ΟΙ ΝΕΟΙ ΛΩΠΟΔΥΤΑΙ

Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 28 Μαΐου 1923

Οἱ λωποδύται τοῦ καλοῦ παλαιοῦ καιροῦ δέν ἀγαποῦσαν συνήθως τά αἵματα. Ἦσαν τόσον καλά παιδιά! Καί σχεδόν ντροπαλά. Ἔμπαιναν μέ τήν μεγαλειτέραν διάκρισιν εἰς τά σπίτια μας, λαμβάνοντες ὅλας τάς εὐγενεῖς φροντίδας νά μή μᾶς ταράξουν τόν ὕπνόν μας, ἔπαιρναν ὅ,τι εἶχαν νά πάρουν καί κατόπιν ἔφευγαν μέ τόν ἴδιον διακριτικόν τρόπον. Καί ἄν ἐτύχαινε νά τούς ἀντιληφθῶμεν καί νά τούς προσέξωμεν, μόνον ποῦ δέν μᾶς ἐζητοῦσαν συγγνώμη διά τήν ἐνόχλησιν. Τό ἔκοβαν λάσπη, σάν παιδάκια, ποῦ τά ἔπιασε κανείς νά κάνουν μίαν ἀταξίαν. Δι’ αὐτό ἀκριβῶς κ’ ἐγώ, ποῦ δέν συνηθίζω νά διατηρῶ ὁπλοστάσιον εἰς τό σπίτι μου, ποτέ δέν ἐδίστασα, εἰς ἕνα αἰφνίδιον νυκτερινόν θόρυβον, νά προβάλω εἰς τό παράθυρον ἤ καί ν’ ἀνοίξω τήν θύραν ἐντελῶς ἄοπλος, μέ τήν ἀπόλυτον βεβαιότητα, ὅτι μόνον ἡ παρουσία μου ἦτο ἀρκετή νά τρέψῃ εἰς ἐπαίσχυντον φυγήν τά ἀθῶα ἄτακτα παιδιά.

Θυμοῦμαι σχετικῶς, ὅτι κάποτε, ἀφυπνισθείς ἀπό ὑπόπτους κρότους, προερχομένους ἀπό τό κοτέτσι μου, ἄνοιξα τήν θύραν καί κατέβηκα εἰς τήν αὐλήν μέ τῇς πυζάμες μου, χωρίς νά φροντίσω νά πάρω οὔτε τό μπαστοῦνι μου μαζῆ μου. Τόσον ζωηρόν ἦτο μέσα μου τό αἴσθημα τῆς ἀσφαλείας. Ὅταν ἔφθασα κοντά εἰς τό κοτέτσι, εἶδα τά καλά παιδιά νά πετοῦν κάτω ἕνα σακκοῦλι καί νά ἐξαφανίζωνται εἰς τήν σκιάν τῶν δένδρων. Τό σακκοῦλι ἐκινεῖτο ἐπάνω εἰς τό χῶμα, ὡς νά ἦτο ζωντανόν πρᾶγμα. Καί, ὁμολογῶ, ὅτι τό διαβολικόν αὐτό φαινόμενον μέ εἶχε τρομάξει περισσότερον ἀπό ἀγνώστους νυκτερινούς ἐπισκέπτας. Τόσον, ὥστε, ἄν ἐκρατοῦσα πιστόλι ἐπάνω μου, θά ἐπυροβολοῦσα μᾶλλον τό σακκοῦλι καί τόν Διάβολον, ποῦ προφανῶς ἐκρύπτετο μέσα του, παρά τούς ἀγνώστους. Ὁ Θεός μ’ ἐφώτισε καί δέν τό ἔκαμα.

-Βρέ παιδιά! ἐφώναξα πρός τάς ἐξαφανιζομένας σκιάς. Ἀφῆστέ μου τῇς κόττες καί πηγαίνετε ἥσυχα στή δουλειά σας. Μή φοβᾶστε τίποτε!

Τά παιδιά ἐπῆραν θάρρος. Ἕνας ἀπ’ αὐτούς ἐσταμάτησε καί μοῦ ἐφώναξε:

-Μέσα στό σακκοῦλι εἶνε, ἀφεντικό, ὅλες. Δέν πήραμε καμμία μαζῆ μας. Καληνύχτα!

-Καληνύκτα σας, παιδιά μου.

Καί ἐγύρισα ἡσυχώτατος νά ἐλευθερώσω τῇς κόττες μου, ἀπό τό τσουβάλι, ἐπί τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νά πυροβολήσω, ἄν, ὅπως εἶπα, εἶχα τήν κακήν συνήθειαν νά κρατῶ πιστόλι ἐπάνω μου.

Τώρα ὅμως βλέπω μέ λύπην μου, ὅτι τά πράγματα ἄλλαξαν. Τρεῖς λωποδύται εἰς τό Παλαιόν Φάληρον, φωραθέντες ἀπό τόν κύριον τοῦ σπιτιοῦ, τό ὁποῖον ἐπῆγαν νά κλέψουν, ἐπυροβόλησαν ἐναντίον του μέ κυνηγετικόν ὅπλον καί τόν εὑρῆκαν τόν δυστυχῆ εἰς τήν κοιλίαν. Ὅπου ἀποδεικνύεται, δηλαδή, ὅτι ὁ κόσμος ἐχάλασεν ὁριστικῶς αὐτήν τήν φοράν. Ἐκεῖνο, ὅμως, ποῦ μοῦ σκοτίζει πάλιν τό κεφάλι, εἶνε τό ἑξῆς: Κυνηγετικόν ὅπλον! Ἀλλά γιά τσίχλες καί σιταρῆθρες εἶχαν βγῇ, λοιπόν, οἱ περίεργοι αὐτοί ἄνθρωποι, ἤ ἐπήγαιναν νά κλέψουν; Τί τό ἤθελαν τό ἐμπροσθογεμές δίκανον μαζῆ των; Γιά μπελᾶ; Ἐπί τέλους, ἕνας λωποδύτης φροντίζει νά εἶνε ὅσον τό δυνατόν ἐλαφρότερος εἰς τήν ἐξάσκησιν τοῦ ἔργου του. Ἔχει νά σκαρφαλώσῃ μανδοτοίχους, νά πηδήσῃ παράθυρα, νά τρυπώσῃ κάπου ἐν ἀνάγκῃ. Καί ἕνα κυνηγετικόν ὅπλον δέν εἶνε πρᾶγμα, ποῦ τό βάζει κανείς στήν τσέπη του. Εἶνε ὁλόκληρον ἔπιπλον καί μέγα ἐμπόδιον, ἐφ’ ὅσον οὔτε τῇς κόττες, οὔτε τούς πετεινούς τούς κτυπᾷ κανείς στόν ἀέρα.

Τί τό ἤθελαν, λοιπόν μαζῆ των; Ὄχι βέβαια, φαντάζομαι, διά τήν ἄμυνάν των, ἐφ’ ὅσον οὔτε οἱ κύριοι τῶν σπιτιῶν, οὔτε οἱ χωροφύλακες εἶνε μπεκάτσες. Καί ἕνας λωποδύτης δέν φερμάρει, ἐπί τέλους, τόν ἄνθρωπον, ποῦ πηγαίνει νά τόν κλέψῃ, διότι, ἄν ἦτο ἔτσι, θά ἔπρεπε νά πάρῃ μαζῆ του καί μερικά λαγωνικά. Πῶς τώρα ὁ δυστυχής Φαληριώτης ἔπαιξε, χωρίς νά τό φαντάζεται, τόν ρόλον τῆς μπεκάτσας κ’ ἐδέχθη ὅλα τά σκάγια τῶν ἀνεξηγήτων νυκτοκυνηγῶν εἰς τό ὑπογάστριον, εἶνε μυστήριον.

Ὁπωσδήποτε πρέπει ν’ ἀρχίσωμεν νά λαμβάνωμεν τά μέτρα μας. Οἱ νέοι λωποδύται δέν εἶνε τά καλά παιδιά τοῦ παλαιοῦ καιροῦ. Καί, προκειμένου νά δεχθῇ κανείς μερικά σκάγια εἰς ἀνεπιθύμητον μέρος τοῦ σώματός του, φρόνιμον εἶνε νά ὁπλισθῇ καί αὐτός μέ ἕνα δίκανον, τοὐλάχιστον, διά κάθε ἐνδεχόμενον. Διότι θά ἦτο πολύ ἄδικον νά κτυπήσῃ μέ σφαίρας ἕναν ἄνθρωπον, ποῦ τόν κτυπᾷ μέ σκάγια. Καί ὅποιος δεχθῇ τά περισσότερα εἰς τά ψαχνά! Τό παιγνίδι θά εἶνε σχετικῶς ἀκίνδυνον καί ἀρκετά διασκεδαστικόν, εἰς τήν ἀνίαν τῶν καλοκαιρινῶν νυκτῶν.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Απόψεις

Ένα ταξίδι στον θρύλο του «Τιτανικού»

Εφημερίς Εστία
Ένα εισιτήριο για το διασημότερο υπερωκεάνιο της Ιστορίας, μια περιήγηση στις αίθουσες και τις καμπίνες του και, στο τέλος, μια εικονική κατάδυση στο ναυάγιο που βρίσκεται στον βυθό του Ατλαντικού

Ἡ ἐξουσία ἀγνοεῖ τήν λαϊκή ὀργή κατά τῶν ἐλίτ σέ Παρίσι – Λονδῖνο

Εφημερίς Εστία
Ἀπό τίς μαθητικές καταλήψεις στήν Γαλλία μέχρι τήν γενικευμένη ἀμφισβήτηση στήν Βρεταννία, οἱ ἡγεσίες ἐπιστρατεύουν τήν καταστολή καί τήν δυσφήμιση ἀπέναντι σέ μιά κοινωνία πού βουλιάζει

Οἱ σχέσεις ὀργῆς Μαξίμου – Γκίλφοϋλ

Μανώλης Κοττάκης
Πῶς ἡ Ἑλλάς «ἀναμειγνύεται», ἐκ τῶν πραγμάτων, στίς ἐνδιάμεσες ἐκλογές τῶν ΗΠΑ καί ποιά ἡ ἀντίδραση τοῦ Προέδρου Τράμπ – Γιατί ὁ Ρούμπιο ἐξαφάνισε ἀπό τό βίντεό του στό “X” τό πρόσωπο τοῦ Κυριάκου Μητσοτάκη

Ἡ Εὐρώπη μπροστά στόν κίνδυνο μιᾶς εὐρύτερης κρίσης;

Εφημερίς Εστία
Η Εὐρώπη εἰσέρχεται σέ μιά περίοδο κατά τήν ὁποία ἡ οἰκονομική ἀδυναμία, ἡ πολιτική ἀστάθεια, ἡ κοινωνική δυσαρέσκεια καί ἡ στρατιωτική ἀνασφάλεια συγκλίνουν.

Ἡ βλάχικη κληρονομιά καί ὁ κίνδυνος ἑνός μειονοτικοῦ ζητήματος

Εφημερίς Εστία
H πρόσφατη ἀναφορά στή βλάχικη πολιτιστική κληρονομιά τῆς Ἑλλάδας στό Ψήφισμα 2674/2026 (29.09.2026) τῆς Κοινοβουλευτικῆς Συνέλευσης τοῦ Συμβουλίου τῆς Εὐρώπης καί ἡ ἔντονη ἀντίδραση τῆς Πανελλήνιας Ὁμοσπονδίας Πολιτιστικῶν Συλλόγων Βλάχων ἀναδεικνύουν ἕνα ζήτημα πού ὑπερβαίνει τήν προστασία τῆς παράδοσης