Τόν συγγραφέα Διονύση Χαριτόπουλο τόν γνώρισα μέσα ἀπό τά βιβλία του
Δέν ἔχω ἀφήσει κάποιο ἀδιάβαστο.
Μοῦ ἄρεσε τό γράψιμό του, τό ὕφος γενικώτερα. Ἀπό φίλους πού τόν γνώριζαν καί ἀπό κάποιους μεγαλύτερους ἀπό ἐμένα, ἔμαθα πολλά γιά τήν ζωή του. Μέ ἐντυπωσίασε ἡ ἀγέρωχη στάση του σέ πολύ δύσκολες στιγμές τοῦ βίου του καί ἡ ἀγάπη γιά τήν μητέρα του, ἡ ὁποία τόν μεγάλωσε μέ κόπους καί στερήσεις.
Κάποια στιγμή, τόν γνώρισα καί διά ζώσης. Μέ ἐξέπληξε τό ὅτι κι ἐκεῖνος γνώριζε τά γραφτά μου καί βρῆκα εὐκαιρία νά τοῦ πῶ ὅτι μπορεῖ νά διαφωνῶ ἀπολύτως μέ τήν δράση τοῦ Ἄρη Βελουχιώτη, ἀλλά τό βιβλίο του «Ἄρης, ὁ ἀρχηγός τῶν ἀτάκτων» ἦταν καλογραμμένο καί προσεγμένο.
«Ἄν δέν εἶχα ἄποψη διαμορφωμένη ἀπό καιρό, μπορεῖ καί νά μέ ἐπηρέαζε» τοῦ εἶχα πεῖ. «Ποτέ δέν εἶναι ἀργά» μοῦ εἶχε ἀπαντήσει, μέ ἐκεῖνο τό μισό χαμόγελο. Ἔπειτα ἦλθε ἐκεῖνο τό «Ἐκ Πειραιῶς», πού μέ ἄγγιξε πολύ βαθιά. Λίγο νεώτερος ἐγώ, ἀλλά εἶχα προλάβει –στήν ἐφηβεία– τόν Πειραιᾶ τῆς δεκαετίας τοῦ ’60, εἶχα ἀκούσει πολλά ἀπό τόν μεγαλύτερο ἀδελφό μου καί στά δεκαεφτά-δεκαοκτώ εἶχα προλάβει–πάντα μέ τούς φίλους μου– νά περάσουμε ἀπό τά καμπαρέ της Τρούμπας, τά ὁποῖα, τότε, εἶχαν «πρόγραμμα» μέ ἀνιματέρ, μέ στριπτηζέζ, μέ «ἀνάλαφρο» καί «λαϊκό» μουσικό μέρος.
Στήν παρουσίαση τοῦ βιβλίου, στό Δημοτικό Θέατρο, στόν Πειραιᾶ, τήν ὁποία εἶχε ἀναλάβει ἡ Πόπη Τσαπανίδου (συναντηθήκαμε ἔπειτα ἀπό ἀρκετό καιρό), ὁ Γιῶργος Κιμούλης διάβασε τό «Ρέκβιεμ» τοῦ συγγραφέα, σχετικά μέ τό ζεϊμπέκικο. Ἦταν τό κομμάτι πού μέ εἶχε συναρπάσει, ἐπειδή, ἀπό μικρός, στήν Νίκαια, εἶχα δεῖ πῶς, πότε καί ἀπό ποιούς χορευτόταν αὐτός ὁ «μοναχικός θρῆνος».
Ἔτσι, ὅταν ὁλοκληρώθηκε ἡ σεμνή τελετή τῆς παρουσιάσεως, «τά εἴπαμε» λιγάκι μέ τόν συγγραφέα καί ἐκεῖ τοῦ ἀνέφερα ὅτι τήν ἀνάλυσή του γιά τό ζεϊμπέκικο τήν θεωρῶ «Ρέκβιεμ». Τοῦ ἄρεσε ἡ ἄποψή μου. «Νά τά λέμε καμμιά φορά», μοῦ εἶπε καί, κάποιες φορές, «τά εἴπαμε».
Τόν ἐξέπληξε τό ὅτι γνώριζα λεπτομέρειες ἀπό τά νεανικά του χρόνια, ἀλλά δέν μέ ρώτησε «ποιός μοῦ εἶχε πεῖ τόσες λεπτομέρειες». Μᾶλλον μισοῦσε τό «κουτσομπολιό». Γι’ αὐτό καί δέν «ξέφυγε» κουβέντα γιά τήν ἀσθένεια καί τήν νοσηλεία του στά νοσοκομεῖα. Τό σεβάστηκαν ὅλοι ὅσοι τό γνώριζαν. Κάπνιζε πολύ καί συνεχῶς…
Ἡ ἐπιθυμία του πρός τόν ἐκδοτικό του οἶκο ἦταν στήν ἀνακοίνωση τῆς ἐκδημίας του νά ἀναγραφεῖ ὅτι «πέθανε». Δηλαδή νά ἀποφευχθοῦν οἱ φράσεις πού χρησιμοποιοῦμε, ὅπως «ἔφυγε», «πέταξε ψηλά», «σαλπάρισε στό φῶς» καί ἄλλα, πού σκαρφιζόμαστε γιά νά κολακέψουμε τόν Χάρο, πού, ὅπως καί νά τό κάνουμε, μᾶς «πεθαίνει».
Ἐπιτρέψετε μου νά κλείσω αὐτό τό ἀφιέρωμα μέ λίγες γραμμές ἀπό τό «Ρέκβιεμ» πού τόσο ἀγαπῶ.
«Ὁ ἀληθινός ἄντρας δέν ντρέπεται νά φανερώσει τόν πόνο ἤ τήν ἀδυναμία του· ἀγνοεῖ τίς κοινωνικές συμβάσεις καί τόν ρηχό καθωσπρεπισμό. Συμπάσχει μέ τόν στίχο ὁ ὁποῖος ἐκφράζει σέ κάποιον βαθμό τήν προσωπική του περίπτωση, γι’ αὐτό ἐπιλέγει τό τραγούδι πού θά χορέψει καί αὐτοσχεδιάζει σέ πολύ μικρό χῶρο ταπεινά καί μέ ἀξιοπρέπεια. Δέν σαλτάρει ἀσύστολα δεξιά κι ἀριστερά· βρίσκεται σέ κατάνυξη. Ἡ πιό κατάλληλη στιγμή γιά νά φέρει μιά μαύρη βόλτα εἶναι ἡ στιγμή τῆς μουσικῆς γέφυρας, ἐκεῖ πού καί ὁ τραγουδιστής ἀνασαίνει. Ὁ σωστός χορεύει ἅπαξ· δέν μονοπωλεῖ τήν πίστα. Τό ζεϊμπέκικο εἶναι σάν τό “Πάτερ Ἡμῶν”. Τά εἶπες ὅλα μέ τή μία»…

