ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑΙ ΕΝΟΣ ΑΠΟΡΟΥ

[…] Ὁ ἄπορος νέος, ὁ ὁποῖος, ὡς ἐκ περισσοῦ, ἦτο καί τελειόφοιτος τῆς Θεολογίας, εἶχε γνωστόν του ἕνα Γενικόν γραμματέα ὑπουργείου. Καί, ὅπως ἦτο ἑπόμενον, ὅταν ἡ δυστυχία τοῦ παραέσφιγξε τόν λαιμόν, κατέφυγεν εἰς αὐτόν.

– Καμμιά θέσι καί γιά μένα, κύριε Γενικέ. Νά φάω ψωμί…

– Εὐχαρίστως, παιδί μου, τοῦ εἶπεν ὁ Γενικός. Ὅπως ξέρεις ὅμως, στό δικό μου τό ὑπουργεῖον δέν ὑπάρχει θέσις κατάλληλη γιά σένα. Νά σοῦ δώσω ἕνα συστατικό στόν συνάδελφό μου τόν Γενικό ἑνός ἄλλου ὑπουργείου. Ἐκεῖ μπορεῖ νά σέ οἰκονομήσουν.

Ὁ ἄπορος νέος ὑπεκλίθη, ἀνεστέναξε στεναγμόν ἀνακουφίσεως, εὐχαρίστησε τόν προστάτην του, ἔλαβε τήν ἐπειγόντως γραφεῖσαν συστατικήν ἐπιστολήν καί ἐπῆρε, χωρίς χρονοτριβήν, τόν δρόμον τοῦ ἄλλου ὑπουργείου. […]

Μετά μακράν καί ἀγωνιώδη ἀναμονήν εἰς τούς ὑπουργικούς προθαλάμους, ὁ ἄπορος νέος εὑρέθη, ἐπί τέλους, πρό τοῦ ἄλλου Γενικοῦ καί ἐνεχείρισεν εὐλαβῶς τήν συστατικήν ἐπιστολήν.

– Καί σάν τί θέσι γυρεύεις; τόν ἐρώτησε, μέ κἄποιο αἰνιγματῶδες μειδίαμα, ὁ ἐδῶ Γενικός, ἀφοῦ διεξῆλθεν εὐθύμως τήν συναδελφικήν ἐπιστολήν.

– Νά μέ διορίσετε γυμναστήν στήν ἐπαρχία μου… ἐψέλλισεν ὁ ἄπορος νέος.

– Γυμναστήν;… Καί τί δουλειά ἔκανες ὥς τώρα, παιδί μου;

– Εἶμαι τελειόφοιτος τῆς Θεολογίας, κύριε Γενικέ. […]

– Γυμναστήν! ἐμουρμούρισε. Καλά, παιδί μου. Ἀλλά ἐσύ, ὡς θεολόγος, θά γνωρίζῃς καλλίτερά μου, ὅτι «οὐ δύναταί τις δυσί κυρίοις δουλεύειν, Χριστῷ καί Μαμωνᾷ». Πῶς ζητεῖς λοιπόν ἀπό θεολόγος νά γείνῃς γυμναστής;

Ὁ ἄπορος νέος δέν ἦτο παρεσκευασμένος νά ἀπαντήσῃ καταλλήλως εἰς τό δογματικόν ἐπιχείρημα. Ἀπεσύρθη ἑπομένως γιά νά ἐπανέλθῃ τήν ἑπομένην δριμύτερος. […]

– Ἀναφερόμενος κύριε Γενικέ εἰς τήν χθεσινήν σας ἀντίρρησιν, ἤρχισεν ἀγορεύων, σπεύδω νά σᾶς ἀναφέρω ὅτι εἰς τήν παροῦσαν περίπτωσιν δέν πρόκειται περί Χριστοῦ καί Μαμωνᾶ. Πρόκειται περί δύο ὁμοτίμων θεῶν. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος εἰς τήν πρός Κορινθίους ἐπιστολήν του…

– Τήν γνωρίζω, τήν γνωρίζω… τόν διέκοψε δυσφορῶν ὁ Γενικός.

– Τήν γνωρίζετε. Ἀλλά καί ὁ Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός…

– Τόν γνωρίζω, τόν γνωρίζω κι’ αὐτόν.

– Ἀφοῦ τά γνωρίζετε λοιπόν ὅλα, κύριε Γενικέ, γιατί δέν μέ διορίζετε;

Ὁ ταλαίπωρος Γενικός ἐκινδύνευε νά χάσῃ ὅλον του τό πρωί, μέ τό ἀπρόοπτον αὐτό πεσκέσι τοῦ συναδέλφου του. Ἔσκυψε λοιπόν καί ἔγραψεν ἐπειγόντως. Ὄχι ὅμως τόν διορισμόν! Ἔγραψεν ἐπιστολήν εἰς τόν συνάδελφόν του.

– Πάρε, παιδί μου, αὐτό τό γράμμα καί δός το στόν προστάτην σου. Ἐν τῷ μεταξύ μέ ἀφίνεις, σέ παρακαλῶ, γιατί ἔχω κι’ ἄλλη ἐργασία. Ὁ ἄπορος νέος ἐπῆρε, μέ νέας ἐλπίδας, τήν ἐπιστολήν καί «ἐσήκωσε τό βάρος». Ἰδιαιτέρα λεπτομέρεια: Ἡ ἐπιστολή ἦτο καί πάλιν σφραγισμένη. Διά νά μήν τά πολυλογῶ, ἡ ἐπιστολή τοῦ ἑνός Γενικοῦ ἔφθασεν ἐπειγόντως εἰς τά χέρια τοῦ ἄλλου Γενικοῦ καί προεκάλεσε νέαν ἀπάντησιν, τήν ὁποίαν ὁ ἄπορος νέος ἐπεφορτίσθη νά κομίσῃ καί πάλιν πρός τόν Πρῶτον Γενικόν. Ἀλλά τήν φοράν αὐτήν, ὁ ἄπορος νεός ὁ ὁποῖος ἐπί τρεῖς ἡμέρας μετεκόμιζε τήν μυστηριώδη αὐτήν σφραγισμένην ἀλληλογραφίαν, ἀπεφάσισε νά παραβιάσῃ τό ἐπιστολικόν ἀπόρρητον. Ἐσταμάτησε λοιπόν εἰς ἕνα πεζοδρόμιον, μεταξύ τῶν δύο ὑπουργείων, μεταξύ δηλαδή φθορᾶς καί ἀφθαρσίας, ἔλαβε τήν ὁριστικήν του ἀπόφασιν, ἐξεκόλλησεν ἐπιτηδείως τόν φάκελον καί ἀνέγνωσεν. Ἡ ἐπιστολή ἔγραφεν: «…Ναί μέν, ἀγαπητέ μου συνάδελφε, παραδέχομαι ὅτι ὁ προστατευόμενός μου εἶνε τελείως ἠλίθιος, ὅπως μοῦ γράφεις καί σύ. Ἀλλά, μέ ὅλην του τήν ἠλιθιότητα, ὁ δυστυχής εἶνε προστάτης οἰκογενείας καί ἔχει νά θρέψῃ μίαν τυφλήν μητέρα καί δύο ἀσθενεῖς ἀδελφάς. Σέ παρακαλῶ λοιπόν νά παραβλέψῃς τήν ἀναμφισβήτητον ἠλιθιότητά του καί νά τοῦ φανῆς χρήσιμος».

Τί φαντάζεσθε ὅτι ἀπέγινεν; Ὑποθέτετε, φυσικώτατα, ὅτι ὁ ἄπορος νέος, ἔξαλλος ἀπό θυμόν, ἐκομμάτιασε τήν ἐπιστολήν καί ἐσκόρπισε τά ράκη της εἰς τούς τέσσαρας ἀνέμους, περιφρονῶν καί θέσεις καί διορισμούς καί προστασίας. Καθόλου! Ἑξανακόλλησεν ἀπαθέστατα τόν φάκελον καί τόν ἔφερεν εἰς τόν πρός ὅν ὅρον μέ ὅλην τήν ἀπαιτουμένην σοβαρότητα. Καί ὁ διορισμός του ἔγεινεν. Ἀπέδειξε δηλαδή εἰς τούς κυρίους Γενικούς, ὅτι ὄχι μόνον δέν ἦτο ἠλίθιος, ἀλλά καί μεγαλοφυέστερος ἀπό τούς δύο.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Απόψεις

Οἱ βάσεις Πάφου καί Μαρί: Ἀνθρωπιστικές ὑποδομές ἤ νέα στρατηγικά προγεφυρώματα;

Εφημερίς Εστία
Η δημόσια συζήτηση γύρω ἀπό τίς ἐπενδύσεις στίς στρατιωτικές ἐγκαταστάσεις τῆς Πάφου καί τοῦ Μαρί κατά τήν διάρκεια τῆς προεκλογικῆς ἐκστρατείας ἔχει ἀναδείξει σημαντικές παρανοήσεις τόσο γιά τόν τρόπο λειτουργίας τοῦ εὐρωπαϊκοῦ μηχανισμοῦ SAFE ὅσο καί γιά τόν πραγματικό χαρακτῆρα τῶν προτεινόμενων ἔργων.

Στήν Ἱσπανία οἱ δικαστές φθάνουν μέχρι τό γραφεῖο τοῦ Πρωθυπουργοῦ

Εφημερίς Εστία
Καί πρώην Πρωθυπουργοί ζητοῦν ἐκλογές καθάρσεως – Ἀναπόφευκτες οἱ συγκρίσεις

Νιώθουν πιό βολικά στό παρελθόν παρά στό μέλλον

Μανώλης Κοττάκης
Ο τρόπος πού ἐξελίσσεται ἡ δημόσια ἀντιπαράθεση μεταξύ τῶν κομμάτων, παλαιῶν ἤ νέων, τίς τελευταῖες ἑβδομάδες στήν πατρίδα μας θέτει αὐτοδικαίως ἕνα εὔλογο ἐρώτημα: Πῶς θά πᾶμε στίς ἐκλογές; Θά τίς προσεγγίσουμε σάν μιά ἄσκηση παρελθόντος ἤ σάν μιά ἄσκηση μέλλοντος;

Φλωρίδης: Σκέψεις περί αὐξήσεως τῶν ἰσοβίων στά 30 ἔτη

Εφημερίς Εστία
Ανοικτό τό ἐνδεχόμενο νά αὐξηθοῦν σέ 30 ἀπό 25 τά ἔτη καθείρξεως κατόπιν καταδίκης σέ ἰσόβια ἄφησε ὁ ὑπουργός Δικαιοσύνης Γιῶργος Φλωρίδης, μέ ἀφορμή τήν ἀπόφαση ἀποφυλακίσεως τοῦ καταδικασμένου ὡς ἀρχηγοῦ τῆς «17 Νοέμβρη» Ἀλέξανδρου Γιωτόπουλου.

Ἡ μνήμη χρυσόψαρου καί ἡ κεκτημένη ταχύτης

Δημήτρης Καπράνος
Γιά κοίταξε, πού πέρασαν ἀπό τότε πενῆντα δυό χρόνια καί τό «στύλ» τοῦ Ἀνδρέα Παπανδρέου ἐξακολουθεῖ νά ἐμπνέει καί νά μαζεύει κόσμο στό Θησεῖο, μέ φόντο τόν Παρθενῶνα…