Πολλά θά εἰπωθοῦν καί θά γραφοῦν γιά αὐτήν τήν –χωρίς οὐσιαστικό ἀποτέλεσμα– συνάντηση τοῦ Κυριάκου Μητσοτάκη μέ τόν Ταγίπ Ἐρντογάν.
Τό δύσκολο, σ’ αὐτές τίς περιπτώσεις, εἶναι νά δεῖς τά γεγονότα «ὡς τρίτος», ἤτοι μέ ψυχραιμία καί ἀντικειμενικότητα. Ὑπάρχουν μερικά πράγματα πού εἶναι ἀπολύτως βέβαια καί πού –τοὐλάχιστον γιά τά ἑπόμενα εἴκοσι χρόνια– δέν δείχνουν νά ἀλλάζουν. Τό κυριώτερο εἶναι ὅτι Τουρκία καί Ἑλλάς, Ἑλλάς καί Τουρκία, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νά βρισκόμαστε ὁ ἕνας δίπλα στόν ἄλλον. Πολύ σημαντικό εἶναι ἐπίσης τό ὅτι ἡ Τουρκία ἔχει πληθυσμό πολύ-πολύ μεγαλύτερο ἀπό τόν δικό μας.
Δηλαδή –μέ τούς ὅρους ὑπό τούς ὁποίους παίζεται σήμερα τό πολιτικό παιγνίδι– εἶναι μιά τεράστια ἀγορά καί ὑπ’ αὐτό τό πρῖσμα τήν βλέπουν, οὕτως ἤ ἄλλως, οἱ Ἀμερικανοί, οἱ Ρῶσσοι, οἱ Ἄραβες καί οἱ Εὐρωπαῖοι. Μήπως ἔτσι θά ἔπρεπε νά τήν δοῦμε καί ἐμεῖς; Λέω ἐγώ τώρα… Τό θέμα δέν εἶναι νά πετᾶ ὁ καθένας λέξεις καί χαρακτηρισμούς περί «μειοδοσίας», περί «ἐθνικῆς προδοσίας», περί «δουλικότητας», λέξεις εὔκολες, πού τίς λένε κυρίως ὅσοι βρίσκονται «ἔξω ἀπό τόν χορό», ἄν καί δέν εἶναι λίγοι ἐκεῖνοι πού καί ἔχουν «χορέψει» καί ἔχουν κάνει ὅλες τίς «φιγοῦρες» καί «καντρίλιες».
Τό θέμα εἶναι νά ὑπάρξει μεταξύ μας μιά σταθερή καί ἐποικοδομητική σχέση, πού θά ἀποβαίνει ἐπ’ ὠφελείᾳ καί τῶν δυό. Εἶναι κάτι τέτοιο ἐφικτό; Δύσκολο, ἄν θέλουμε νά λέμε τήν ἀλήθεια. Εἶναι ἀδύνατο; Ἴσως, ὑπό τίς παροῦσες συνθῆκες. Καί λοιπόν; Τί πρέπει νά κάνουμε; Νά ὀχυρωθοῦμε πίσω ἀπό τίς δικές μας θέσεις καί νά ποῦμε «δέν συζητοῦμε, ἄν δέν περάσει τό δικό μας»; Νά προσφύγουμε –σέ συμφωνία μέ τούς ἀπέναντι– σέ κάποιο διεθνές ὄργανο καί νά ζητήσουμε τήν ἐπίλυση τῶν –ὅποιων– διαφορῶν μας; Κι ἄν χάσουμε; Τί θά γίνει μετά; Ἐρωτήματα δύσκολα –πρός τό παρόν ἀναπάντητα–, πού ἐγείρονται κάθε τόσο σέ κάθε λογικό ἄνθρωπο.
Πάντως, γιά νά εἴμεθα εἰλικρινεῖς, ἐμεῖς, πού δέν περιμέναμε «κάτι τό θεαματικόν» ἀπό τήν συνάντηση, ἐπαληθευθήκαμε πλήρως. Ἴσως ἔγινε μισό βῆμα πρός τά ἐμπρός. Πάντως, εἶναι βέβαιον, βῆμα πρός τά πίσω δέν ἔγινε! Τώρα, θά μοῦ πεῖτε, γιατί κάποιοι φωνάζουν; Διότι, πολύ ἁπλᾶ, ἔτσι συμβαίνει παντοῦ, σέ κάθε δημοκρατική χώρα. Ὑπάρχουν πάντα οἱ φωνές τῆς –ὅποιας– ἀντιπολιτεύσεως (ἀκόμη καί τῆς ἐσωκομματικῆς) καί πάντα ὑπῆρχαν καί θά ὑπάρχουν, ὅσο θά ἔχουμε στήν χώρα μας πολίτευμα δημοκρατικό καί ὄχι κάτι ἀνάλογο μέ ἐκεῖνο πού ἔχουν οἱ «ἀπέναντι».
Ἄν κάποιος θά ζητοῦσε τήν δική μας γνώμη, θά λέγαμε ὅτι οἱ σχέσεις Ἑλλάδος-Τουρκίας μοιάζουν μέ τίς σχέσεις ἑνός ζευγαριοῦ πού δέν ἔχει πολλά στοιχεῖα ἐπικοινωνίας καί ἐπαφῆς, ἀλλά ὑπάρχουν πολλοί ἄλλοι λόγοι πού καθιστοῦν τήν συμβίωση ὑποχρεωτική. Καί, κάποια στιγμή, τά δυό μέρη προσφεύγουν σέ δικηγόρους, γιά νά λύσουν τίς διαφορές καί τήν συμβίωση. Καί τότε ἀνακαλύπτουν ὅτι «θά τούς κοστίσει ὁ κοῦκος ἀηδόνι», ἀλλά καί ὅτι κάποιος ἐκ τῶν δύο θά κερδίσει λιγώτερα ἀπ’ ὅ,τι ὁ ἄλλος. Ἔτσι, ἐξακολουθοῦν νά συμβιώνουν καί νά χαμογελοῦν στούς συγγενεῖς, οἱ ὁποῖοι πάντα διερωτῶνται: «Μά, πῶς συζοῦν, ἀφοῦ διαφωνοῦν σέ ὅλα;».

