Ὁ «Ρινόκερως» τοῦ Ἰονέσκο εἶναι ἕνα ἀπό τά κλασσικά, πλέον, ἔργα τοῦ «Θεάτρου τοῦ Παραλόγου». Δηλαδή τοῦ θεάτρου τῆς λογικῆς μέσα σέ ἕναν παράλογο κόσμο.
«Ὁ Ἰονέσκο στήνει τόν μῦθο του στήν προϊοῦσα ἐξέλιξη μιᾶς ἠχηρῆς, θορυβώδους, ἑκούσιας μεταμόρφωσης. Ἄνθρωποι πού μεταμορφώνονται σέ παχύδερμα ζῶα, σέ ρινόκερους, παρακινημένοι ἀπό μιά ἀδιευκρίνιστη ἀρχικά, ἀλλά ὅλο καί διευρυνόμενη νόσο, πού παίρνει τήν μορφή ἐπιδημίας: τῆς ρινοκερίτιδας. Τά γεγονότα ἐξελίσσονται σέ μιάν ἐπαρχιακή πόλη τῆς Γαλλίας. Ὁ φακός ἑστιάζει σ’ ἕνα ζευγάρι, τόν Μπερανζέ, ὑπάλληλο στό τμῆμα παραγωγῆς ἑνός ἐκδοτικοῦ οἴκου νομικῶν συγγραμμάτων, καί στήν δεσποινίδα Νταίζη, συνάδελφό του, μέ τήν ὁποία εἶναι ἐρωτευμένος.
Ὁ Ζάν εἶναι ὁ κοινός τους φίλος. Κάποια Κυριακή, κι ἐνῷ ὅλα μοιάζουν κανονικά, βρίσκονται μπλεγμένοι σέ ἕνα περίεργο συμβάν: Ἕνας ἤ δύο ρινόκεροι ἐμφανίζονται νά βολτάρουν ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους σέ κεντρικό δρόμο τῆς πόλεως. Πρίν καλά καλά τό συνειδητοποιήσουν καί ἐνῷ προσπαθοῦν νά ἑρμηνεύσουν τό παράδοξο τῆς παρουσίας τους, πληθαίνουν τά πλαδαρά ζῶα στούς δρόμους, κατακλύζοντας μέ τούς βρυχηθμούς καί τήν ἀρχέγονη βία τους τήν περιοχή. Οἱ κάτοικοι ἔχουν ἀνεπανόρθωτα μολυνθεῖ καί, τό χειρότερο, ἐπιθυμοῦν κι ἐπιδιώκουν τή μεταμόρφωσή τους. Τελευταῖοι ἀντιστεκόμενοι, ὁ Μπερανζέ καί ἡ Νταίζη. Μέχρι τήν στιγμή πού ἀρχίζει νά λειτουργεῖ καί στήν Νταίζη τό νοσηρό σύνδρομο τῆς ἐξομοιώσεώς της μέ ὅλα τά παχύδερμα. Ὁ Μπερανζέ ἀπομένει μόνος, ὁ τελευταῖος ἄνθρωπος, μιά συμβολική ὀντότης πού, παρά τόν στιγμιαῖο κλυδωνισμό του, θαρραλέα θά διακηρύξει τήν ἐπιλογή του νά μήν ὑποκύψει ποτέ!».
Αὐτό εἶναι τό νόημα τοῦ ἔργου. Στήν σημερινή ἐποχή, οἱ ρινόκεροι εἶναι –κατά τήν ἄποψή μου– τό διαδίκτυο καί ἡ εἰκόνα στά μέσα ἐνημερώσεως. Μπῆκαν στήν ζωή καί τήν καθημερινότητά μας αἰφνιδιαστικά, νομίσαμε ὅτι εἶναι «κάτι πρωτότυπο» καί «κάτι διαφορετικό» καί σιγά-σιγά μᾶς μεταμορφώνουν σέ ἐκεῖνο πού θέλουν νά μοιάσουμε. Δέν μπορεῖ κανείς νά ἀρνηθεῖ ὅτι τόσο ἡ φονική ἔκρηξη στό ἐργοστάσιο τῶν Τρικάλων ὅσο καί τό ἀδιανόητο τροχαῖο μέ θύματα ἑπτά νέους ὀπαδούς ἔχουν τό δικό τους βάρος καί προκαλοῦν συγκίνηση στό κοινό. Ἀλλά αὐτή ἡ (ἄς μᾶς ἐπιτραπεῖ ἡ ἔκφραση) ὑστερία τῶν μέσων τί ἀκριβῶς θέλει νά ἐπιτύχει; Νά μεταμορφωθοῦμε ὅλοι σέ ὁλοφυρόμενους; Νά πέσουμε σέ μαζική κατάθλιψη; Νά μεταβληθοῦμε σέ ἀειπενθοῦντες καί ἀειμοιρολογοῦντες;
Κι αὐτή ἡ ἐπιμονή μέ τίς εἰκόνες τῶν ἀσθενοφόρων, ἀλλά καί τῶν τραυματιῶν μέσα σέ αὐτά, τί θέλει νά ἐπιτύχει; Ναί, ἀποδεκτό εἶναι ἕνα ἐκτενές –νηφάλιο– ρεπορτάζ γιά τά αἴτια τῶν τραγωδιῶν. Χωρίς ἐκεῖνες τίς εἰκόνες Τεχνητῆς Νοημοσύνης, μέ τόν παρουσιαστή νά «εἰσέρχεται» τάχαμου δῆθεν στά «ἄδυτα τῶν ἀδύτων» Νά δοῦμε ρεπορτάζ πού νά ἀναφέρονται σέ γεγονότα καί λεπτομέρειες. Χωρίς νά παραλείπονται (γιά λόγους εὐνοήτους) σημαντικά στοιχεῖα (εὑρήματα , ἐξετάσεις κ.λπ.) καί χωρίς ὑψηλούς δραματικούς τόνους, πού ἀφήνουν ἔξω τήν οὐσία –καί ἴσως τά αἴτια– τῶν συμβάντων καί ἐπιζητοῦν μόνο τόν ἐντυπωσιασμό καί τά «νούμερα» στίς μετρήσεις.
Ἐκτός ἐάν δέν ἐπιθυμοῦμε τήν πραγματικότητα καί προτιμοῦμε τήν διατήρηση ἑνός σκοτεινοῦ καί ὄζοντος περιβάλλοντος, πού ἐξυπηρετεῖ λίγους καί, ἀσφαλῶς, ὄχι τήν ἀλήθεια.

