Ἀνάβουνε φωτιές στίς γειτονιές τοῦ Ἅη Γιάννη

Τό σπίτι τῆς θείας Ἕλλης, ἀδελφῆς τῆς μητέρας μου…

… βρισκόταν στό Χατζηκυριάκειο, σχεδόν ἐπάνω στά βράχια, μέ θέα τό λιμάνι, τήν σημερινή Ἀκτή Μιαούλη.

Ἡ θεία, μικροκαμωμένη καί κομψή, κόρη βουλευτοῦ, μέλος τῆς πειραϊκῆς ἀριστοκρατίας, ἦταν παντρεμένη μέ τόν δικηγόρο Βασίλειο Μούντανο, ἕναν ἄντρακλα δύο μέτρα. Ὅταν περπατοῦσαν οἱ δυό τους, ἡ διαφορά ἦταν τεράστια!

Ὁ ἕνας μου ἐξάδελφος, ὁ Κώστας Μούντανος, ἔφυγε γιά τίς ΗΠΑ μετά τήν συμμετοχή του στόν Πόλεμο τῆς Κορέας καί διέπρεψε ὡς ἀνώτατος κρατικός λειτουργός, ὑπηρετώντας κυρίως στήν Εὐρώπη. Ὁ ἄλλος, ὁ Πέτρος, σπούδασε νομικά καί πέρασε λίγα χρόνια στίς ΗΠΑ. Ἔφυγε ἀπό τήν ζωή σχετικά νέος, νομικός σύμβουλος τῆς ΔΕΗ, ὅπου τόν πῆρε μαζί του ὁ συγγενής μας, στρατηγός Βασίλειος Καρδαμάκης. Ἔτσι, ὅταν τά ξαδέλφια μου ἦταν στίς ΗΠΑ, ἡ θεία μου μᾶς καλοῦσε συχνά στό σπίτι, «γιά νά ἔχει κόσμο», ὅπως ἔλεγε…

Ὅταν φυσοῦσαν «ἀέρηδες», ἔβγαινα στό μπαλκόνι τοῦ σπιτιοῦ, σχεδόν κρεμόμουν στόν γκρεμό καί ἀπολάμβανα τό σφύριγμα τοῦ ἀνέμου. Ἐκεῖ, στό Χατζηκυριάκιο τοῦ ’60, γνώρισα κάποια παιδιά τῆς γειτονιᾶς, παρά τίς συνεχεῖς «ἀπαγορεύσεις» τῆς μάνας μας «νά μήν παίζουμε μέ παιδιά πού δέν τά ξέρουμε καί πού μπορεῖ νά εἶναι ἀλητάκια». Σέ κάποια διαστήματα πού οἱ γονεῖς μου νόμιζαν ὅτι ἔπαιζα μόνος στήν αὐλή, ζητοῦσα ἀπό τήν γιαγιά Ποτίτσα (μητέρα τοῦ θείου μου) «νά βγῶ λίγο ἔξω» καί ἐκείνη μοῦ τό ἐπέτρεπε, ἀλλά μόλις μέ φώναζε, γύριζα ἀμέσως στό σπίτι! Στά στενά τοῦ Χατζηκυριακείου, πού ὕμνησε ὁ Μπαγιαντέρας, κυνηγοῦσα μέ τούς «γαβριάδες» πουλιά μέ τήν σφεντόνα, πηγαίναμε σέ γλαροφωλιές, χαζεύαμε τούς γλάρους νά ταΐζουν τά μικρά τους καί τούς τρομάζαμε γιά νά ἀκοῦμε τό ὁμαδικό καί θορυβωδέστατο κρώξιμό τους! Ἦταν Ἰούνιος, παραμονή τοῦ «Ἅη Γιάννη τοῦ Κλήδονα» (σάν προχθές) καί οἱ γονεῖς μέ πῆραν μαζί στό σπίτι τῆς θείας. Ὁ μικρότερος ἀδελφός εἶχε μείνει στό σπίτι, μέ τήν μεγάλη μας ἀδελφή κι ἐγώ, ἐνῶ οἱ μεγάλοι ἔπαιζαν «πινάκλ», παρακάλεσα τήν γιαγιά Ποτίτσα «νά βγῶ νά δῶ ποῦ πηδᾶνε τίς φωτιές».

Τί θέαμα ἦταν ἐκεῖνο! Μία φωτιά δυσθεώρητη, καθώς οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς (φτωχοί ἄνθρωποι, καρεκλάδες, λιμενεργάτες, ἔμποροι μεταχειρισμένων ἐλαστικῶν, πεταλωτές, σαγματοποιοί) εἶχαν μαζέψει ὅ,τι μπορεῖ νά φανταστεῖ ὁ νοῦς καί «τάιζαν» τήν ἀδηφάγο πυρά! «Ἔλα, ρέ μπρούκλη νά πηδήξεις κι ἐσύ!» μοῦ εἶπε ὁ Πέτρος, γιός τοῦ «καρεκλᾶ» Γκέλη, μέ τόν ὁποῖο τρομάζαμε παρέα τούς γλάρους στά βράχια! Καί μόνο πού τήν ἔβλεπα τήν φωτιά, φοβόμουν. Ἤμουν καί καλοντυμένος, μέ τά «ναυτικά μου καί τά κάτασπρα παπούτσια μου. «Ἔλα, ρέ φοβιτσιάρη!» εἶπε ὁ Πέτρος, καθώς πηδοῦσε τήν φωτιά γιά πολλοστή φορά! Πῆρα φόρα καί πήδηξα! Αἰσθάνθηκα κάτι νά τσουρουφλίζεται, μοῦ ἦρθε ἡ ὀσμή τῆς καμμένης τρίχας, ἀλλά τήν πήδηξα μιά χαρά τήν φωτιά. Καί μόλις φώναξε ἡ γιαγιά, ἔτρεξα σπίτι! Ἡ μάνα μου ἔβαλε τίς φωνές! «Σοῦ εἶπα νά μήν παίζεις μέ τά ἀλητάκια! Κατακάηκες!» μοῦ φώναξε καί ἐνῶ χάιδευα τό κεφάλι καί τό πρόσωπό μου κατάλαβα ὅτι εἶχα τσουρουφλίσει μαλλιά, φρύδια καί… μπελαμάνα! Καθώς ἐπιστρέφαμε στό σπίτι, μέ τό «πειρατικό» τοῦ Ἱπποκράτη, ὁ πατέρας μου χάιδεψε τά καμμένα μαλλιά. «Μπράβο, παιδί μου. Αὐτό εἶναι, πού λένε τό βάπτισμα τοῦ πυρός!» μοῦ εἶπε καί συμπλήρωσε, χαμηλόφωνα. «Καί δέν εἶναι ἀλητάκια τά παιδιά τῶν φτωχῶν ἀνθρώπων»…

Απόψεις

Παρεφρόνησε ὁ κ. Ἐρντογάν: Νομοθετεῖ σέ ξένη ἐπικράτεια

Εφημερίς Εστία
«Γκρίζες ζῶνες» τά ἑλληνικά νησιά μέ ἀπόφαση τῆς τουρκικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως – Ἔμπρακτη ἀμφισβήτησις τῆς κυριαρχίας τους μέ ἀποστολή τουρκικοῦ πλοίου στήν καρδιά τῶν Δωδεκανήσων – Ὅ,τι χάνει ἀνατολικῶς, θέλει νά τό κερδίσει δυτικῶς

Ὁ κρότος τῆς ἥττας

Μανώλης Κοττάκης
«Χάντρα» στό κομπολόι τῶν Οὐκρανῶν ἡ Ἑλλάς – Λογαριασμός καί ἀπό τό Κίεβο καί ἀπό τήν Μόσχα

7% προηγεῖται τό AfD μετά τήν ἐπίθεση στόν Τράμπ

Εφημερίς Εστία
Βερολῖνο.- Ἀδιαφιλονίκητο φαβορί γιά τήν πρώτη θέση στίς γερμανικές ἐκλογές εἶναι τό κόμμα Ἐναλλακτική γιά τήν Γερμανία, μετά τήν τελευταία ἐπίθεσή του κατά τῶν πολιτικῶν τοῦ Ἀμερικανοῦ Προέδρου Ντόναλντ Τράμπ.

Τελικά, μοιάσαμε στό τέρας πού δημιουργήσαμε

Δημήτρης Καπράνος
«Μαμά καί μπαμπά, τρία χρόνια τώρα εἶμαι σέ μιά κατάσταση κατάθλιψης. Καί μπορεῖ αὐτός ὁ κόσμος νά ἔχει τά ὡραῖα του, ἀλλά ἴσως ἕνας ἄλλος κόσμος νά εἶναι καλύτερος. Φέτος εἶναι ἡ χρονιά πού θά δώσω Πανελλήνιες ἐξετάσεις, ἀλλά φοβᾶμαι ὅτι δέν θά πάω καλά. Τό ξέρω ὅτι δέν θά πάω καλά καί ἔτσι θά καταλήξω μέ μιά δουλειά πού δέν θά μοῦ δίνει λεφτά. Πλέον δέν μέ εὐχαριστεῖ τίποτα ἀπό τή ζωή. Δέν μπορῶ νά δῶ τίποτα θετικό. Μαμά καί μπαμπά, δέν θέλω πιά νά ζῶ. Αὐτός ὁ κόσμος δέν εἶναι πιά γιά μένα»…

Σάββατον, 14 Μαΐου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟ ΕΡΥΘΡΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ