολιτιστικῆς Κληρονομιᾶς» ἀποτελεῖ ἀναμφίβολα μιά σημαντική θεσμική πρωτοβουλία.

«Κόβει» τήν Ντόρα ἀπό τά ψηφοδέλτια

Εφημερίς Εστία
Τήν Αμφιθυμία του γιά τόν χρόνο διεξαγωγῆς τῶν ἐκλογῶν ἀπεκάλυψε, μιλῶντας χθές στήν Κοινοβουλευτική Ὁμάδα, ὁ Πρωθυπουργός κ. Κυριάκος Μητσοτάκης, ὁ ὁποῖος μπέρδεψε τούς βουλευτές.

Τό «μάνατζμεντ» τῆς Ἁγίας Γραφῆς

Μανώλης Κοττάκης
Ακουγα χθές τό πρωί τόν φίλο Δημήτρη Μαῦρο τῆς MRB νά μιλᾶ στήν ἐξαιρετική ραδιοφωνική ἐκπομπή τῶν ἀγαπημένων συναδέλφων Σωτήρη Ξενάκη καί Βασίλη Σκουρῆ καί νά ἀναλύει τά εὑρήματα ἔρευνάς του γιά τήν σχέση τῶν Ἑλλήνων μέ τήν θρησκεία.

Δένδιας: «Γιά τίς Ἔνοπλες Δυνάμεις, ἡ Κύπρος κεῖται πλησίον»

Εφημερίς Εστία
Πενῆντα δύο ἔτη συμπληρώνονται ἀπό τήν τουρκική εἰσβολή στήν Κύπρο.

Ὁ προφήτης Γιάννης Τσαρούχης

Δημήτρης Καπράνος
Ἡ ἀφεντιά μου, εἶχα ἀφήσει καί ἕνα ἀρκετά καλοθρεμμένο μούσι, μέ τόν πατέρα μου νά λέει συνεχῶς ὅτι ἀσχολοῦμαι μέ «τρίχες» καί, κάποια μεσημέρια, ἀνεβαίναμε στό κέντρο τῆς Ἀθήνας, ἀποφασισμένοι νά ἐνταχθοῦμε στήν «ἰντελιγκένσια», ἀφοῦ θεωρούσαμε ἑαυτούς λογίους καί καλλιτέχνες.