ΕΤΟΣ ΑΡΧΙΚΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ 1876
Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

ΟΙ ΝΕΟΙ ΛΩΠΟΔΥΤΑΙ

Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 28 Μαΐου 1923

Οἱ λωποδύται τοῦ καλοῦ παλαιοῦ καιροῦ δέν ἀγαποῦσαν συνήθως τά αἵματα. Ἦσαν τόσον καλά παιδιά! Καί σχεδόν ντροπαλά. Ἔμπαιναν μέ τήν μεγαλειτέραν διάκρισιν εἰς τά σπίτια μας, λαμβάνοντες ὅλας τάς εὐγενεῖς φροντίδας νά μή μᾶς ταράξουν τόν ὕπνόν μας, ἔπαιρναν ὅ,τι εἶχαν νά πάρουν καί κατόπιν ἔφευγαν μέ τόν ἴδιον διακριτικόν τρόπον. Καί ἄν ἐτύχαινε νά τούς ἀντιληφθῶμεν καί νά τούς προσέξωμεν, μόνον ποῦ δέν μᾶς ἐζητοῦσαν συγγνώμη διά τήν ἐνόχλησιν. Τό ἔκοβαν λάσπη, σάν παιδάκια, ποῦ τά ἔπιασε κανείς νά κάνουν μίαν ἀταξίαν. Δι’ αὐτό ἀκριβῶς κ’ ἐγώ, ποῦ δέν συνηθίζω νά διατηρῶ ὁπλοστάσιον εἰς τό σπίτι μου, ποτέ δέν ἐδίστασα, εἰς ἕνα αἰφνίδιον νυκτερινόν θόρυβον, νά προβάλω εἰς τό παράθυρον ἤ καί ν’ ἀνοίξω τήν θύραν ἐντελῶς ἄοπλος, μέ τήν ἀπόλυτον βεβαιότητα, ὅτι μόνον ἡ παρουσία μου ἦτο ἀρκετή νά τρέψῃ εἰς ἐπαίσχυντον φυγήν τά ἀθῶα ἄτακτα παιδιά.

Θυμοῦμαι σχετικῶς, ὅτι κάποτε, ἀφυπνισθείς ἀπό ὑπόπτους κρότους, προερχομένους ἀπό τό κοτέτσι μου, ἄνοιξα τήν θύραν καί κατέβηκα εἰς τήν αὐλήν μέ τῇς πυζάμες μου, χωρίς νά φροντίσω νά πάρω οὔτε τό μπαστοῦνι μου μαζῆ μου. Τόσον ζωηρόν ἦτο μέσα μου τό αἴσθημα τῆς ἀσφαλείας. Ὅταν ἔφθασα κοντά εἰς τό κοτέτσι, εἶδα τά καλά παιδιά νά πετοῦν κάτω ἕνα σακκοῦλι καί νά ἐξαφανίζωνται εἰς τήν σκιάν τῶν δένδρων. Τό σακκοῦλι ἐκινεῖτο ἐπάνω εἰς τό χῶμα, ὡς νά ἦτο ζωντανόν πρᾶγμα. Καί, ὁμολογῶ, ὅτι τό διαβολικόν αὐτό φαινόμενον μέ εἶχε τρομάξει περισσότερον ἀπό ἀγνώστους νυκτερινούς ἐπισκέπτας. Τόσον, ὥστε, ἄν ἐκρατοῦσα πιστόλι ἐπάνω μου, θά ἐπυροβολοῦσα μᾶλλον τό σακκοῦλι καί τόν Διάβολον, ποῦ προφανῶς ἐκρύπτετο μέσα του, παρά τούς ἀγνώστους. Ὁ Θεός μ’ ἐφώτισε καί δέν τό ἔκαμα.

-Βρέ παιδιά! ἐφώναξα πρός τάς ἐξαφανιζομένας σκιάς. Ἀφῆστέ μου τῇς κόττες καί πηγαίνετε ἥσυχα στή δουλειά σας. Μή φοβᾶστε τίποτε!

Τά παιδιά ἐπῆραν θάρρος. Ἕνας ἀπ’ αὐτούς ἐσταμάτησε καί μοῦ ἐφώναξε:

-Μέσα στό σακκοῦλι εἶνε, ἀφεντικό, ὅλες. Δέν πήραμε καμμία μαζῆ μας. Καληνύχτα!

-Καληνύκτα σας, παιδιά μου.

Καί ἐγύρισα ἡσυχώτατος νά ἐλευθερώσω τῇς κόττες μου, ἀπό τό τσουβάλι, ἐπί τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νά πυροβολήσω, ἄν, ὅπως εἶπα, εἶχα τήν κακήν συνήθειαν νά κρατῶ πιστόλι ἐπάνω μου.

Τώρα ὅμως βλέπω μέ λύπην μου, ὅτι τά πράγματα ἄλλαξαν. Τρεῖς λωποδύται εἰς τό Παλαιόν Φάληρον, φωραθέντες ἀπό τόν κύριον τοῦ σπιτιοῦ, τό ὁποῖον ἐπῆγαν νά κλέψουν, ἐπυροβόλησαν ἐναντίον του μέ κυνηγετικόν ὅπλον καί τόν εὑρῆκαν τόν δυστυχῆ εἰς τήν κοιλίαν. Ὅπου ἀποδεικνύεται, δηλαδή, ὅτι ὁ κόσμος ἐχάλασεν ὁριστικῶς αὐτήν τήν φοράν. Ἐκεῖνο, ὅμως, ποῦ μοῦ σκοτίζει πάλιν τό κεφάλι, εἶνε τό ἑξῆς: Κυνηγετικόν ὅπλον! Ἀλλά γιά τσίχλες καί σιταρῆθρες εἶχαν βγῇ, λοιπόν, οἱ περίεργοι αὐτοί ἄνθρωποι, ἤ ἐπήγαιναν νά κλέψουν; Τί τό ἤθελαν τό ἐμπροσθογεμές δίκανον μαζῆ των; Γιά μπελᾶ; Ἐπί τέλους, ἕνας λωποδύτης φροντίζει νά εἶνε ὅσον τό δυνατόν ἐλαφρότερος εἰς τήν ἐξάσκησιν τοῦ ἔργου του. Ἔχει νά σκαρφαλώσῃ μανδοτοίχους, νά πηδήσῃ παράθυρα, νά τρυπώσῃ κάπου ἐν ἀνάγκῃ. Καί ἕνα κυνηγετικόν ὅπλον δέν εἶνε πρᾶγμα, ποῦ τό βάζει κανείς στήν τσέπη του. Εἶνε ὁλόκληρον ἔπιπλον καί μέγα ἐμπόδιον, ἐφ’ ὅσον οὔτε τῇς κόττες, οὔτε τούς πετεινούς τούς κτυπᾷ κανείς στόν ἀέρα.

Τί τό ἤθελαν, λοιπόν μαζῆ των; Ὄχι βέβαια, φαντάζομαι, διά τήν ἄμυνάν των, ἐφ’ ὅσον οὔτε οἱ κύριοι τῶν σπιτιῶν, οὔτε οἱ χωροφύλακες εἶνε μπεκάτσες. Καί ἕνας λωποδύτης δέν φερμάρει, ἐπί τέλους, τόν ἄνθρωπον, ποῦ πηγαίνει νά τόν κλέψῃ, διότι, ἄν ἦτο ἔτσι, θά ἔπρεπε νά πάρῃ μαζῆ του καί μερικά λαγωνικά. Πῶς τώρα ὁ δυστυχής Φαληριώτης ἔπαιξε, χωρίς νά τό φαντάζεται, τόν ρόλον τῆς μπεκάτσας κ’ ἐδέχθη ὅλα τά σκάγια τῶν ἀνεξηγήτων νυκτοκυνηγῶν εἰς τό ὑπογάστριον, εἶνε μυστήριον.

Ὁπωσδήποτε πρέπει ν’ ἀρχίσωμεν νά λαμβάνωμεν τά μέτρα μας. Οἱ νέοι λωποδύται δέν εἶνε τά καλά παιδιά τοῦ παλαιοῦ καιροῦ. Καί, προκειμένου νά δεχθῇ κανείς μερικά σκάγια εἰς ἀνεπιθύμητον μέρος τοῦ σώματός του, φρόνιμον εἶνε νά ὁπλισθῇ καί αὐτός μέ ἕνα δίκανον, τοὐλάχιστον, διά κάθε ἐνδεχόμενον. Διότι θά ἦτο πολύ ἄδικον νά κτυπήσῃ μέ σφαίρας ἕναν ἄνθρωπον, ποῦ τόν κτυπᾷ μέ σκάγια. Καί ὅποιος δεχθῇ τά περισσότερα εἰς τά ψαχνά! Τό παιγνίδι θά εἶνε σχετικῶς ἀκίνδυνον καί ἀρκετά διασκεδαστικόν, εἰς τήν ἀνίαν τῶν καλοκαιρινῶν νυκτῶν.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Απόψεις

Λένα Νίτσου-Ψαθά: «Οι κωμωδίες του Δημήτρη Ψαθά έχουν κερδίσει τη μάχη με τον χρόνο»

Εφημερίς Εστία
Η Λένα Νίτσου-Ψαθά ανοίγει το πολύτιμο οικογενειακό αρχείο, θυμάται τον παππού της και αποκαλύπτει τα επόμενα θεατρικά και εκδοτικά της σχέδια.

Στήν Δυτική Ἀφρική οἱ «σπόροι» μιᾶς νέας 11ης Σεπτεμβρίου

Εφημερίς Εστία
Ἡ ἐπιρροή τοῦ Ἰσλαμικοῦ Κράτους καί τῆς Ἀλ Κάιντα συνεχίζει νά ὑφίσταται ἀλλά καί ἐνισχύεται μέ χρήση ὅλων τῶν νέων τεχνολογιῶν

Ἀκρωτήριο Κανάβεραλ γίνεται τό… Π. Φάληρο, μέ ἀστροναῦτες, ἀστροπαρατηρητές καί καλλιτέχνες!

Εφημερίς Εστία
Πρόγραμμα διαστημικῆς προσομοιώσεως καί ἔργα γνωστῶν ὀνομάτων τῆς ζωγραφικῆς καί τῆς ποιήσεως συνδυάζονται, σέ ἕνα «φαντασιακό» ταξίδι στό Διάστημα, ὅπου οἱ συμμετέχοντες θά δύνανται νά ἀνακαλύψουν ἀκόμη καί δικούς τους... ἀστερισμούς

Παίγνια καί ὀφθαλμαπάτες

Εφημερίς Εστία
Στήν θεωρία παιγνίων «ὀρθολογικός» δέν σημαίνει ἐγκρατής, δίκαιος ἤ σώφρων

«Δέν ἔπρεπε νά ἐκλεγεῖ ἡ Ἑλλάς μέλος τοῦ Συμβουλίου Ἀσφαλείας»

Εφημερίς Εστία
Πρωτοφανής γκάφα τοῦ Γιώργου Γεραπετρίτη στό Πανεπιστήμιο τοῦ Τορόντο: «Ἄν γνώριζα ὅτι θά βρισκόμασταν σέ μία τόσο ταραχώδη περίοδο, προφανῶς δέν θά εἴχαμε θέσει ὑποψηφιότητα»