Η ζωή των βιβλίων

Τά βιβλία πανηγυρίζουν μέσα εἰς τό διεθνές βιβλιοπωλεῖον.

Ἐνδεδυμένα βύσσον καί πορφύραν, ὅπως δέν ἐνεδύθη ποτέ ὁ Σολομῶν ἐν ὅλῃ του τῇ δόξῃ, καί ὅπως δέν ὀνειρεύθησαν ποτέ νά ντυθοῦν οἱ πτωχοί συγγραφείς των, δείχνουν τά κάλλη των μέ μίαν φιλαρέσκειαν, πού μόνον ἡ γυναικεία ἠμπορεῖ νά τῆς διεκδικήσῃ τό γέρας. Ποῖα κάλλη καί ποία δόξα! Τό μαροκινόν δέρμα καί ἡ μέταξα καί τό χρυσάφι καί τό Ἰαπωνικόν χαρτί καί τό τυπογραφικόν στοιχεῖον καί ἡ εὐωδιάζουσα μελάνη καί τό ἀνάγλυφον κόσμημα καί ἡ λαμπρόχρωμη βινιέττα καί τό μυστικοπαθές ex-libris καί τό μεταξωτόν κορδελλάκι, πού χωρίζει τάς σελίδας, καί τό τρίξιμον τῶν φύλλων, ὡς θροῦς μεταξωτῆς φούστας, γεμίζουν ἀπό μεγαλοφυΐαν τήν αἴθουσαν τοῦ βιβλιοπωλείου. Διότι ὅλα τά βιβλία, τήν ἡμέραν αὐτήν, εἶνε ἀριστουργήματα. Καί, μέσα εἰς ὅλην αὐτήν τήν μεγαλοφυΐαν, αἰσθάνεται κανείς τήν ἀνάγκην νά ἀσπασθῇ τόν τυπογράφον καί τόν βιβλιοδέτην, ὅπως εἰς κάποια γεύματα συγχαίρονται οἱ συνδαιτυμόνες τόν μάγειρον διά τό… τυρί.

Τά σοφά καί συνοφρυωμένα βιβλία ἔχουν παραμερίσει τήν στιγμήν αὐτήν. Ποῦ καί ποῦ ἕνας ἰατρός, στερημένος ἀπό τήν αἴσθησιν τῆς ἐπικαιρότητος, ἔρχεται νά ζητήσῃ μίαν μονογραφίαν περί Σκωληκοειδίτιδος καί ἕνας καθυστερημένος ἐπιχειρηματίας, διά τόν ὁποῖον ὁ μέγας Πόλεμος ἐπέρασεν ἐπάνω ἀπό τό κεφάλι του, κάμνει τήν τραγικήν του εἴσοδον διά νά ζητήσῃ τήν «Τέχνην τοῦ νά γείνῃ κανείς πλούσιος» ἤ τό νεώτερον βιβλίον περί τῆς Ἀμερικανικῆς Βιομηχανίας.
– Δέν περνᾶτε τήν ἄλλην ἑβδομάδα; Αὐτήν τήν στιγμήν δέν τά ἔχομεν πρόχειρα…

Καί οἱ θλιβεροί τύποι ἀναζητοῦν κατησχυμένοι τήν θύραν τῆς ἐξόδου, θαμβωμένοι ἀπό τήν λάμψιν, πού ἀκτινοβολεῖ γύρω των. Ἡ ποίησις, τό διήγημα, τό μυθιστόρημα, τό θέατρον, ὅλη ἡ φιλολογία τοῦ αἰσθήματος, τῆς φαντασίας καί τοῦ σκανδάλου, ἡ ὁποία ἐξεκίνησεν ἀπό τούς αἰῶνας, ἔκαμε τήν τουαλέτταν εἰς τά λαμπρά ἀτελιέ τοῦ βιβλιοδέτου, ἐφόρεσεν ὅλα της τά μπιζού καί ἔκαμε μυροβολοῦσα τήν εἴσοδόν της εἰς μίαν αἴθουσαν ὁμοιάζουσαν ὀλίγον μέ αἴθουσαν δημοσίου χοροῦ, ὅπου μία ψιμυθιωμένη κοκότα γλυστρᾷ κἄποτε εἰς τό πλευρόν μιᾶς ἁγνῆς κυρίας, ἀπό τήν ὁποίαν συμβαίνει νά ἔχῃ μεγαλειτέραν πέρασιν.

Κάθε ἄνθος τοῦ φιλολογικοῦ κήπου ἔχει αὐτήν τήν στιγμήν τήν ξάνθην του μέλισσαν. Ἀπό ποῦ ἐξώρμησε, λοιπόν, ὅλο αὐτό τό σμῆνος τῶν λυγερῶν μελισσῶν πού ἐγέμισε μέ τόν βόμβον του τό βιβλιοπωλεῖον; Ποία ἑσπερία αὔρα τό ὡδήγησεν εἰς τήν θαμβωτικήν αὐτήν ἄνοιξιν τοῦ βιβλίου; Διότι δέν ὑπάρχει ἕνα βιβλίον, μέ ἀξιοπρεπές ὁπωσδήποτε ἐξωτερικόν, ἐπάνω ἀπό τό ὁποῖον νά μή σαλέβουν τά πτερά μιᾶς Ἀτθίδος, πού ζητεῖ νά τρυπήσῃ τό βαρύτιμον δέρμα του μέ τήν διψασμένην αἰχμήν δυσωραίων ματιῶν καί νά τοῦ μυζήσῃ τό μέλι του. Ἀδιάφορον ποῖον! Ὅλα τά ἄνθη ἔχουν τό μέλι τους γιά τής μέλισσες καί ὅλα τά βιβλία διά τάς Ἀτθίδας, ἀρκεῖ ὁ βιβλιοδέτης νά ὑπῆρξε μεγαλοφυής. Μιά ἄψογος ρελιύρ-σούπλ, ἕνα σχῆμα χαριτωμένον, ἡ εὐωδία τοῦ μαροκινοῦ δέρματος, μία ἔκδοσις μυνιατούρ, πού χωρεῖ μέσα εἰς τό τσαντάκι, μήπως δέν εἶνε ἀρκετά νά κάμουν ἀπό μίαν ἠλιθιότητα μίαν μεγαλοφυΐαν;

– Ἄχ! Μοῦ λείπουν πέντε τόμοι αὐτοῦ τοῦ σχήματος γιά νά συμπληρώσω τήν τελευταία ραιγιόν τῆς βιβλιοθηκούλας μου. Τί κρῖμα! Δέν ὑπάρχουν πάρα τέσσερες μόνο! Δέν μοῦ βρίσκετε, δεσποινίς, ἄλλον ἕνα!
– Ποιόν συγγραφέα θέλετε μαντμουαζέλ;
– Μοῦ εἶνε ἀδιάφορο! Ἀρκεῖ νά εἶνε τῆς ἰδίας σειρᾶς.
Ἀλλ’ ἡ σειρά, δυστυχῶς, ἔχει ἐξαντληθῇ καί ἡ δεσποινίς διαμαρτύρεται.
– Μά τί κατάστασις εἶνε αὐτή; Σᾶς ἐζήτησα καί δέκα τομίδια μινιατούρ καί δέν ἔχετε παρά ὀκτώ. Καί φαντασθῆτε ὅτι θέλω νά τά χαρίσω σέ μιά φίλη μου, γιά νά συμπληρώσῃ τήν ἐταζερίτσα τοῦ τοίχου της. Τί κρῖμα, τί κρῖμα!
– Δέν σᾶς κάνουν ὀλίγο μεγαλείτερα, μαντμουαζέλ; Αὐτή ἡ σειρά ἔχει καλλιτέρους συγγραφεῖς…
– Μά τί σημαίνει; Τό σχῆμα, σᾶς εἶπα!

Ἰδού ὅμως μία χαριτωμένη Ἀτθίς σκύβει ἐρωτικά ἐπάνω εἰς ἕνα Βερλαίν. Αὐτή δέν ἐνδιαφέρεται διά τό δέρμα τοῦ βιβλίου. Ἐνδιαφέρεται διά τήν ψυχήν του. Ἀγαπᾷ τόν ποιητήν της, τόν παίρνει, τόν σφίγγει ἐπάνω εἰς τό ὡραιότερον στῆθος πού ὠνειρεύθη ποτέ ὁ Πραξιτέλης, τόν ἀπάγει ὡς ἐρωτευμένη καί ἡ θεία σιλουέττα της ἐξαφανίζεται μέσα εἰς τάς σκιάς τοῦ πεζοδρομίου. Προφανῶς ὁ ποιητής θά τήν συντροφεύσῃ αὐτήν τήν νύκτα καί θά κοιμηθῇ ἐπάνω εἰς τήν καρδίαν της. Πτωχέ Λέλιαν! Πτωχέ καί ἄσχημε καί κακοντυμένε, Λέλιαν. Ἔχεις ἆρά γε εἴδησιν τῆς εὐτυχίας σου αὐτῆς μέσα εἰς τόν κρύον σου τάφον;

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Απόψεις

Ποιός εἶναι ὁ στόχος τοῦ πολέμου;

Μανώλης Κοττάκης
Λήξη θέλει ὁ Τράμπ, παράταση ὁ Νετανυάχου – Σέ δίλημμα ὁ πλανητάρχης μεταξύ Ἀράβων καί Ἰσραηλινῶν – Ἡ Οὐάσιγκτων θέλει ἀπεμπλοκή πρίν πληγεῖ ἡ οἰκονομία της, τό Τέλ ἈΒίβ ἐπιμένει σέ ἀλλαγή καθεστῶτος

Ἐχθρός Ἐν Ὄψει

Εφημερίς Εστία
«Ὁ δίκαιος ἀγών καί ἡ πίστις στίς ἀρχές τοῦ δικαίου»

Ἐκτόξευσις τοῦ πληθωρισμοῦ στό 2,7%

Εφημερίς Εστία
ΑΝΟΔΙΚΗ ἦταν ἡ πορεία τοῦ πληθωρισμοῦ στήν Ἑλλάδα μέ ἀνατιμήσεις σέ τρόφιμα καί ἐνοίκια μέ τά δύσκολα νά ἔρχονται λόγῳ τῆς κρίσεως στήν Μέση Ἀνατολή.

Ἡ ναυτιλία προηγήθηκε καί σέ αὐτό…

Δημήτρης Καπράνος
Ἡ πρώτη φορά πού ἄκουσα ἀπό κάποιον εἰδήμονα νά ἀναφέρεται θετικά γιά τήν χρήση τῆς πυρηνικῆς ἐνέργειας στήν καθημερινότητα, ἦταν ὁ Σίμος Παληός, γνωστός, ἰσχυρός καί ἔμπειρος πλοιοκτήτης μέ σπουδές στήν Ἀγγλία.

Παρασκευή, 11 Μαρτίου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
O ΚΟΣΜΟΣ ΑΔΙΚΟΣ ΤΙΜΩΡΙΑ!