ΕΤΟΣ ΑΡΧΙΚΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ 1876
Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2025

ΤΑ ΑΣΤΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΝΙΚΟΥ

Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 23 Ὀκτωβρίου 1918

Ἡ θύελλα ἐξερράγη ἐντελῶς ἐξαφνικά εἰς τήν γειτονικήν μου πολυθρόναν τοῦ κουρείου. Ὁ κύριος, ὁ ὁποῖος εἶχε παραδώσει τό τρίχωμά του εἰς τό δρέπανον τοῦ κουρέως, τόν ἀπώθησε μέ μίαν ἀπότομον καί βιαίαν κίνησιν, καί ἀνετινάχθη μέ τῇς σαπουνάδες εἰς τό πρόσωπον. – Τί τρέχει; Τόν ἔκοψε τόν κύριον; ἐρώτησα τόν ἰδικόν μου ἐπισκευαστήν, χωρίς νά ἠμπορῶ νά γυρίσω τό πρόσωπον ἤ νά διακρίνω εἰς τόν καθρέφτην τί ἐπακριβῶς συνέβαινε παραπλεύρως μου.

– Δέν τόν ἔκοψε, κύριε. Ἀλλά, ἕνεκα ἡ γρίππη, βλέπετε, βρίσκουμε κ’ ἐμεῖς τόν μπελᾶ μας. Ὁ διπλανός μου ἐν τῷ μεταξύ ὠρύετο: – Μακρυά, σοῦ εἶπα. Μή μέ πλησιάζεις!…

– Μήν κάνετε ἔτσι, κύριε. Δέν ἔχω τίποτε. Λιγάκι κρυωμένος εἶμαι… διεμαρτύρετο ὁ κουρεύς.

– Εἶσαι καί ἀναιδής, βλέπω. Δέν φτάνει, ποῦ μοῦ φτερνίστηκες μέσα στά μοῦτρά μου, ἀλλά ἐπιμένεις ἀκόμη νά μέ ξυρίσῃς.

– Μά δέν ἔχω τίποτε, κύριε. Σᾶς ὁρκίζομαι στά παιδιά μου.

– Μακρυά, σοῦ λέω. Ἐσύ εἶσαι ἐλεεινός· τά μάτια σου εἶνε κατακόκκινα, ἡ μύτες σου τρέχουν, τό στῆθος σου βράζει. Ἐσύ ἔχεις πνευμονικήν πανώλην, παιδί μου. Νἀρθῇ ἄλλος νά μέ ξουρίσῃ ἤ μᾶλλον νά φύγω μία ὥρα ἀρχήτερα ἀπό ’δῶ μέσα. Μακρυά, μακρυά, σοῦ εἶπα. Καί, ἐν ᾧ ὁ δυστυχής κουρεύς εἶχε γείνει κατακίτρινος ἀπό τήν διάγνωσιν τῆς πνευμονικῆς πανώλους, ποῦ τοῦ εἶχε χαρίσει ὁ ὑποχρεωτικός πελάτης, καί ᾐσθάνετο τώρα κρύα νερά νά τοῦ περιχύνουν τήν ράχιν, ὁ διπλανός κύριος, μισοξυρισμένος, διαρρεόμενος ἀπό σαπουνάδες καί τινάζων ἀπό πάνω του σπασμωδικῶς σεντόνια καί πετσέτες, ἀνέσυρε βιαστικά ἀπό τήν τσέπην του ἕνα κομμάτι καφουρᾶς καί ἤρχισε νά τό εἰσπνέῃ μανιωδῶς. Ἐν τῷ μεταξύ κατέφθασε καί ὁ καταστηματάρχης.

– Τί συμβαίνει, κύριε;

– Τί συμβαίνει; Ρωτᾶς κι’ ὅλα τί συμβαίνει; Ὡραία δουλειά! Ἀλλά ποῦ συνείδησις; Ποῦ ντροπή; Ποιός τήν ἔχασε;

– Μά ἐξηγηθῆτε, παρακαλῶ, κύριε. Μή μᾶς βρίζετε, παρακαλῶ.

– Δέν ἔχω νά ἐξηγηθῶ τίποτε. Ὅταν οἱ ὑπάλληλοί σου, κύριε, πάσχουν ἀπό πνευμονικήν πανώλην, ἔχεις καθῆκον ἤ νά διώξῃς τούς ὑπαλλήλους σου ἤ νά κλείσῃς τό μαγαζί σου. Ὄχι νά δέχεσαι τόν κόσμο μέσα σ’ αὐτό τό σφαγεῖον. Ἀλλά ἔννοιά σου. Θά σέ διορθώσω ἐγώ. – Μά… σᾶς παρακαλῶ…

– Δέν ἔχει μά καί ξεμά. Νά στείλῃς ἀμέσως νά μοῦ φέρῃς ἕνα ἁμάξι νά πάω ἀλλοῦ νά ξουρισθῶ. Ἐβγῆκε μισοξυρισμένος εἰς τόν προθάλαμον, ἐν ἀναμονῇ τοῦ μονίππου, ἀλλά καί ἐξηκολούθει νά εἰσπνέῃ τήν καφουράν του, εἰς τήν ὁποίαν ἀπέδιδε, φαίνεται, θαυματουργούς ἰδιότητας. Ἐπί τέλους, τό μόνιππον ἔφθασε καί ὁ ἄγνωστος ἐτρύπωσεν εἰς τό βάθος του, σπεύδων νά συμπληρώσῃ τό ξούρισμά του εἰς ἀσφαλέστερον περιβάλλον. Ἀλλά ὁ ἀξιολύπητος δέν ἦτο αὐτός. Ἦτο δυστυχής ὑπάλληλος, ποῦ εἶχε τήν ἀτυχίαν νά φτερνισθῇ εἰς τόσον ἀκατάλληλον στιγμήν. Ὅταν ἀποκατεστάθη ἡ τάξις, τόν εὑρήκαμεν πεσμένον ἐπάνω εἰς ἕνα κάθισμα μέ ὕφος ἀνθρώπου πνέοντος τά λοίσθια.

– Ὤχ! ὁ καϋμένος, ὤχ! Πεθαίνω. Δέν εἶμαι καλά. Τά παιδάκια μου. Θά τ’ ἀφήσω στούς δρόμους τά παιδάκια μου. Ὤχ! Καί ἔκλαιε μέ λυγμούς. Ἕνας ἐκ τῶν ξυριζομένων τότε, ὁ ὁποῖος φαίνεται ὅτι ἦτο ἰατρός, ἐπλησίασε τόν ἀγωνιῶντα ἄνθρωπον.

– Τί ἔχεις, παιδί μου; Τί αἰσθάνεσαι;

– Πεθαίνω, γιατρέ μου, πεθαίνω. Δέν εἶμαι καλά. Σῶσέ με…

– Δέν ἔχεις, παιδί μου, τίποτε, ἀπεφάνθη. Μή φοβᾶσαι. Ἐσύ εἶσαι ἐντελῶς ἀπύρετος.

Ὁ καταστηματάρχης ἐπλησίασε περίφοβος καί ἠρώτησεν ἐμπιστευτικῶς τόν ἰατρόν.

– Πῶς τόν βλέπεις, γιατρέ μου;

– Πῶς νά τόν βλέπω; Δέν ἔχει ἀπολύτως τίποτε. Ἕνα ἁπλό συνάχι…

– Δέν εἶνε λοιπόν πνευμονική πανώλης; Ὁ ἰατρός ἐχαμογέλασε.

– Ὤχ! ὁ καϋμένος… Τά παιδάκια μου… Πεθαίνω… Ἐκλήθη, ἐπί τέλους, καί δεύτερον μόνιππον καί ὁ φανταστικός ἑτοιμοθάνατος ἀπεστάλη ὑπό συνοδείαν εἰς τό σπίτι του. Τήν ἐπαύριον, περαστικός ἀπό τό κουρεῖον, ἐμπῆκα νά μάθω τήν ἔκβασιν τῶν πραγμάτων.

– Τί ἀπέγεινε λοιπόν; ἐρώτησα τόν καταστηματάρχην. Πέθανε κανένας ἀπό τούς δύο;

– Κανένας! μοῦ εἶπεν ὁ καταστηματάρχης. Ὁ ὑπάλληλός μου εἶνε μέσα καί ἐργάζεται. Ὁ ἄλλος ἐπέρασε πρό μιᾶς ὥρας ἀπέξω. Πέθανε ὅμως ὁ καϋμένος ὁ γιατρός. Ποιός νά τὤλεγε;

– Ποιός γιατρός;

– Ὁ γιατρός, καλέ, ποῦ ἤτανε χθές ἐδῶ. Δέν θυμᾶσθε; Ἐκεῖνος ὁ γηραλέος κύριος, ποῦ κύτταζε τόν ὑπάλληλο.

– Βρέ τόν κακομοίρη! Καί ἀπό τί πέθανε; Ἀπό γρίππη;

– Ὄχι ἀπό γρίππη, καλέ! Τοῦ ἦλθε κόλπος, λέει, κ’ ἔμεινε στόν τόπο.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Απόψεις

Ἐλέγχεται γιά μαῦρο χρῆμα καί δηλώνει κέρδη στό τζόκερ

Εφημερίς Εστία
Καί κατά δήλωσίν της, παραμένει μέλος τῆς Νέας Δημοκρατίας – Συνεχίζεται πλέον ὁ διασυρμός τῆς παρατάξεως στήν Ἐξεταστική – Μετά τά λαχεῖα Στρατάκη καί τήν ἐπιδεικτική ἀπουσία «Φραπέ»

Τό πραγματικό «πουτιναριό»

Μανώλης Κοττάκης
ΤΩΡΑ ΠΟΥ ὁ πόλεμος δείχνει νά τελειώνει σιγά-σιγά, καιρός εἶναι νά τοποθετηθοῦν μερικά πράγματα στήν θέση τους.

Φρένο στίς τουρκικές ἐπιδιώξεις ἔθεσαν οἱ συμφωνίες Κύπρου – Λιβάνου

Εφημερίς Εστία
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ τῆς Κύπρου Νῖκος Χριστοδουλίδης συνυπέγραψε μέ τόν Λιβανέζο ὁμόλογό του Τζοτζέφ Ἀούν κατά τήν διάρκεια τῆς ἐπισκέψεως στήν Βηρυτό, δύο ἱστορικές συμφωνίες: τήν ὁριοθέτηση τῆς ΑΟΖ τῶν δύο κρατῶν καί τήν ἠλεκτρική διασύνδεση μεταξύ των.

Ξεχνᾶμε τό δικά μας ἔθιμα καί κάνουμε εἰσαγωγή ξένων

Δημήτρης Καπράνος
Ἔχεις τόν Παρθενῶνα, ἔχεις τούς συγγραφεῖς καί τούς ποιητές, ἔχεις τήν Λαμπρή πού ὅλη ἡ φύση ἑορτάζει, ἔχεις τήν φέτα καί τό οὖζο, ἔχεις καί τά νησιά μέ τήν καταγάλανη θάλασσα.

Σάββατον, 27 Νοεμβρίου 1965

Πρό 60 ἐτῶν
O ΚΟΣΜΟΣ ΟΥΤΕ… ΟΥΤΕ