Σπανίως βλέπω τα «πρωινάδικα» στήν τηλεόραση.
Προτιμῶ νά πάω μιά πρωινή βόλτα πρίν πιω τόν καφέ μου. Χθές, ὅμως, ἔβλεπα ἕναν ἀπό τούς γνωστούς «ξερόλες-ντελάληδες», σέ κάποιο ἀπό τά κανάλια, νά «χτυπιέται» ὀργισμένος. «Κατέβηκε τό βουνό στά σπίτια! Δέν εἶναι δυνατόν! Εἶναι ἀπαράδεκτο!» φώναζε, ζητῶντας καί συγγνώμη γιά τίς φωνές του (συνήθως αὐτά τά μικρά «μονόπρακτα» φέρνουν τηλεθέαση, λένε οἱ εἰδήμονες)…
Ἀλήθεια, ἔχει κανείς δεῖ μέχρι σήμερα βουνό νά… ἀνεβαίνει; Ὅλα τά βουνά τοῦ κόσμου «κατεβαίνουν» ὅταν ξεχύνονται ὁρμητικά νερά, τά ὁποῖα προκαλοῦν οἱ βροχοπτώσεις. Στά ὀργανωμένα, ὅμως, κράτη, τά βουνά «κατεβαίνουν» (δηλαδή τά παρασυρόμενα ἀπό τήν ὁρμή τῶν ὑδάτων φερτά ὑλικά) διά τῶν φυσικῶν διαύλων, ἤτοι ποταμῶν, παραποτάμων, ρεμάτων καί χειμάρρων. Στά ὀργανωμένα κράτη οὐδείς διανοεῖται νά ἀνεγείρει πολυτελῆ κατοικία στήν κοίτη ἑνός «μπαζωμένου» χειμάρρου. Καί ὁ πλέον ἀφελής γνωρίζει ὅτι ἡ Φύση ἀκολουθεῖ τούς δικούς της δρόμους. Ὅπως τά ἀποδημητικά πτηνά, πού ἀκόμη καί σήμερα ξαποσταίνουν σέ σημεῖα τά ὁποῖα, κάποτε, φιλοξενοῦσαν ἐκβολές ποταμῶν.
Δηλαδή τί θέλουμε; Νά μπαζώνουμε τούς ποταμούς καί τούς χειμάρους καί τό νερό τῆς βροχῆς νά… ἐξατμίζεται; Στό κτῆμα μας, στήν Σαλαμῖνα, πού φθάνει μέχρι ψηλά στόν λοφίσκο τοῦ Ἀμπελακίου, ἔχουμε μόνοι μας δημιουργήσει «κανάλια» γιά νά φεύγει εὔκολα τό νερό πού φέρνει ἡ βροχή καί νά βγαίνει στόν δρόμο, ὅπου ὑπάρχουν φρεάτια. Δέν χρειάζεται νά ἔχεις γνώσεις Φυσικῆς καί Γεωλογίας ἤ νά εἶσαι πολιτικός μηχανικός γιά νά ἀντιληφθεῖς τά πολύ ἁπλᾶ πράγματα.
Ἡ Μητέρα Φύση ἔχει τά δικά της σημάδια. Ἡ Φύση δέν ἔχει μυστικά, τά γνωρίζουμε ὅλα. Γνωρίζουμε ὅλοι πολύ καλά ὅτι δέν πρέπει, δέν εἶναι σωστό, νά σκεπάζεις ἕνα ποτάμι, ὅτι δέν εἶναι σωστό νά ἐπιχωματώνεις τήν κοίτη ἑνός παραποτάμου, ὅτι δέν εἶναι δυνατόν νά ἀνεγείρεις οἰκοδομήματα σέ σημεῖα πού ὑπῆρχαν ποτάμια. Ἡ Φύση δέν λησμονεῖ τά παιδιά της. Καί πάντα θά τά θυμηθεῖ ὅταν ἔλθει ἡ ὥρα.
Σᾶς βεβαιῶ ὅτι ὅποτε περνῶ ἀπό τόν σκεπασμένο Κηφισό καί τόν ἐπίσης ἐξαφανισμένο Ἰλισό, ἔρχεται στό μυαλό μου εἰκόνα ἀπό ταινία τρόμου, μέ τήν ἄσφαλτο καί τό σκυρόδεμα νά τινάζονται στόν ἀέρα, μαζί μέ αὐτοκίνητα καί δίκυκλα, καί τά νερά νά φεύγουν ὁρμητικά δεξιά καί ἀριστερά.
Χωρίς ἀμφιβολία, ὁ βιασμός τόν ὁποῖον ἔχει ὑποστεῖ ἡ Ἀττική εἶναι πρωτοφανής. Δημιουργήθηκε ἕνας οἰκοδομικός λαβύρινθος, χωρίς ὑποδομές καί μέ ἐμφανῆ τήν πρόθεση νά ἀγνοηθοῦν τά «σημάδια» τῆς Φύσεως.
Ἄν εἶχε ὁποιαδήποτε ἄλλη πόλη τόν Ἡριδανό, τόν ἀρχαῖο γραφικό ποταμό τῶν Ἀθηνῶν, θά τόν εἶχε ἀξιοποιήσει κατά τόν καλύτερο τρόπο. Φαντάζεστε ἕναν περίπατο στίς ὄχθες τοῦ Ἰλισοῦ, ἐκεῖ πού δίδασκε τούς μαθητές του ὁ Σωκράτης;
Πολύ καλά, λοιπόν, ἔκανε «τό βουνό» (στήν προκειμένη περίπτωση, ὁ Ὑμηττός) καί «κατέβηκε στά σπίτια». Τό βουνό εἶναι τό «ἀφεντικό» καί ὄχι οἱ ἐργολάβοι, πού σήμερα κακοποιοῦν τήν ὑπέροχη Ἀκτή, τήν τάχα μου δῆθεν «ἀθηναϊκή Ριβιέρα». Ἡ ἰταλική καί ἡ γαλλική Ριβιέρα διατήρησαν τά νεοκλασσικά τους (πλήν του νεόπλουτου Μονακό) καί δέν κακοποίησαν τήν Φύση καί τήν ἀρχιτεκτονική τους.
«Στριβιέρα», ἴσως (στρίβειν διά τῶν ἐργολάβων), ἀλλά Ριβιέρα σέ καμμία περίπτωση. Ἕνας ἀχταρμᾶς περιέργου νεοπλουτισμοῦ καί τίποτε ἄλλο!

