Πάει κι αὐτή ἡ Πρωτοχρονιά.
Σέ χρόνο μηδέν, ἐτέθη στό ἑρμάριο τῶν ἀναμνήσεων καί ἤδη ἀποτελεῖ παρελθόν. Κάποιοι, μάλιστα, ἄρχισαν νά μετροῦν ἀντιστρόφως γιά τήν πρώτη τοῦ ἑπομένου ἔτους…
Αὐτή εἶναι ἡ ζωή. Κάποιοι βιάζονται νά περάσει ὁ καιρός, καθώς βλέπουν μακρυά ἀκόμη τόν ἥλιο τῆς ὡριμότητος, κάποιοι ἄλλοι προσεύχονται νά κυλᾶ ὁ χρόνος ἀργά, ὥστε νά ἀπολαύσουν τόν ἐπίλογο τοῦ ταξιδιοῦ τους…
Ἀπό παιδί, δέν πολυκαταλάβαινα γιατί γινόταν τόση πολλή φασαρία γιά ἕνα βράδυ. Συμμετεῖχα, βεβαίως, μέ ὅλη μου τήν ψυχή στό πανηγύρι, κατασκόπευα τούς γονεῖς μου γιά νά δῶ –ἐπί τέλους– πῶς ὁ Ἅγιος Βασίλης μπαίνει στό σπίτι μας, ἰδίως ὅταν ἐπήγαμε στό δικό μας σπίτι, πού δέν εἶχε καμινάδα, ἀλλά πάντα μέ ἔπαιρνε ὁ ὕπνος καί τό πρωί εὕρισκα τό δῶρο μου στήν ρίζα τοῦ χριστουγεννιάτικου δένδρου. Μέ ἕνα σημείωμα, γραμμένο καλλιγραφικά, μέ κονδυλοφόρο: «Γιά τόν Μίμη».
Καί ἤμουν βέβαιος ὅτι τό ἔγραφε ὁ Ἅγιος Βασίλης, ἀφοῦ ὁ πατέρας μου, ὡς ἰατρός, ἔγραφε ὀρνιθοσκαλίσματα καί ἡ μαμά μου δέν ἦταν τόσο καλλιγράφος. Ἀργότερα, ἔμαθα ὅτι τά ἔγραφε ὅλα ἡ μεγάλη μας ἀδελφή, πού εἶχε ἤδη μάθει ὅτι ὁ Ἅγιος Βασίλης ἦταν τό πορτοφόλι τῆς μαμᾶς, ἡ ὁποία ἦταν ἐκείνη πού ἔφερνε σπίτι τά περισσότερα χρήματα, ἀσχέτως τοῦ ἄν ὁ πατέρας ἦταν –ἔτσι νόμιζε– ὁ «ἀρχηγός»…
Μεγαλώνοντας, ἄρχισα νά καταλαβαίνω πολλά περισσότερα. Ἰδίως ὅταν ἐργαζόμουν ὡς μουσικός καί τά βράδυα τῆς παραμονῆς τῆς Πρωτοχρονιᾶς βρισκόμουν στό πάλκο, καθισμένος πίσω ἀπό τό «χάμοντ», βλέποντας τούς πελάτες νά χορεύουν καί νά ἀνταλλάσσουν προπόσεις. Λόγῳ τῆς θέσεώς μου (ἤμουν ὁ μόνος καθήμενος, ὅπως καί ὁ ντράμερ, ἀλλά ἐκεῖνος δέν εἶχε ἐλεύθερο χέρι) εἶχα πλάι μου τόν διακόπτη καί ὅταν ἔφθανε τό μέτρημα τοῦ τραγουδιστῆ στό «μηδέν», ἔκλεινα τά φῶτα καί «γύριζε ὁ χρόνος.» Καί τότε, καταλάβαινα πόσο μοῦ ἔλειπε τό σπίτι καί δέν καταλάβαινα «γιατί ὅλοι αὐτοί δέν κάθονται σπίτι τους νά γυρίσουν τόν χρόνο μέ τούς δικούς τους.»
Ἀφ’ ὅτου σταμάτησα τήν μουσική ὡς βιοπορισμό, δέν ἔχω κάνει ποτέ παραμονή πρωτοχρονιᾶς χωρίς τούς δικούς μου ἀνθρώπους…
Τί εἶναι, ὅμως, ὁ χρόνος; Γιά ἐμᾶς, τούς κάπως μεγαλύτερους, εἶναι κάτι πού περνᾶ πολύ γρήγορα. Γιά τούς νεότερους, εἶναι κάτι πού περνᾶ ἔτσι κι ἀλλιῶς. Γιά τούς πολύ νέους, εἶναι κάτι τό ὁποῖο καλό θά εἶναι νά τρέχει γρηγορότερα.
Θυμᾶμαι πόσο βιαζόμουν νά μεγαλώσω. «Ὁ Δημητράκης εἶναι δεκαέξι ἐτῶν» ἔλεγε ὁ πατέρας ὅταν μέ παρουσίαζε σέ φίλους. «Δεκαεπτά» ἀπαντοῦσα ἐγώ, ἀφοῦ εἶχε ἤδη παρέλθει τό πρῶτο ἑξάμηνο τοῦ ἔτους.
«Μήν βιάζεσαι νά μεγαλώσεις, ἔχεις καιρό» ἔλεγε ὁ πατέρας, πού ἦταν ἤδη ἀρκετά μεγάλος.
Καί, αἰσίως, φθάσαμε στό 2026. Δηλαδή στό ἕνα τέταρτο τοῦ (ὄχι πλέον τόσο πολύ) νέου αἰῶνος!
Καί ἀρχίζουν οἱ εὐχές. Κατ’ ἀρχάς ὅλοι εὔχονται «Ὑγεία». Καί, φυσικά, εἶναι τό πλέον σημαντικό. «Ὑγεία καί λεφτά» λένε πολλοί. Καί ἀκούγεται στό βάθος ἡ φωνή τοῦ παλαιοῦ μάγκα: «Τί νά τά κάνεις τά λεφτά, ἅμα δέν ἔχεις φράγκο»! Καί ἀπό τήν ἄλλη βλέπεις οἰκογένειες ζάπλουτες νά «μαλλιοτραβιοῦνται» γιά τήν περιουσία καί λές «καλύτερα πού δέν εἶμαι πλούσιος»…
Ἐμεῖς εὐχόμεθα Ὑγεία καί Μέτρο. Καί μακάρι τό 2026, πού φαίνεται ὅτι θά εἶναι δύσκολο, νά διαψεύσει ὅλους τούς φόβους καί τίς ἀμφιβολίες.
Καλή μας Χρονιά, ἀγαπητοί!
*Στίχος τοῦ Διονύση Σαββόπουλου σέ μελωδία Λούτσιο Ντάλλα

