Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 22 Ἰουλίου 1926
Τό ἀεροπλάνον τοῦ ὀνείρου –τό ὁποῖον, ὡς γνωστόν, ἐκτελεῖ τάς συγκοινωνίας τοῦ χρόνου– μέ μετέφερεν εἰς τάς Ἀθήνας τοῦ 1886.
Εἶναι περιττόν νά περιγράψω τήν πόλιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, διότι τήν περιγράφουν, καθημερινῶς, οἱ συνάδελφοι ἐξερευνηταί τῶν παλαιῶν Ἀθηνῶν. Ἐπιθυμῶ, ὅμως, νά διηγηθῶ μερικά ἀστεῖα πράγματα πού μοῦ συνέβησαν κατά τό διάστημα τῶν ὀλίγων ὡρῶν τῆς ἐκδρομῆς μου.
Ἀπό τόν σιδηροδρομικόν σταθμόν Θησείου, τόν ἀκραῖον σταθμόν τοῦ ἀτμηλάτου σιδηροδρόμου, εἶχα ἐπιβιβασθῇ εἰς τό ἱπποκίνητον τράμ τῆς ὁδοῦ Πειραιῶς, γιά νά φθάσω εἰς τήν πλατεῖαν τῆς Ὁμονοίας. Ἤμεθα ὀλίγοι ἄρρενες ἐπιβάται, κατά τήν πρωινήν ἐκείνην ὥραν, καί καμμία γυναῖκα. Αἱ γυναῖκες, φαίνεται, εἶχαν τήν συνήθειαν, κατά τάς ὥρας αὐτάς, νά κάθωνται στά σπίτια των καί νά κοιτάζουν τό νοικοκυριό των.
Εἰς τήν πρώτην στάσιν, ὅμως, παρουσιάσθη καί μία κυρία μέ ἕνα παιδάκι, πού ἐπήγαινε νά τό ἐγγράψη στό σχολεῖον. Οἱ ἄνδρες ὅλοι ἐπροθυμοποιήθησαν ἀμέσως νά τῆς παραχωρήσουν τήν θέσιν τους.
– Ὁρίστε, κυρία.
– Καθῆστε, παρακαλῶ.
– Ἀπό ’δῶ, κυρία.
Ἡ κυρία ηὐχαρίστησεν εὐγενέστατα καί κατέλαβε τήν θέσιν πού τῆς εἶχε προσφέρει ὁ νεώτερος. Ἀργότερα ἐκενώθη ἄλλη μία θέσις καί ἐτοποθέτησε καί τό παιδάκι της. Εἰς τήν ἑπομένην στάσιν εἰσῆλθεν ἕνας γηραλέος. Ἡ κυρία εἶπε τότε στό παιδάκι:
– Παιδί μου, σήκω νά καθίση ὁ παπποῦς.
Τό παιδάκι ἐσηκώθη, ἐφίλησε τό χέρι τοῦ γηραλέου καί ὁ γηραλέος ἐκάθισε. Παρετήρησα ἰδιαιτέρως ὅτι, καθ’ ὅλον τό διάστημα, ἡ κυρία, μολονότι νέα καί ὡραία, δέν ἐκοίταξε οὔτε μίαν στιγμήν τό καθρεφτάκι της, δέν ἔβαψε τά χείλη της καί δέν ἐπουδράρισε καθόλου τό πρόσωπόν της, ἄν καί ἦτο ἐλαφρῶς ἱδρωμένη.
Ὅταν ἐφθάσαμεν εἰς τήν πλατεῖαν Ὁμονοίας, εἶχεν ἀρχίσει νά βρέχη. Ἡ κυρία ἐκάλεσεν ἕνα λαντώ νά τήν μεταφέρη κάπου. Καθώς ἐπροχωροῦσε πρός τό ἁμάξι, εἶχε σηκώση ἐλαφρά τό φόρεμά της, γιά νά μή σέρνεται στίς λάσπες. Δύο νεαροί τότε ἐβράδυναν τό βῆμα των εἰς τήν γωνίαν τοῦ πεζοδρομίου.
– Στάσου, ρέ Κωστάκη –εἶπεν ὁ ἕνας στόν ἄλλον–, νά ἰδοῦμε λιγάκι πόδι…
Ἐστάθησαν μέ συγκίνησιν. Ἡ κυρία, καθώς ἀνέβαινε στό ἁμάξι, ἔδειξε δύο ἑκατοστά ἐπάνω ἀπό τά σφυρά της. Οἱ νεαροί ἔμειναν κατενθουσιασμένοι ἀπό τό σπάνιον θέαμα, εὐλογοῦντες τόν Θεόν πού εἶχε στείλει τήν εὐεργετικήν, ἀποκαλυπτικήν βροχήν εἰς τήν πόλιν.
Τούς ἄφηκα καί ἐπῆγα κι ἐγώ, ἐπί τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ ἐρχομοῦ μου εἰς τήν πρωτεύουσαν, νά ἐπισκεφθῶ μίαν φιλικήν μου οἰκογένειαν. Μέ ὑπεδέχθη ἡ οἰκοδέσποινα μέ τάς θυγατέρας της, δύο κορίτσια εἴκοσι ἕως εἴκοσι δύο ἐτῶν. Ἡ κυρία ἐφαίνετο κάπως στενοχωρημένη, διότι ἔλειπεν ὁ σύζυγός της.
– Γιά σᾶς δέν πειράζει… μοῦ εἶπε. Σᾶς λογαριάζουμε ὡς συγγενῆ. Πώς μποροῦσα νά μή σᾶς δεχθῶ;
Τά κορίτσια δέν ὡμιλοῦσαν. Ἦσαν κατακόκκινα καί εἶχαν χαμηλωμένα διαρκῶς τά μάτια.
– Τί νέα μᾶς φέρνετε ἀπό τόν τόπο μας; μ’ ἐρώτησεν ἡ κυρία. Ἡ κυρία Τερψιχόρη καλά;
– Πρό ὀλίγων ἡμερῶν, ἀκριβῶς –τῆς ἀπήντησα– ἐγέννησε ἕνα χαριτωμένο κοριτσάκι.
Ἡ κυρία μοῦ ἔκλεισεν ἐνδεικτικῶς τό μάτι καί ταυτοχρόνως εἶπε στά κορίτσια της:
– Παιδιά, πηγαίνετε μιά στιγμή ἔξω.
Ὅταν ἐμείναμεν μόνοι, μοῦ εἶπεν αὐστηρά:
– Καλέ τί ἦταν αὐτό πού σᾶς ξέφυγε; Ξεχάσατε πώς ἦσαν μπροστά τα κορίτσια; Αὐτά ἔχουν ἀκόμη τήν ἰδέα πώς τά παιδιά ἔρχονται μέ τό καλαθάκι ἀπό τόν οὐρανό. Καί ἐσεῖς μιλήσατε γιά γέννες;
Ἡ γκάφα μου ἦτο πράγματι τρομερά. Ἔμεινα λιγάκι ἀκόμη καί ἔφυγα κατισχυμένος, ζητῶντας χίλιες συγγνῶμες γιά τήν ἀπροσεξίαν μου.
Ἐπῆγα κατόπιν στό καφενεῖον νά ξεσκάσω λιγάκι. Μερικοί παλαιοί φίλοι μοῦ προσέφεραν τόν καφέ.
– Καλά πού ἦρθες… μοῦ εἶπαν. Δῶσε κι ἐσύ ἕνα τάληρο γιά τήν κηδεία τοῦ καϋμένου τοῦ Α.
– Πέθανε, λοιπόν, ὁ δυστυχισμένος; Ὁ πρώην ὑπουργός;
– Αὐτός ἀκριβῶς. Πέθανε στήν ψάθα καί δέν ἔχουνε νά τόν θάψουν.
Ἔδωκα τόν ἔρανόν μου γιά νά κηδευθῇ ὁ πρώην ὑπουργός, ἀλλά, μέ ὅλην μου τήν συγκίνησιν, μ’ ἔπιασαν τά γέλια.
– Τί ἀστεῖος τόπος εἶναι αὐτός! ἐφώναξα.
Ἀπό τά γέλια ἐξύπνησα. Καί εὑρέθην πάλιν εἰς τάς ὡραίας μας σημερινάς Ἀθήνας, ὅπου ἀνέκτησα τήν σοβαρότητά μου.
ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

