Ναπολέων Βοναπάρτης, Καλόμερος, ἀλλά λίγος…

Νά δηλώσω εὐθαρσῶς ὅτι εἶμαι θαυμαστής τοῦ Ρίντλεϋ Σκόττ. Τοῦ πολύ καλοῦ σκηνοθέτη, ὁ ὁποῖος ἔχει ὑπογράψει τεράστιες ἐπιτυχίες.

Μέ αὐτήν τήν διάθεση καί μέ τήν ἐκτίμηση πού τρέφω στήν ὑποκριτική ἱκανότητα τοῦ Γιοακίν Φοίνιξ, ἔσπευσα νά παρακολουθήσω τήν ταινία «Ναπολέων». Ὁπλισμένος μέ τίς ὅποιες γνώσεις μοῦ ἔχει δώσει ἡ μελέτη συγγραμμάτων γιά τόν σπουδαῖο στρατηλάτη καί αὐτοκράτορα, ἐντυπωσιασμένος καί ἀπό ὅσα ἔχω διαβάσει στά γραφτά τοῦ παπποῦ μου, Ἰωάννου Πατσουράκου, ὁ ὁποῖος ἰσχυρίσθηκε, ὅπως καί ἄλλοι Μανιᾶτες λόγιοι, ὅτι ὁ Ναπολέων ἦταν ἀπόγονος Μανιατῶν τῆς Κορσικῆς καί τό ἐπώνυμό του ἦταν «Καλόμερος», μεταφρασθέν σέ «Βοναπάρτης» στά ἰταλο-γαλλικά τοῦ νησιοῦ. Ὁ παπποῦς ἐπικαλέσθηκε τίς ὅποιες ἀναμνήσεις τῆς Δούκισσας Ντ’ Ἀμπραντές, ἡ ὁποία πρέπει νά ὑπῆρξε ἐρωμένη τοῦ Βοναπάρτη. Ὅσο καί νά ’ναι, ὁ παπποῦς μέ ἐπηρέασε, σχεδόν μοῦ ἑδραίωσε –τότε– τήν πεποίθηση, ὅτι ὁ μέγας Ναπολέων ὑπῆρξε καί μέγας Ἕλλην. Βεβαίως, ὁ μονίμως ἀστειευόμενος πατέρας μου ἔλεγε στήν μητέρα μου, θυγατέρα τοῦ λογίου Πατσουράκου, ὅτι ὁ πατέρας της «σιγά-σιγά θά μᾶς βγάλει Ἕλληνα καί τόν Μυνχάουζεν», ἀλλά δέν ἔμπαινα στήν μέση, πιστός στήν ἄποψη, ὅτι «στούς δύο τρίτος δέν χωρεῖ»…

Πῆγα, λοιπόν, στό σινεμά, ἐφοδιάσθηκα μέ τό κατάλληλο σακκουλάκι μέ ἀφρᾶτα στραγάλια καί σταφίδες (παλαιά συνήθεια, ἀπό τούς συνοικακούς κινηματογράφους μιᾶς ἄλλης ἐποχῆς) καί στρώθηκα στά ἀναπαυτικά καθίσματα γιά νά ἀπολαύσω τό μεγαλεῖο τοῦ αὐτοκράτορος. Ἄν ἐξαιρέσω τήν σκηνή κατά τήν ὁποία ὁ Φοίνιξ γίνεται, πράγματι, Ναπολέων, ὅταν… αὐτο-στέφεται αὐτοκράτωρ ἐπειδή «παρέλαβε μιά Γαλλία μέσα σέ ἕναν βοῦρκο», ἡ λοιπή ταινία μέ «ξενέρωσε», κατά τό κοινῶς λεγόμενον… Ὁποία ἀπογοήτευση! Ἀντί γιά τόν μεγάλο στρατηλάτη καί (ὀλίγον ἄτσαλο, εἶναι ἀλήθεια) πολιτικό, εἶδα ἕναν καθημερινό ἄνδρα, ἕναν πολύ μικρό, ἀντί γιά τόν «Μέγαν» Ναπολέοντα! Εἶδα μιά ἐπίπεδη προσωπικότητα, ἕναν ἄνθρωπο σχεδόν χωρίς στόχους καί κατεύθυνση, μέ ἕναν πρωταγωνιστή ὁ ὁποῖος δέν πρέπει νά μελέτησε τίς περγαμηνές τοῦ ἀνθρώπου τόν ὁποῖο ὑποδύθηκε ἤ νά μήν εἶδε τίς ταινίες πού ἔχουν προηγηθεῖ μέ θέμα τήν ζωή τοῦ στρατηλάτη μέ ἠθοποιούς κορυφαίους (Ρόντ Στάιγκερ, Σάρλ Μπουαγιέ).

Νά συμφωνήσω, βέβαια, μέ τό ὅτι ὁ σκηνοθέτης ἀποδίδει κατά τρόπο ὑπέροχο τήν εἴσοδο τοῦ Ναπολέοντος στήν ἐγκαταλελειμμένη ἀπό τούς Ρώσσους Μόσχα. Ἐκεῖ ὁ Φοίνιξ, πράγματι, φαίνεται νά ἀντιλαμβάνεται ποιόν ρόλο ἑρμηνεύει. Τό ὕφος ἑνός σχεδόν σαστισμένου ἀνθρώπου, πού γνωρίζει ὅτι δέν ἔχει νικήσει ἀλλά ὅλο αὐτό πού ζεῖ εἶναι ἕνα ἁπλό ἐπεισόδιο ἑνός χαμένου πολέμου.

Σημαντική σκηνή, καθώς κάθεται σέ ἕναν θρόνο πού δέν τοῦ ἀνήκει καί ἀντιλαμβάνεται ὅτι οἱ Ρῶσσοι τοῦ στέρησαν τήν χαρά τῆς «κατακτήσεως» τῆς καρδιᾶς τῆς Ρωσσίας. Σημαντικό ἐπίσης σημεῖο τῆς ταινίας ἡ ὁμιλία τοῦ Ναπολέοντος στούς δοκίμους ἀξιωματικούς μετά τήν ἧττα («τήν γῆν παίξας, τήν γῆν χάσας εἰς τοῦ Βατερλώ τήν χώραν», ὅπως ἔγραψε ἡ λαϊκή μοῦσα) τήν ὁποία δέν ἀποδέχεται μέ κανένα τρόπο καί δηλώνει: «Ὅταν κάνω λάθη, εἶμαι ὁ πρῶτος πού τά παραδέχομαι. Ἁπλά δέν κάνω λάθη. Ἀναγκάζομαι νά ἀποδεχθῶ ἧττες οἱ ὁποῖες δέν μοῦ ἀνήκουν!». Μία τέτοια ἧττα ὑπέστη ὁ Ρίντλεϋ Σκόττ. Καί τοῦ ἀνήκει, ὁλόκληρη!

Απόψεις

Ἀπόρρητη σύσκεψις στήν Κατεχάκη: 230.000 μετανάστες μᾶς «ἐπιστρέφει» ἡ Γερμανία

Εφημερίς Εστία
Ὡς πρώτη δόσις ζητεῖται ἡ «ἐπαναπροώθησις» 8.000 «προσφύγων» πού θεωροῦνται δευτερογενεῖς ροές ἀπό τήν ἐποχή πού «λιάζονταν», ἀλλά καί τήν περίοδο τῆς ΝΔ – Δέν τούς ἀντέχει ὁ γερμανικός προϋπολογισμός «Δέλεαρ» ἡ ἐπιδότησις τῆς παραμονῆς

«Μέ ὁρίζει ἡ δικαιοσύνη!»

Μανώλης Κοττάκης
Αὐτό πού ἔπραξε χθές ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, νά ἀπονείμει τό ἀριστεῖο της στόν συνθέτη Σταῦρο Ξαρχάκο (τρεῖς μέρες μετά τά 87α γενέθλιά του, πού ἑόρτασε στήν οἰκία τοῦ πρέσβεως Κριεκούκη), ἔπρεπε νά εἶχε γίνει πολύ καιρό τώρα.

Δεύτερo πλῆγμα στόν σκληρό πυρῆνα τοῦ Τράμπ

Εφημερίς Εστία
Οὐάσιγκτων.- Ἀπανωτά εἶναι τά πλήγματα πού δέχεται τά τελευταῖα 24ωρα ὁ Ἀμερικανός Πρόεδρος, καθώς πρόσωπα ἀπό τόν στενό κύκλο συνεργατῶν του, πού ἡγοῦνται σημαντικῶν θέσεων, ἀποδομοῦν τά ἐπιχειρήματα πού παρουσίασε προκειμένου νά ἐξαπολύσει τήν ἐπίθεση κατά τοῦ Ἰράν.

Ἀπό τήν «σινιέ» στήν «θεοσεβούμενη» τυραννία

Δημήτρης Καπράνος
Φυσικά καί εἶναι δύσκολο νά συμφωνεῖ κανείς –πόσῳ μᾶλλον νά ἐπιχαίρει– μέ ἕναν πόλεμο, μέ βομβαρδισμούς ἐναντίον ἀμάχων καί τουριστῶν, μέ δολοφονίες πολιτικῶν, μέ ὅλα, τέλος πάντων, πού συμβαίνουν αὐτό τόν καιρό στήν περιοχή τῆς Μέσης Ἀνατολῆς.

Σάββατον, 19 Μαρτίου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΠΙΜΕΝΕΙ ΝΑ ΖΗ!