Προχθές, πρώτη Ἀπριλίου, ἦταν ἡ ἐπέτειος τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ ἀγῶνος τῆς ΕΟΚΑ, τό 1955.
Ἐμεῖς, πού στό Δημοτικό σχολεῖο μάθαμε ὅτι ἡ Κύπρος εἶναι ἑλληνική καί στό Γυμνάσιο τρέχαμε σέ διαδηλώσεις φωνάζοντας συνθήματα ὑπέρ τῆς ἑνώσεως καί κατά τοῦ Ἰσμέτ Ἰνονοῦ, δέν ἔχουμε ξεχάσει. Καί δέν θέλουμε νά ξεχάσουμε.
Ἐμεῖς ὑποστηρίζουμε τόν Ἐθνικό Πειραιῶς, ὁ ὁποῖος στήν φανέλα του εἶχε τυπωμένο τό ἀνάγλυφο τῆς Κύπρου, ὡς ἔνδειξη συμπαραστάσεως στόν ἀγῶνα τῆς ΕΟΚΑ, σέ μιά ἐποχή πού ἡ Ἑλλάς εἶχε υἱοθετήσει, σύμπασα, τό σύνθημα «Ἕνωσις». Ἀλλά μόνον ὁ Ἐθνικός ἔβαλε τήν Κύπρο στό στῆθος!
Κάθισα, λοιπόν, στήν πολυθρόνα (ἔξω γινόταν χαμός ἀπό τήν καταιγίδα) καί ἄρχισα νά ψάχνω τά «κανάλια», βέβαιος (ὁ ἀφελής) ὅτι «κάπου θά βρῶ κάτι γιά τήν ΕΟΚΑ καί τήν Κύπρο».
Ἡ ΕΡΤ μετέδιδε ἕνα σαχλό σήριαλ, ἡ ΕΤ2 μπάσκετ, ἡ ΕΤ 3 κάποιο ἄσχετο ντοκυμανταίρ. Τά «ἰδιωτικά» εἶχαν «Σαρβάιβορ», «Μάστερ σέφ» ἤ κάποια ἑλληνικά σήριαλ, κακοφτιαγμένα καί ἀνούσια. Ἔσι, κατέφυγα στό ΡΙΚ καί… αἰσθάνθηκα Ἕλληνας!
Στό ΡΙΚ, λοιπόν, εἶδα μιά ὑπέροχη ἐκπομπή, ὑπό τόν τίτλο «Ἐλεύθερες», ἡ ὁποία ἀναφερόταν στίς γυναῖκες τῆς κυπριακῆς ἐποποιΐας! Εἶδα ἀτρόμητες γυναῖκες, οἱ ὁποῖες, μαθήτριες τότε, μετεῖχαν στήν ὀργάνωση, μετέφεραν ὅπλα, τοποθετοῦσαν βόμβες σέ ἀγγλικούς στόχους, ἔκρυβαν στά σπίτια τούς ἐπικηρυγμένους ἀγωνιστές. Εἶδα εἰκόνες μεγαλείου, μέ τούς μικρούς μαθητές νά διαδηλώνουν ἀνεμίζοντας ἑλληνικές σημαῖες, νά τούς ξυλοκοποῦν οἱ Ἄγγλοι κι ἐκεῖνοι νά τρέχουν, κρατῶντας γερά τίς σημαῖες τους καί φωνάζοντας «Ἕ-Ἕ-Ἕνωσις!». Εἶδα κορίτσια νά συλλαμβάνονται καί νά σύρονται στίς φυλακές ἀπό τούς Ἄγγλους δυνάστες, ἄκουσα ὥριμες γυναῖκες τῆς ΕΟΚΑ (σέ συνεντεύξεις τοῦ 1991) νά ἀφηγοῦνται ὅσα τρομερά ὑπέστησαν στά χέρια τῶν βασανιστῶν τους, εἶδα κάποιες ἀξιοπρεπέστατες κυρίες νά δηλώνουν μέ ὑπερηφάνεια ὅτι «ἦταν στό ἐκτελεστικό» καί μετέφεραν τά πιστόλια μέ τά ὁποῖα οἱ πατριῶτες τῆς ΕΟΚΑ τιμωροῦσαν τους ἀποικοκράτες. Εἶχα μείνει ἄφωνος, ἐμπρός στό μεγαλεῖο!
Κι ὕστερα, ἦταν οἱ μανᾶδες τῶν ἡρωικῶν νεκρῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπαγχονίσθηκαν ἀπό τούς Ἄγγλους ἤ ἔπεσαν σέ μάχες καί ὁδομαχίες. Γυναῖκες ἁπλές, τῆς ἀγροτιᾶς, ὑπερήφανες πού ἔπεσαν τά παιδιά τους στόν ἀγῶνα. «Χαλάλιν γιά τήν πατρίδαν» ἔλεγαν κι ἐγώ δέν ἤξερα πῶς νά ἀντιδράσω, πού ἡ πατρίδα μου δέν ἀφιέρωσε οὔτε ἕνα λεπτό σ’ αὐτόν τόν μεγαλειώδη ἀγῶνα, στόν ὁποῖο μετείχαμε κι ἐμεῖς, οἱ τῆς μητέρας πατρίδας, ὁ καθείς μέ τόν τρόπον του.
Καί εἶδα τήν δασκάλα μας, τήν κυρία Οὐρανία, στητή καί ὑπερήφανη, νά μᾶς ὁδηγεῖ, παιδιά τῆς Ἕκτης Δημοτικοῦ, στήν παρέλαση τῆς 28ης Ὀκτωβρίου κι ἐμεῖς νά τραγουδοῦμε, στήν μουσική τοῦ τραγουδιοῦ τῆς Βέμπο, «Κορόιδο πού ’σαι, Χάρντινγκ, πού ὅλο μῦγες χάφτεις, ἐσύ καί ἡ Ἀγγλία, ἡ πατρίς σου ἡ γελοία» καί γιά νά κρατοῦμε ρυθμό καί βῆμα, φωνάζαμε ρυθμικά«Ἕ-Ἕ-Ἕνωσις!». Κι ὕστερα εἶδα στό ΡΙΚ τόν παλιό φίλο Γιάννη Σπανό καί θυμήθηκα πού τό ’78 μπῆκα στά Κατεχόμενα (μέ νορβηγική ταυτότητα) καί μέ περίμενε στήν «πράσινη γραμμή» γιά νά τοῦ δώσω πληροφορίες. Κι ἄκουσα καί τό ὄνομα τοῦ Μάκη Γιωργάλα, πού ἔπεσε ἡρωικά, καί πῆγε ἀμέσως τό μυαλό μου στόν καλό μου φίλο (ἀδελφό) Μιχάλη Γιωργάλα, πού ὑπηρέτησεν ὡς ὑπουργός Ἀμύνης στήν Κύπρο καί εἶναι ἐκεῖνος πού μοῦ ἔχει μεταφέρει μέ κάθε λεπτομέρεια τό πόσο τέλεια εἶχε ὀργανώσει ὁ Διγενῆς τήν συνωμοτική ὀργάνωση, πού ξετίναξε τούς Ἐγγλέζους κι ἔφερε τήν ἐλευθερία.
Ὅταν τέλειωσε ἡ ἐκπομπή, ἔμεινα νά θυμᾶμαι τόν πατέρα μου, πού γύρισε ἕνα βράδυ σπίτι ἀπογοητευμένος καί μᾶς εἶπε «δυστυχῶς, ἡ Κύπρος δέν θά ἑνωθεῖ μέ τήν Ἑλλάδα». Καί ἡ μάνα μου ἔβαλε τά κλάματα μ’ ἕνα ἀναπάντητο ὥς σήμερα «γιατί;»…

