Ὅσα ξέρει ὁ «Μαίτρ» δέν τά ξέρει ὁ κόσμος…

Σάββατο πρωί-πρωί, ἐπιχειρῶ τήν συνηθισμένη βόλτα στό λιμάνι, στόν Πειραιᾶ

Ἀσφυκτική ἡ κίνηση, «πατεῖς με-πατῶ σε» στίς οὐρές γιά ἐπιβίβαση στά βαπόρια. Κομφούζιο μέ τά αὐτοκίνητα, πασχίζουν οἱ λιμενικοί, σφυρίζοντας, νά τηρήσουν κάποια τάξη.

Ὅσο μπορῶ προσεκτικά, ἐπιδιώκω νά συνεχίσω τό βάδισμα, μακριά ἀπό τό ἀγριεμένο πλῆθος. Σκέπτομαι, ὅμως, ὅτι ἡ βενζίνη ἔχει πάει στά ὕψη, τά ἀκτοπλοϊκά εἰσιτήρια στόν Θεό, ἡ οἰκονομική δυσπραγία (ὅπως τήν αἰσθανόμαστε στήν οἰκογένειά μας) βρίσκεται σέ ἔξαρση. Ποῦ πάει, λοιπόν, ὅλος αὐτός ὁ κόσμος;

Φθάνω, κάποια στιγμή στήν καντίνα, στήν περιοχή τῆς Ἠετιωνίας, καί σταματῶ γιά ἕνα μπουκαλάκι νερό. Δίπλα μου, ἕνας ἡλικιωμένος κύριος, μέ τό καλάμι καί τό καλαθάκι του, προμηθεύεται κι ἐκεῖνος νερό. Προφανῶς, θά πάει στήν ἄκρη τοῦ προβλῆτα τῶν «Δωδεκανησιακῶν», πού φεύγουν βράδυ γιά νά ψαρέψει.

«Ποῦ πάει ὅλος αὐτός ὁ κόσμος; Δέν ὑπάρχει ἀνέχεια στή χώρα;» σχεδόν μονολογῶ.

«Μαῦρο χρῆμα, ἀγαπητέ, μαῦρο χρῆμα!» μοῦ λέει ὁ ἡλικιωμένος ἐρασιτέχνης ἁλιεύς. Καί ποῦ βρίσκεται τόσο μαῦρο χρῆμα, ἄν βρίσκεται; Ὁ ἁλιεύς ἔχει μιάν ἀπάντηση. «Κάτι τά ἐπιδόματα, κάτι ἀπό ’δῶ-κάτι ἀπό ’κεῖ, κάτι ἡ μάνα μέ τή σύνταξή της, τσοντάρει καί τό κορίτσι καί πᾶνε μιά βδομάδα στήν Ἴο, τήν Κύθνο». Ἐκφράζω ἀπορία: «Καλά, πρέπει ὁπωσδήποτε νά πάει κανείς διακοπές σέ νησί; Χάθηκαν τόσα μέρη στήν ἠπειρωτική χώρα, πού θά πᾶς μέ τό ΚΤΕΛ, πού θά πληρώσεις λιγότερα σέ ἕνα “ἐνοικιαζόμενο” καί θά περάσεις ἥσυχα;» λέω, ἀφελῶς. Ὁ ἁλιεύς, ὅμως, φαίνεται κατατοπισμένος. «Αὐτά ἦταν γιά ἐμᾶς, γιά τήν ἐποχή μας, ὅταν ἤμασταν παιδιά, πού οἱ οἰκογένειες εἶχαν νά ἐπιλέξουν “βουνό ἤ θάλασσα” καί στά νησιά πήγαιναν συνήθως ὅσοι κατάγονταν ἀπό αὐτά. Δέν ζήσατε τήν ἐποχή τῶν τροφαντῶν ἀγελάδων ἐπί ΠΑΣΟΚ, τότε πού τά περιοδικά μέ τά λαμπερά ἐξώφυλλα λανσάριζαν τίς διακοπές στήν Μύκονο καί σέ ἄλλα κοσμικά νησιά, μέ ξενύχτια καί πάρτυ στά “μπιτσόμπαρα;”. Πῶς γέμισαν οἱ παραλίες ἀπό Καλαμάκι μέχρι Σούνιο μέ “μπαράκια” πού χρεώνουν τήν ξαπλώστρα ὅσο ἕνα εἰσιτήριο τῆς ἀκτοπλοΐας;».

«Θά ἀναφέρεστε στά περιοδικά ἐκείνου τοῦ κυρίου ὅστις μᾶς ἐξεβλάχεψε!» λέω, μέ δόση εἰρωνείας, στόν κύριο πού «κάτι μοῦ θυμίζει»…

«Ναί, γιά, πού ἔλεγε “μέ τίς κάρτες μπορεῖς νά πᾶς ὅπου θές”. Καί βγάζανε οἱ νεολαῖοι πιστωτικές, παίρνανε κι ἕνα “διακοποδάνειο” καί ὀργώνανε τά νησιά κι ὕστερα τούς κυνηγούσανε οἱ Τράπεζες νά πληρώσουνε. Ξέρεις πόσοι πληρώνουνε ἀκόμα δόσεις ἐκείνης τῆς ἐποχῆς; Τά ἔβλεπα κάθε τόσο στό μαγαζί καί πλήρωναν “μέ κάρτα” καί ἔλεγα μέσα μου “ἔ, ρέ τί ἔχει νά γίνει σέ λίγα χρόνια!”»… Τόν ξανακοιτάζω. «Νομίζω ὅτι κάπου σᾶς θυμᾶμαι. Εἶστε, μήπως παλαιός συνάδελφος;» ἐρωτῶ. «Ἐσύ τί δουλειά κάνεις;» ἐρωτᾶ ἐκεῖνος. «Εἶμαι δημοσιογράφος» ἀπαντῶ καί σκάει χαμόγελο μέχρι τά αὐτιά. «Κι ἔλεγα πού σ’ ἔχω δεῖ! Στήν τηλεόραση σέ ἔβλεπα. Ἤμουνα ὁ “Μαίτρ” του ..! Καί ἀναφέρει ἕνα “ναό τοῦ πολιτισμοῦ” τῆς λεωφόρου Συγγροῦ, πού δέν λειτουργεῖ πλέον! “Ἐμένα νά ρωτήσεις πῶς ἔμαθε ὁ κόσμος στά δανεικά, πῶς γίνηκε τό χρέος καί πῶς φτάσαμε ἐδῶ πού φτάσαμε!» μοῦ λέει καί φεύγει, γελῶντας…

Απόψεις

Η Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής «ακούει» το μέλλον

Εφημερίς Εστία
Μουσικό θέατρο, σύγχρονος χορός, ηλεκτρονική μουσική, εικαστικές εγκαταστάσεις και νέες αναθέσεις συνθέτουν το πιο φιλόδοξο πρόγραμμα που έχει παρουσιάσει μέχρι σήμερα η Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ, εγκαινιάζοντας μια νέα εποχή καλλιτεχνικού πειραματισμού.

150 ΧΡΟΝΙΑ ΕΣΤΙΑ

Εφημερίς Εστία
Παρακολουθήστε την εκδήλωση της Εφημερίδας «Εστία» για τα 150 χρόνια από την ίδρυση και κυκλοφορία της

Εἶναι δυνατόν μιά χώρα νά «ἀλλάξει» ἤπειρο;

Εφημερίς Εστία
Ὁ Καναδᾶς, ἡ Εὐρωπαϊκή Ἕνωσις καί τό νέο γεωπολιτικό στοίχημα τῶν ἐνδιαμέσων δυνάμεων

Τά ἀπόνερα τοῦ γερμανικοῦ σεισμοῦ: εὐρωπαϊκά κονδύλια, ἀγορές καί προσφυγικό

Μύρνα Νικολαΐδου
Ἡ συντριπτική ἧττα τοῦ Χριστιανοδημοκρατικοῦ Κόμματος (CDU) καί τοῦ Καγκελλαρίου Φρῆντριχ Μέρτς στίς περιφερειακές κάλπες δέν συνιστᾶ ἁπλῶς ἕναν ἐσωτερικό πολιτικό σεισμό

Σάββατον, 1 Ὀκτωβρίου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟ ΒΛΑΒΕΡΟΝ ΔΑΣΟΣ, ΤΑ ΣΗΜΕΡΙΝΑ ΑΡΧΙΖΕΙ ΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΑΝ Η ΔΙΚΗ ΔΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΙΝ ΛΑΜΠΡΑΚΗ