Σάββατον, 17 Ὀκτωβρίου 1964

O ΚΟΣΜΟΣ
ΟΙ ΞΕΝΟΦΩΝΟΙ

Ἀπό τήν κίνησιν τῶν ὑπουργείων τῆς Λαοκρατίας: «Δι’ ἐγγράφου του, ὁ ὑφυπουργός Παιδείας κ. Λ. Ἀκρίτας ἀπαιτεῖ ἀπό τήν ἐνταῦθα “Σχολήν Γερμανοφώνων Ἑλληνοπαίδων”, ὅπως ἀλλάξῃ ἀμέσως τόν “ἀπαράδεκτον” τίτλον, δεδομένου ὅτι δέν ὑπάρχουν γερμανόφωνοι Ἕλληνες». Πολύ σωστά! Μόνον σλαυοφώνους Ἑλληνόπαιδας ἀναγνωρίζει ἡ Κυβέρνησις –καί, χάριν αὐτῶν, καθιερώνει τήν Ἐαμοβουλγαρικήν τοῦ «Ριζοσπάστη», ὡς ἰσότιμον πρός τήν Ἑλληνικήν!…

ΤΑ ΣΗΜΕΡΙΝΑ
ΕΙΧΑΝ ΕΚΓΛΩΒΙΣΘΗ
ΕΙΣ ΤΟΝ
ΑΝΕΛΚΥΣΤΗΡΑ

Ἡ Πυροσβεστική Ὑπηρεσία τοῦ Πειραιῶς ἀπηλευθέρωσε 12 μαθητάς τοῦ ἐπί τῆς ὁδοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου τοῦ Πειραιῶς φροντιστηρίου Στρατηγάκη, οἱ ὁποῖοι εἶχον εἰσέλθει ὁμαδικῶς εἰς τόν ἀνελκυστῆρα μέ ἀποτέλεσμα νά κατέλθῃ οὗτος, λόγῳ τοῦ ὑπερβολικοῦ βάρους, εἰς τό ὑπόγειον τοῦ μεγάρου. Οἱ 12 μαθηταί παρέμειναν ἐγκλωβισμένοι εἰς τόν ἀνελκυστῆρα ἐπί μίαν περίπου ὥρα.

* Ἐπειδή ἡ 18η Ὀκτωβρίου 1964 ἦταν Κυριακή καί ἡ «Ἑστία» δέν εἶχε κυκλοφορήσει, σταχυολογοῦμε κείμενα ἀπό τό φύλλο τῆς προηγουμένης ἡμέρας, 17ης Ὀκτωβρίου 1964.

Απόψεις

Ἡ ἐνάλια πολιτιστική κληρονομιά εἶναι ἀναπόσπαστο στοιχεῖο τοῦ θαλάσσιου χώρου

Εφημερίς Εστία
Τό νέο σχέδιο νόμου τοῦ Ὑπουργείου Πολιτισμοῦ μέ ἀντικείμενο, μεταξύ ἄλλων , τήν «Ἵδρυση Φορέα Διαχείρισης Ἐπισκέψιμων Χώρων Ἐνάλιας Πολιτιστικῆς Κληρονομιᾶς» ἀποτελεῖ ἀναμφίβολα μιά σημαντική θεσμική πρωτοβουλία.

«Κόβει» τήν Ντόρα ἀπό τά ψηφοδέλτια

Εφημερίς Εστία
Τήν Αμφιθυμία του γιά τόν χρόνο διεξαγωγῆς τῶν ἐκλογῶν ἀπεκάλυψε, μιλῶντας χθές στήν Κοινοβουλευτική Ὁμάδα, ὁ Πρωθυπουργός κ. Κυριάκος Μητσοτάκης, ὁ ὁποῖος μπέρδεψε τούς βουλευτές.

Τό «μάνατζμεντ» τῆς Ἁγίας Γραφῆς

Μανώλης Κοττάκης
Ακουγα χθές τό πρωί τόν φίλο Δημήτρη Μαῦρο τῆς MRB νά μιλᾶ στήν ἐξαιρετική ραδιοφωνική ἐκπομπή τῶν ἀγαπημένων συναδέλφων Σωτήρη Ξενάκη καί Βασίλη Σκουρῆ καί νά ἀναλύει τά εὑρήματα ἔρευνάς του γιά τήν σχέση τῶν Ἑλλήνων μέ τήν θρησκεία.

Δένδιας: «Γιά τίς Ἔνοπλες Δυνάμεις, ἡ Κύπρος κεῖται πλησίον»

Εφημερίς Εστία
Πενῆντα δύο ἔτη συμπληρώνονται ἀπό τήν τουρκική εἰσβολή στήν Κύπρο.

Ὁ προφήτης Γιάννης Τσαρούχης

Δημήτρης Καπράνος
Ἡ ἀφεντιά μου, εἶχα ἀφήσει καί ἕνα ἀρκετά καλοθρεμμένο μούσι, μέ τόν πατέρα μου νά λέει συνεχῶς ὅτι ἀσχολοῦμαι μέ «τρίχες» καί, κάποια μεσημέρια, ἀνεβαίναμε στό κέντρο τῆς Ἀθήνας, ἀποφασισμένοι νά ἐνταχθοῦμε στήν «ἰντελιγκένσια», ἀφοῦ θεωρούσαμε ἑαυτούς λογίους καί καλλιτέχνες.