ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΛΗΝ ΑΓΑΠΗΝ!

Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 26 Ἰουλίου 1923

Εἶχα γράψει πρό ἡμερῶν διά τήν περιπαθῆ, τήν τρελλήν ἀγάπην, ποῦ τρέφουν οἱ Ἕλληνες πρός τά δένδρα. Νέα δείγματα τῆς ἀγάπης αὐτῆς μοῦ προσφέρει, ἐκ προσωπικῶν του ἐντυπώσεων, ὁ φίλος ἠθοποιός κ. Παλμύρας, τά ὁποῖα θά ἦτο κρῖμα νά μείνουν ἄγνωστα.

Μαθητής τοῦ Γυμνασίου Πειραιῶς ὁ ἐπιστολογράφος, κατά τά ἔτη 1889-1893, ἔλαβε γνῶσιν τῆς τρυφερότητος, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων τό φιλόκαλλον γένος τῶν Ἑλλήνων. Οἱ συμμαθηταί του, ὅταν τό ἔσκαζαν ἀπό τό σχολεῖον, κατέφευγαν συχνά εἰς τόν κῆπον τῆς Τερψιθέας, ὅπου κατεγίνοντο νά περιποιοῦνται τά νεοφύτευτα δενδράκια, μέ τόν ἑξῆς ἀξιέραστον πράγματι τρόπον. Ἐκάρφωναν πρῶτα μεγάλα καρφιά εἰς τόν κορμόν των, καί κατά προτίμησιν πρός τήν βάσιν των, ἐξεκάρφωναν ἔπειτα τά καρφιά καί εἰς τήν ὀπήν, ποῦ ἀπέμενεν, ἔσταζαν ἀπό ἕνα μπουκαλάκι, ποῦ ἔφερναν μαζῆ των, τήν δρόσον τοῦ οὐρανοῦ ὑπό μορφήν ἄκουα-φόρτε. Ποιός εἶχε διδάξει τούς μικρούς φαρμακευτάς τήν μοναδικήν αὐτήν μέθοδον, ἄδηλον. Προφανῶς, τήν εἶχαν ἀνακαλύψει μόνοι των, δεδομένου ὅτι ἡ ἀγάπη εἶνε μέγας διδάσκαλος. Τό ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν, ὅτι δέν ἔμεινε δενδράκι εἰς τό δημοτικόν αὐτό ἄλσος.

Καί τό δειγματολόγιον ἐξακολουθεῖ: Ὅταν, πρό δύο ἐτῶν διωρθώνετο τό θέατρον «Κεντρικόν», οἱ ἰδιοκτῆται του ἀπεφάσισαν ν’ ἀσφαλτοστρώσουν καί τόν ἐξωτερικόν του περίβολον. Ἐκεῖ, ἀπ’ ἔξω ἀπό τό μαγαζάκι κάποιου Κρητικοῦ Γιώργη, τό ὁποῖον ὑπάρχει ἀκόμη, ὑψώνετο μία θαυμαστή πελώρια λεύκα, χάρμα θεόπεμπον ὀφθαλμῶν καί πηγή δροσισμοῦ. Ἡ πτωχή λεύκα ἔπεσε θῦμα τῆς ἐξωραϊστικῆς λαίλαπος. Οἱ ἰδιοκτῆται τοῦ θεάτρου ἔβαλαν μιά νύκτα καί τήν ἔκοψαν, χωρίς νά δώσουν λόγον εἰς κανένα. Ὁ κύρ-Γιώργης τήν ἐθρήνησεν ὡς παιδί του. Ἀλλά, ὡς Κρητικός καί Βενιζελικός, δέν εἶχε τήν τόλμην νά διαμαρτυρηθῇ. Καί ἔπνιγε τόν πόνον του, ἀναστενάζων ἱεροκρυφίως.

– Ἄιντε, μωρέ, Διάλε τσ’ ἀπεθαμένοι σας! Δέν θά ξανάρθῃ καμμιά φορά ὁ Βενιζέλος νά τήν ξαναφυτέψω!

Ξαναῆλθεν ὁ Βενιζέλος καί ὁ κύρ-Γιώργης ἐφύτευσε νέαν λεύκαν εἰς τήν θέσιν τῆς παλαιᾶς, ἡ ὁποία τρέμει τώρα μήπως ἔλθῃ καμμία νέα ἐξωραϊστική λαῖλαψ καί τήν παρασύρει καί αὐτήν.

Πρό ὀλίγων ἡμερῶν πάλιν ὁ ἐπιστολογράφος μου, περαστικός ἀπό τήν ὁδόν Στουρνάρα –μεταξύ ὁδοῦ Πατησίων καί ὁδοῦ Γ΄ Σεπτεμβρίου– εἶδεν ἕνα σμῆνος παιδιῶν τοῦ λαοῦ, μεταξύ τῶν ὁποίων καί μερικά λαμπροφορεμένα ἀρχοντόπουλα, νά πανηγυρίζουν γύρω ἀπό τόν κορμόν μίας θεόρατης πιπεριᾶς. Μή κατορθώνων νά μαντεύσῃ ἐξ ἀποστάσεως τό εἶδος τῆς φαιδρᾶς παιδικῆς ἑορτῆς –ἦτο βραδάκι καί εἶχεν ἀρχίσει νά σκοτεινιάζῃ– ἐπλησίασε νά ἰδῇ τί συμβαίνει. Διέκρινε τότε ἕνα κρεμανταλᾶν, ὁ ὁποῖος ἐπριόνιζε τόν κορμόν τῆς πιπεριᾶς. Τά μεγαλείτερα παιδιά ἐτραβοῦσαν ἕνα σχοινί, ποῦ εἶχε δέσει ὁ κρεμανταλᾶς εἰς τόν κορμόν. Εἰς κάθε τράβηγμα τοῦ σχοινιοῦ ἡ πτωχή πιπεριά ἔτριζε σπαρακτικά, ὡς νά εἶχε ψυχήν καί νά βογγοῦσε. Τά μικρότερα παιδιά, τά ἀθῶα παιδάκια, ὡς νά ἦσαν τέκνα Καννιβάλων, ποῦ τούς ἑτοίμαζαν κανένα ψητό ἀπό ἀνθρώπινον κρέας –ἡ ὡραία παρομοίωσις ἀνήκει εἰς τόν Παλμύραν– οὔρλιαζαν ὁλόγυρα, περιμένοντα νά σωροκουβαλιασθῇ τό ὑπερήφανον δένδρον.

– Γιατί τήν κόβεις τήν πιπεριά; Ἐρώτησε τόν κρεμανταλᾶν ὁ Παλμύρας.

– Μοῦ εἶπε τό ἀφεντικό μου! ἀπήντησεν ἐκεῖνος, δείχνων ταυτοχρόνως ἕνα καλλιμάρμαρον μέγαρον, ὑψούμενον ἀπέναντι τῆς πιπεριᾶς.

– Καί τί τόν πείραξεν ἡ δυστυχισμένη ἡ πιπεριά;

– Πῶς δέν τόν πείραζε; Δέ βλέπεις; Τοῦ κρύβει τό ἀρχοντικό του. Οἱ κλῶνοι της φτάσανε ὥς τά παράθυρα τοῦ ἀνθρώπου. Κι’ ὅταν ἔχῃ κανένας τέτοιο ἀρχοντικό, θέλει νά τό βλέπουνε κι’ οἱ ἄλλοι. Εἰδεμής γιατί τὤφτιαξε;

Σέ λιγάκι, ἐπί τέλους, τό ὑπερήφανον δένδρον ἐσωριάσθη εἰς τό χῶμα. Ἀλλαγμοί, πηδήματα, ξεφωνητά χαρᾶς ὑπεδέχθησαν τήν πτῶσίν του. Καί τά ἀθῶα παιδάκια, ἀφοῦ ἅρπαξαν ἀπό ἕνα φουντωμένον κλῶνον τό καθένα, ἄρχισαν νά τρέχουν, σάν δαιμονισμένα, σέρνοντας τά πράσινα λάφυρά των εἰς τόν δρόμον καί ὑψώνοντα σύννεφα σκόνης καί ἀποθεώσεως, τά ὁποῖα εἶχαν συμπεριλάβει εἰς τήν ἀποθέωσιν καί αὐτό τό γειτονικόν μέγαρον τῆς Διευθύνσεως τῆς Ἀστυνομίας.

Ὁ καλός Παλμύρας ἀνησυχεῖ τώρα καί διά τάς ἀδελφάς τῆς δυστυχισμένης πιπεριᾶς τοῦ ἰδίου δρόμου, ποῦ ἔχουν τήν ἀδιακρισίαν νά κρύβουν τά «τηλαυγῆ μέτωπα» τοῦ νέου πλούτου τῶν Ἀθηνῶν καί μέ παρακαλεῖ νά ὑψώσω φωνήν ὑπέρ τῆς σωτηρίας των. Ἀλλοίμονον! Αἱ Ἑλληνικαί Ἀρχαί ἀγαποῦν τά δένδρα μέ τόν ἴδιον φλογερόν ἔρωτα, ποῦ ἀγαποῦν καί οἱ Ἕλληνες πολῖται. Καί ὅ,τι ἀγαπᾷ κανείς πολύ, τό φονεύει, εἶπε ὁ Ὄσκαρ Οὐάϊλδ. Τό μόνον, ποῦ ἔχομεν νά εὐχηθῶμεν εἰς τόν Θεόν, εἶνε ν’ ἀγαπήσουν, ἐπί τέλους, οἱ Ἕλληνες καί τίποτε ἄλλο, ἐκτός τῶν δένδρων. Πάρα πολύ τά ἀγάπησαν ἕως τώρα!

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Απόψεις

Ρεζίλι διεθνῶς γιά τήν βία

Εφημερίς Εστία
Συμπλοκές Ἑλλήνων «φιλάθλων» στό Βερολῖνο – Ἕξι μῆνες μετά τά ἐπεισόδια στoῦ Ρέντη, οἱ ὀπαδικές ὀργανώσεις, ἐνεργές καί ἱκανές νά ὀργανώσουν ἐπιθέσεις καί ἐκτός τῆς χώρας

Τό ἁμάρτημα τοῦ Καποδίστρια

Μανώλης Κοττάκης
ΜΕΘΑΥΡΙΟ ὁ Ἑλληνισμός θυμᾶται τήν ἀποφράδα μέρα.

Τοῦρκος γκιουλενιστής ἔβαζε φωτιές στό Αἰγάλεω

Εφημερίς Εστία
ΤΟΝ ΡΟΛΟ τῆς Τουρκίας σέ ἐμπρησμούς δασῶν, κυρίως σέ παραμεθόριες περιοχές καί τουριστικά νησιά, ἔχει ἀναδείξει μέ δημοσιεύματα ἡ «Ἑστία», αὐτήν τήν φορά ὅμως οἱ ἀποδείξεις εἶναι ἀκράδαντες.

Ἡ παρωδία τοῦ Πανθεσσαλικοῦ Σταδίου

Δημήτρης Καπράνος
Σάν καλός φίλαθλος, πού λέτε, στήθηκα προχθές στήν τηλεόρασή μου γιά νά δῶ τρεῖς εὐρωπαϊκούς τελικούς Κυπέλλου σέ Ἀγγλία, Ἑλλάδα καί Γερμανία.

Τετάρτη, 27 Μαΐου 1964

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΜΠΗΤΛΟΜΑΝΙΑ