ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΜΠΟΛΣΕΒΙΚΙΣΜΟΝ

Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 3 Αὐγούστου 1918

– Αἰσχροκέρδεια δέν σημαίνει πλέον τίποτε! ἀπεφάνθη ἔξαφνα ὁ γηραιότερος τῆς παρέας. Ὁ ὅρος πρό πολλοῦ ἔπαυσε νά σημαίνῃ τό πρᾶγμα. Διότι δέν εὑρισκόμεθα, κύριοι, σήμερον πρό ἑνός ἁπλοῦ φαινομένου σποραδικῆς αἰσχροκερδείας, ὅπως τήν ἐννοοῦμεν εἰς τάς ὁμαλάς περιστάσεις.

Σήμερον εὑρισκόμεθα πρό μιᾶς ὁμαδικῆς παραφροσύνης, μιᾶς φολί κολεκτίβ, μεταδιδομένης μέ τήν ὁρμήν καί τήν ταχύτητα, μέ τάς ὁποίας μεταδίδεται ἡ χολέρα καί ἡ πανώλης. Ἐπιδημία σωστή! Ὅσοι δέν προσεβλήθησαν χθές, θά προσβληθοῦν σήμερον. Ὅσοι δέν προσβληθοῦν σήμερον, θά προσβληθοῦν αὔριον. Ἐννοήσατε;

Οἱ ἄλλοι ἐκούνησαν τό κεφάλι τους ἐπιβεβαιωτικῶς καί ταλανιστικῶς μαζῆ.

– Μήν κουνᾶτε τό κεφάλι σας, κύριοι, ἐξηκολούθησεν ὁ γηραιότερος. Τό πρᾶγμα δέν εἶνε τόσον ἁπλοῦν, οὔτε τόσον ἀκίνδυνον, ὅσον τό ἐκλαμβάνετε. Δέν σημαίνει ὅτι πληρώνετε σήμερον τό φαγί σας, τό φροῦτό σας, τό ροῦχό σας, τό ἁμάξι σας, τόν καφέ σας, τό παγωτό σας, εἰς μυθώδεις τιμάς. Αὐτό εἶνε μία δυστυχία βέβαια, ἀλλά δέν εἶνε ἀκόμη μία συμφορά.

– Μᾶς περιμένουν λοιπόν χειρότερα κακά; ἠκούσθη μία φωνή ἐνθυμίζουσα καταπληκτικῶς κορυφαῖον χοροῦ ἀρχαίας τραγῳδίας.

– Δέν χρειάζεται καί πολλή φιλοσοφία νά τό ἐννοήσετε! ἀπήντησεν ὁ γηραιός Κάλχας. Ὅλοι αὐτοί οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι σᾶς προσφέρουν τά πρός τό ζῆν μέ τήν μέθοδον τῶν βδελλῶν, πάσχουν μίαν προϊοῦσαν διψομανίαν αἵματος. Καί κάθε πρωΐ, πού ἐξυπνοῦν, σηκώνονται ἀπό τό κρεββάτι τους μέ μίαν σκέψιν: Πῶς νά σᾶς ρουφήξουν περισσότερον αἷμα. Καί αὐξάνουν τάς τιμάς κατά γεωμετρικήν πρόοδον. Δέκα, σαράντα, ἑκατόν εἴκοσι, καί οὕτω καθεξῆς. Καί, ὅσον τρώγουν, τόσον τούς ἔρχεται ἡ ὄρεξις. Ἐν τῷ μεταξύ ἄλλοι προσβάλλονται ἀπό τήν ἐπιδημίαν. Καί γίνονται καί αὐτοί ἔμποροι. Ἁρπάζουν τόν ἀέρα, τόν ἥλιον, τό φεγγάρι, τό κῦμα, ὅ,τι εὕρουν ἐμπρός των τό κάμνουν ἐμπόρευμα καί ἀρχίζουν νά πουλοῦν καί αὐτοί. Μετ’ ὀλίγον δέν θά ὑπάρχῃ τίποτε ἔμψυχον ἡ ἄψυχον εἰς τήν Φύσιν πού δέν θά εἶνε ἐμπόρευμα. Ὅλα θά ὑπαχθοῦν εἰς τό ὑπουργεῖον τοῦ Ἐπισιτισμοῦ. Πῶς θά ἀναπνεύσετε τότε, κύριοι, ὅταν ὁ ἀέρας θά στοιχίζῃ διακοσίας δραχμάς τό κυβικόν μέτρον καί σεῖς δέν θά εἶσθε ἑκατομμυριοῦχος;

– Θά γίνωμεν κ’ ἐμεῖς ἔμποροι, ἀπήντησεν ἕνας ἄλλος ἀπό τήν παρέαν, καί θά πουλοῦμεν κ’ ἐμεῖς ἀπό ἀεροπλάνον. Ἡ ἐπιδημία θά προχωρήσῃ.

– Καί τί θά πουλᾶτε, κύριε, ἀφοῦ δέν ἔμεινε πλέον τίποτε πρός ἐκμετάλλευσιν;

– Θά πουλᾶμε ἀποτσίγαρα διά τούς πτωχούς θεριακλῆδες.

– Θά πουλᾶτε ἀποτσίγαρα; Ἔστω! Πόσο θά τά πουλᾶτε;

– Μία πεντάρα τό ἕνα. Εἶναι ἀκριβά;

– Τήν δεκάτην λοιπόν ἡμέραν ἀπό τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἐμπορίου σας, ἡ γόπες θά φθάσουν μία δραχμή ἡ μία, μέ σταθεράν τάσιν πρός τά ὕψη. Τί θά γείνῃ τότε;

– Τί θά γείνῃ;

– Νά σᾶς τό ’πῶ ἐγώ τί θά γείνῃ! ἀπεφάνθη μ’ ἕνα βαθύτατον τώρα ἀναστεναγμόν ὁ γηραιότερος τῆς παρέας. Ὅλοι ἐμεῖς, οἱ ὁποῖοι θά πουλοῦμεν μεταξωτά ἤ ἀποτσίγαρα, θά ἀνακαλύψωμεν μίαν καλήν πρωίαν ὅτι δέν κερδίζομεν ἀρκετά καί ὅτι δέν ὑπάρχει ἐλπίς νά γίνωμεν, ὅσον ἐπιθυμοῦμεν, πλούσιοι, μέ τό βραδύ αὐτό ἐμπόριον. Θ’ ἀρχίσωμεν τότε ν’ ἁρπάζωμεν ὁ ἕνας τό πορτοφόλι τοῦ ἄλλου, ὁ ἕνας τό ὡρολόγι τοῦ ἄλλου, ὁ ἕνας τό δαχτυλίδι τοῦ ἄλλου, μέσα εἰς τάς κεντρικάς λεωφόρους καί ὑπό μεσουρανοῦντα ἥλιον. Ἀμέσως κατόπιν θά ἀρχίσωμεν νά λεηλατῶμεν μαγαζιά, σπίτια, ἀποθήκας, Τράπεζας, ταμεῖα, καί νά σφαζώμεθα ἀναμεταξύ μας ὡς τραγόπουλα. Μπολσεβικισμός τέλειος δηλαδή. Ἰδού, κύριοι, ποῦ φερόμεθα, χωρίς νά τό ἐννοοῦμεν. Φερόμεθα ἀσφαλῶς πρός τόν Μπολσεβικισμόν. Ἡ ὁμαδική φρενοπάθεια, ποῦ μᾶς μαστίζει ὑπό τήν μορφήν τῆς καλούμενης αἰσχροκερδείας, δέν εἶνε παρά τό πρώτον καί ἠπιώτερον στάδιον. Ἐάν ἡ ἐπιδημία δέν κτυπηθῇ κατακέφαλα εἰς τήν ἀρχήν της, ἀργότερα δέν θά ὑπάρχουν ἀρκετοί ζουρλομανδύαι διά τήν σωτηρίαν μας. Καί τότε ἀλλοίμονον εἰς τόν πλουσιώτερον ἐξ ἡμῶν!

Ὁ ἀπαίσιος προφήτης ἐπλήρωσε τόν καφέν του τριάντα λεπτά, διότι ἀπό τό μεσημέρι εἶχεν ὑπερτιμηθῇ κατά μίαν πεντάραν, καί ἐμουρμούρισεν εἰς τό αὐτί τοῦ γκαρσονιοῦ:

– Σέ προειδοποιῶ, φίλε μου, ὅτι ἄυριον δέν θά τόν πληρώσω τριανταπέντε. Δέν θά πληρώσω ἀπολύτως τίποτε καί, ὡς ἐκ περισσοῦ, θά σᾶς σπάσω καί τό φλυτζάνι.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Απόψεις

Πραξικόπημα στήν Δικαιοσύνη Ὁ κ. Φλωρίδης ἀναστέλλει τό αὐτοδιοίκητο

Εφημερίς Εστία
Πολλά ἐρωτήματα, ἀλλά καί ἀναστάτωση στόν δικαστικό κόσμο ἔχει προκαλέσει τροπολογία τήν ὁποία κατέθεσε ὁ ὑπουργός Δικαιοσύνης κ. Γιῶργος Φλωρίδης, διά τῆς ὁποίας ἐμμέσως καταργεῖ τό αὐτοδιοίκητο τῶν δικαστηρίων καί τῶν εἰσαγγελιῶν.

Οἱ σκιώδεις ὑπουργοί Ἐξωτερικῶν καί ὁ γεωπολιτικός λαϊκισμός

Μανώλης Κοττάκης
Ἔπρεπε νά βομβαρδιστεῖ τό τάνκερ τοῦ κυρίου Ἀλαφούζου γιά νά δοῦμε γραμμένο καί ἀναμεταδιδόμενο ἀπό τούς διαύλους του ἕνα ἄρθρο πού λέει (καθυστερημένα, ἀλλά σωστά) ὅτι ἐνῷ ἐμεῖς στηρίξαμε τήν Οὐκρανία λόγῳ τῆς τουρκικῆς εἰσβολῆς στήν Κύπρο, ἐκείνη ἔχει δώσει ρεσιτάλ φιλοτουρκισμοῦ στό παρασκήνιο καί ἔφθασε στό σημεῖο νά ἀπαιτεῖ τά drones πού θά συμπαράγουμε νά μήν ἔχουν ποτέ στόχο τήν φίλη της τήν Τουρκία.

Ἐρώτησις Γ. Βλάχου στόν Πρωθυπουργό γιά τά «σπιτάκια ἀνακύκλωσης»

Εφημερίς Εστία
Εἶναι ἀπό τίς ἐλάχιστες φορές πού βουλευτής τῆς Νέας Δημοκρατίας ἀπευθύνει ἐρώτηση ἀπ’ εὐθείας πρός τόν Πρωθυπουργό γιά ζήτημα πού ἀφορᾶ στήν διαχείριση δημοσίων πόρων.

Μαίρη Λίντα. Ἡ πρώτη τῶν πρώτων

Δημήτρης Καπράνος
Μπορεῖ ὁ μέγας Μανώλης Χιώτης νά ἔγραφε ἐκεῖνα τά ἀπίθανα λαϊκά «μάμπο», «τσά-τσά», «ροῦμπες» καί «μερένχες», ἀλλά ἡ Λίντα ἦταν ἐκείνη πού ἔδωσε ζωή στό λαϊκό πάλκο, μέ τό μπρίο, τίς κινήσεις, τήν φωνή της καί ἐκεῖνο τό «φεγγαράτο», ὁλόλαμπρο πρόσωπο, πού ἀκτινοβολοῦσε καί σκόρπιζε κέφι καί ρυθμό…

Σάββατον, 23 Ἰουλίου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΧΑΒΙΑΡΙ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΕΣ!