Οἱ αὐγουστιάτικες νεροποντές τῆς νιότης…

Μικρά παιδιά, στίς ἀρχές ἕως τά μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ ’60…

… δέν γνωρίζαμε τήν πολυτέλεια τῶν διακοπῶν. Τά πολυτελῆ ἤ δεύτερα ξενοδοχεῖα δέν τά εἴχαμε συναντήσει καί ἄν πηγαίναμε κάπου γιά ὀλιγοήμερες διακοπές, θά ἦταν σέ σπίτια συγγενῶν, στόν τόπο καταγωγῆς τῶν γονέων, σέ σπίτι κάποιου θείου ἤ κουμπάρου.

Ἀπό τούς τρεῖς, γεμάτους, μῆνες διακοπῶν, τούς δυόμισι καί περισσότερο, τούς περνούσαμε στό σπίτι. Ἄντε κανένα μπάνιο μέ λεωφορεῖο στοῦ Σκαραμαγκᾶ, στήν Λούτσα ἤ στήν Ραφήνα, ὅπου μιά θεία μας εἶχε ἕνα δωμάτιο καί κουζίνα. Κι ἄς ἤμασταν μιά σχεδόν μεγαλοαστική οἰκογένεια. Οἱ γονεῖς μας εἶχαν πέντε παιδιά!

Ὅταν, λοιπόν, περνοῦσε ὁ Δεκαπενταύγουστος, περιμέναμε, οἱ πιτσιρικᾶδες, πώς καί πώς τίς αὐγουστιάτικες βροχές! Πάντα, περί τά τέλη τοῦ Αὐγούστου εἴχαμε κάποιες νεροποντές, ἐνίοτε καί μικροχαλαζοπτώσεις. Πλημμύριζαν οἱ διάφορες σοῦδες (παραπόταμοι τοῦ Κηφισοῦ καί τοῦ Ἰλισοῦ, οἱ ὁποῖοι διέσχιζαν καί πλημμύριζαν γειτονιές τῶν περιχώρων Ἀθηνῶν καί Πειραιῶς), κι ἐμεῖς, πού περιμέναμε τήν βροχή στό σπίτι, φορῶντας τά μπανιερά μας (μπανιερό ἀποκαλούσαμε τό μαγιώ) ὁρμούσαμε μέ κραυγές στόν δρόμο!Ἦταν ἀπίστευτη ἡ χαρά μας, νά τρέχουμε στόν χωματόδρομο φορῶντας μόνο τό μαγιώ καί νά γινόμαστε μούσκεμα ἀπό τήν καταρρακτώδη βροχή! Θυμᾶμαι ἀκόμη τό πῶς στεκόμασταν ἀκίνητοι, στό πεζοδρόμιο, γιά «νά μᾶς βρίσκει καλά» ἡ βροχή καί γιά «νά τό ’φχαριστηθοῦμε»! Ἀλλά τότε δέν ὑπῆρχαν Δελτία καιροῦ, δέν ἔβγαιναν διάφορες κυρίες ἤ κύριοι στή τηλεόραση (πού δέν ὑπῆρχε ἀκόμη στήνἙλλάδα) γιά νά μᾶς τρομοκρατοῦν μέ ἔντονα καιρικά φαινόμενα καί “καταιγίδες ἐντός τῆς Ἀττικῆς! Γιά ἐμᾶς, τά παιδιά τῆς πόλεως, οἱ καταιγίδες ἦταν …χαρά Θεοῦ. Κι ὅταν ἄρχιζαν τά μπουμπουνητά, τρέχαμε ὅλοι κάτω ἀπό τό ὑπόστεγο τῆς αὐλῆς τοῦ σχολείου καί χαζεύαμε τήν πανύψηλη κολώνα τῆς ΔΕΗ στήν γωνία, πού εἶχε στήν κορυφή της ἀλεξικέραυνο καί καμμιά φορά μάζευε κεραυνούς!

Καί, καθώς ἔπεφτε ἡ βροχή στό ξερό καί διψασμένο χῶμα, ἄρχιζε νά ἀναδύεται ἐκείνη ἡ θεία εὐωδιά τῆς βρεγμένης γῆς, ἡ ὁποία γινόταν «ἕνα» μέ τό ἄρωμα πού ἀνέδιδαν τά πολλά καί διαφορετικά ἄνθη, πού μεγάλωναν στούς κήπους. Γιασεμιά, ἁγιόκλημα, σκυλάκια, ρολογάκια, πανσέδες, τριανταφυλλιές, γαρύφαλα. Κι ὅσοι εἶχαν μεγαλύτερο κῆπο (συνήθως περιφράσσοντας κάποια μέτρα δημοσίας γῆς, τά ὁποῖα ἀργότερα νομιμοποιοῦσαν), ἀπολάμβαναν καί τά ζαρζαβατικά τοῦ κήπου τους! Καί ὅλα αὐτά, μέσα στίς πόλεις, πού δέν εἶχαν ἀκόμη παραδοθεῖ ὁλοσχερῶς στήν ἀντιπαροχή καί ἡ ἄσφαλτος δέν εἶχε καλύψει τούς μικρούς παραποτάμους, οἱ ὁποῖοι -γιά νά λέμε ὅλη τήν ἀλήθεια- ἀποτελοῦσαν καί ἑστίες μολύνσεων ἤ καί κίνδυνο γιά τήν ζωή τῶν περιοίκων, ὅταν πλημμύριζαν! Μέ τό πού ἀκούγαμε, λοιπόν, τίς πρῶτες σταγόνες τῆς βροχῆς στόν τσίγκο τῆς ὀροφῆς τοῦ ὑποστέγου, ὅπου μαζευόμασταν καμμιά δεκαριά ἀγόρια τῆς γειτονιᾶς, ξεχυνόμασαν στόν δρόμο! Καί μόλις ἄρχιζε ἡ νεροποντή, χορεύαμε, σάν σέ σκηνή ἀπό ταινία τοῦ ἰταλικοῦ νεορεαλισμοῦ! «Καλά, παπποῦ, δέν φοβόσασταν τούς κεραυνούς;» μέ ρωτᾶ ἡ Σταματίνα. «Δέν εἴχαμε τηλεόραση!» τῆς ἀπαντῶ, καί πέφτουμε στήν θάλασσα!

Απόψεις

Παρεφρόνησε ὁ κ. Ἐρντογάν: Νομοθετεῖ σέ ξένη ἐπικράτεια

Εφημερίς Εστία
«Γκρίζες ζῶνες» τά ἑλληνικά νησιά μέ ἀπόφαση τῆς τουρκικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως – Ἔμπρακτη ἀμφισβήτησις τῆς κυριαρχίας τους μέ ἀποστολή τουρκικοῦ πλοίου στήν καρδιά τῶν Δωδεκανήσων – Ὅ,τι χάνει ἀνατολικῶς, θέλει νά τό κερδίσει δυτικῶς

Ὁ κρότος τῆς ἥττας

Μανώλης Κοττάκης
«Χάντρα» στό κομπολόι τῶν Οὐκρανῶν ἡ Ἑλλάς – Λογαριασμός καί ἀπό τό Κίεβο καί ἀπό τήν Μόσχα

7% προηγεῖται τό AfD μετά τήν ἐπίθεση στόν Τράμπ

Εφημερίς Εστία
Βερολῖνο.- Ἀδιαφιλονίκητο φαβορί γιά τήν πρώτη θέση στίς γερμανικές ἐκλογές εἶναι τό κόμμα Ἐναλλακτική γιά τήν Γερμανία, μετά τήν τελευταία ἐπίθεσή του κατά τῶν πολιτικῶν τοῦ Ἀμερικανοῦ Προέδρου Ντόναλντ Τράμπ.

Τελικά, μοιάσαμε στό τέρας πού δημιουργήσαμε

Δημήτρης Καπράνος
«Μαμά καί μπαμπά, τρία χρόνια τώρα εἶμαι σέ μιά κατάσταση κατάθλιψης. Καί μπορεῖ αὐτός ὁ κόσμος νά ἔχει τά ὡραῖα του, ἀλλά ἴσως ἕνας ἄλλος κόσμος νά εἶναι καλύτερος. Φέτος εἶναι ἡ χρονιά πού θά δώσω Πανελλήνιες ἐξετάσεις, ἀλλά φοβᾶμαι ὅτι δέν θά πάω καλά. Τό ξέρω ὅτι δέν θά πάω καλά καί ἔτσι θά καταλήξω μέ μιά δουλειά πού δέν θά μοῦ δίνει λεφτά. Πλέον δέν μέ εὐχαριστεῖ τίποτα ἀπό τή ζωή. Δέν μπορῶ νά δῶ τίποτα θετικό. Μαμά καί μπαμπά, δέν θέλω πιά νά ζῶ. Αὐτός ὁ κόσμος δέν εἶναι πιά γιά μένα»…

Σάββατον, 14 Μαΐου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟ ΕΡΥΘΡΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ