ΕΤΟΣ ΑΡΧΙΚΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ 1876
Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2020

Πάντα υπάρχουν και άλλες, απλές, λύσεις…

Έπεσε στα χέρια μου το «μανιφέστο» ενός νεαρού ληστή…

… τον οποίο συνέλαβαν οι αρχές λίγη ώρα μετά την αρπαγή των χρημάτων από το ΑΤΜ της «Εθνικής Τραπέζης» στις εγκαταστάσεις ενός εκ των Πανεπιστημίων.

Οφείλω να ομολογήσω ότι με «τράβηξε» ο τίτλος τον οποίο χρησιμοποίησε το έντυπο που δημοσίευσε το σχετικό ρεπορτάζ. «Πήγα να κλέψω γιατί αρνούμαι να εργάζομαι»…

Αρχικά με κατέλαβε ένα συναίσθημα θυμού: «Για σκέψου! Επειδή θέλει να κάααθεται ενώ οι άλλοι εργάζονται, αρπάζει τα χρήματα που καταθέτουν οι εργαζόμενοι και έτσι αποφεύγει την δοκιμασία της εργασίας» είπα στην συντροφιά της καφετέριας.

Με «κέντρισε», όμως το όλο θέμα (συνέβη παλαιότερα, δεν είναι καινούριο το ρεπορτάζ) και εν  συνεχεία, αποφάσισα να διαβάσω το κείμενο, για να το ακούσει η συντροφιά,  το «μανιφέστο του ληστή». Ήπια ένα ποτήρι νερό, έβηξα, είδα αν τηρούνται οι «αποστάσεις» μεταξύ μας και άρχισα να διαβάζω δυνατά. Ομολογώ, ότι «έπεσα επάνω» σε ένα καλώς δομημένο  αφήγημα: «Πάντα ήθελα να φεύγω. Να πετάει η ψυχή μου σαν τα πουλιά. Να νιώθω τη γλύκα μιας ατέλειωτης φυγής. Όχι να φεύγω γι’ άλλους τόπους. Από την ίδια τη ζωή μου να φεύγω. Να ρίχνω τα ”στοπ” στον δρόμο μου. Να γκρεμίζω τις πινακίδες που σηματοδοτούσαν διαδρομές. Να πατάω στις διαχωριστικές γραμμές. Ν’ αψηφώ τα όρια της ταχύτητας. Να φεύγω χωρίς προορισμό. Σα να με κυνηγούσε πάντα ο εαυτός μου. Και μόλις έβρισκα ένα ξέφωτο, να πάρω μια ανάσα, βρε αδερφέ, να στήσω μια σκηνή να ξαποστάσω, βαρούσε ο συναγερμός μέσα μου και με ξεκούφαινε. Φεύγοντας, άφησα πίσω μου πολλά σκουπίδια. Άφησα όμως, στη φούρια μου, και πράγματα πολύ σημαντικά. Κάτι κοσμήματα, ας πούμε, ακριβά, που κάποιοι μου είχαν χαρίσει για να στολίσω την ψυχή μου…»

Ακολούθως, ο νεαρός ληστής, αναφέρεται-με γλαφυρότητα-  στις συνθήκες της «απαλλοτρίωσης» των χρημάτων από το μηχάνημα αυτομάτου αναλήψεως, την περιπέτειά του στα κρατητήρια της Γενικής Ασφαλείας και την εν συνεχεία μεταγωγή του στις Φυλακές Κορυδαλλού. Και πιο κάτω, έρχεται το «ψητό» του μανιφέστου.

«Ο σύγχρονος τρόπος διαβίωσης στις καπιταλιστικές μεγαλουπόλεις, τρέχει με ρυθμούς φρενήρεις και απαιτεί ανθρώπους έτοιμους να ακολουθήσουν τα κονσερβοποιημένα πρότυπα που πλασάρει. Ο χρόνος τεμαχίζεται και επιβάλλεται. Η κοινωνική ανέλιξη, το υπέρτατο καπιταλιστικό όνειρο, δημιουργεί τους είλωτες της εποχής μας… Τα χρήματα της ληστείας λοιπόν προορίζονταν για να καλύψουν τις ανάγκες της καθημερινής μου διαβίωσης. Ηταν μια συνειδητή επιλογή να αρνηθώ τη σύγχρονη μορφή εργασίας που θέλει τον άνθρωπο ως πειραματόζωο στα χέρια του εκάστοτε εργοδότη, να αρνηθώ την τυραννία του ξυπνητηριού, το επικριτικό βλέμμα του αφεντικού, τις καθημερινές προσβολές, τις “φιλικές παραινέσεις” για μεγαλύτερη παραγωγικότητα και γενικότερα τη ρομποτοποιημένη καθημερινότητα του εργαζόμενου στα πλαίσια της καπιταλιστικής βαρβαρότητας»…

Κι εκεί, πετάγεται ο Μήτσος, παλαιός αριστερός, αλλά και εραστής της απολύτου της λογικής: «Βρε παιδί μου, με τόσο όμορφο λόγο, γιατί δεν γινόσουν συνδικαλιστής; Και  δεν θα δούλευες και δεν θα έμπλεκες σε παρανομίες». Η φωνή της αλήθειας!

Απόψεις

Θά ἀφήσουμε τήν Κύπρο μόνη;

Εφημερίς Εστία
Ἡ ἀξία τῆς συμπαγοῦς στάσεως καί τοῦ διπλοῦ βέτο

Ὁ καλύτερος σύμμαχος

Μανώλης Κοττάκης
ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ θερινή, κατά τήν διάρκεια τῶν μακρόσυρτων διακοπῶν τοῦ Ἀλέξη Τσίπρα σέ κάποιο νησί τοῦ Αἰγαίου

Ἅλμα 12 μονάδων στήν ψηφιακή διακυβέρνηση

Εφημερίς Εστία
ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ θετική εἶναι ἡ πορεία τῆς Ἑλλάδος ἀναφορικῶς πρός τήν ἠλεκτρονική διακυβέρνηση…

Τά σινεμά εἶναι πολιτισμός, ὄχι βάρος

Δημήτρης Καπράνος
Λατρεύω τό σινεμά

Σάββατον, 24 Σεπτεμβρίου 1960

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ