Τό μικρόβιο τοῦ διχασμοῦ εἶναι συστατικό τοῦ αἵματος τῶν Ἑλλήνων!
Εἴμαστε ἀπό τούς λαούς ἐκείνους, πού ἀναζητοῦν μετά μανίας ἀφορμή γιά νά διχασθοῦν. Ἀπό τούς τοπικούς συλλόγους, τά πολιτικά κόμματα, τούς διαγωνισμούς γιά τήν «Γιουροβίζιον» μέχρι καί γιά τίς φωτογραφίες τῶν τραγικῶν ἐκείνων μορφῶν, πού ἀντίκρυσαν περήφανα τίς φονικές κάνες τῶν Γερμανῶν στήν Καισαριανή τήν πρώτη Μαΐου τοῦ 1944.
«Ἦσαν ὅλοι κομμουνιστές» ὁ ἕνας, «ὄχι, ἦσαν καί κάποιοι ἀρχειομαρξιστές» ὁ ἄλλος, «ὄχι, ἦταν ἀνάμεσά τους καί κάποιοι τροτσκιστές» ὁ τρίτος. Λές καί τό αἷμα πού ἔτρεξε ἀπό τίς πληγές τους εἶχε ἄλλο χρῶμα ἀπό τό κόκκινο!
Μά, τί σημασία ἔχει τό ποῦ ἀνῆκε ἰδεολογικά ὁ καθένας; Ἐμεῖς εἴδαμε κάποιους λεβέντες, κορμοστασιές ὁλόρθες, νά βαδίζουν πρός τόν θάνατο χωρίς ἕναν μορφασμό, χωρίς μιά ἀλλοίωση στά χαρακτηριστικά τους.
Ἐγώ, προσωπικά, θαύμασα ἐκεῖνον τόν ψηλό μέ τό λευκό πουκάμισο. Μοῦ θύμισε τούς ἥρωες τοῦ σινεμά, πού μασοῦσαν τόν καπνό καί τόν ἔφτυναν στά μοῦτρα τοῦ ὑποψήφιου δολοφόνου τους, λίγο πρίν ἐκεῖνος τραβήξει τήν σκανδάλη.
Τί τά θέλετε; Ὁ ἄλλος γράφει «καί τί κάνετε ἔτσι; Καί ἄλλοι ἐκτελέσθηκαν χωρίς νά εἶναι κομμουνιστές, ἀλλά δέν ἔγινε τέτοια φασαρία». Μά, ἀγαπητοί μου, ἔχουμε δεῖ πολλές φρικιαστικές φωτογραφίες καί βίντεο ἀπό τίς κτηνωδίες τῶν Γερμανῶν στήν κατεχόμενη πατρίδα μας. Ἀλλά ἀπό τήν δισεκατόμβη τῆς Καισαριανῆς δέν εἴχαμε, μέχρι πρό ἡμερῶν, φωτογραφική μαρτυρία. Αὐτό εἶναι τό συγκλονιστικό καί τό νέο στοιχεῖο. Τό ὅτι ὀγδόντα δύο χρόνια ἀργότερα, εἴδαμε τά πρόσωπα ἐκείνης τῆς τραγωδίας. Ὀγδόντα δύο χρόνια μετά τό συμβάν, ἡ ἄτιμη πράξη τῆς ἐκτελέσεως τῶν διακοσίων –ἀμάχων στήν οὐσία, ἀφοῦ ἦσαν ἀπό καιρό κρατούμενοι– Ἑλλήνων, ἡ τραγωδία ἀπέκτησε πρόσωπα καί ὀνόματα! Διότι πολύ διαφορετικό τό νά βλέπεις τήν μαρμάρινη πλάκα μέ τά ὀνόματα καί πολύ διαφορετικό τό νά ἀντικρύζεις τά ἀτάραχα ἐκεῖνα πρόσωπα, τίς ἀποφασισμένες ἐκεῖνες μορφές, πού –ποιός ξέρει πῶς καί μέ ποιά δύναμη– εἶχαν προετοιμάσει ἑαυτούς γιά τό τελευταῖο περπάτημα ἐπάνω στήν ἀττική γῆ!
Κι ἐμεῖς, ἀντί νά κλίνουμε τό γόνυ μέ σεβασμό καί δέος, ἀρχίσαμε πάλι τά ἴδια. «Ἐτοῦτοι ἤτανε δικοί μας» ἤ «Κι ἄλλοι χάσαν τήν ζωή τους, ἀλλά δέν ἔγινε τόσος ντόρος». Ντροπῆς πράματα, πού θά ἔλεγε ἡ γιαγιά μου, ἀπόγονος ὁπλαρχηγῶν τῆς Ὕδρας.
Δέν εἶχα τήν παραμικρή ἀμφιβολία ὅτι ἡ φίλη Λίνα Μενδώνη θά ἐκινεῖτο ἀμέσως γιά τήν ἀπόκτηση τῶν σπουδαίων αὐτῶν ντοκουμέντων ἀπό τό ἑλληνικό Ὑπουργεῖο Πολιτισμοῦ.
Τά ντοκουμέντα αὐτά εἶναι πολύτιμα. Δείχνουν, πρίν ἀπ’ ὅλα, ὅτι τήν ὥρα πού κάποιοι γείτονές μας εἶχαν ταχθεῖ στό πλευρό τῶν χιτλερικῶν ὀρδῶν ἤ ἔκαναν τάχαμου τόν «οὐδέτερο» καί «τά ἔπιαναν» ἀπό ὅποιον ἔδινε περισσότερα, οἱ Ἕλληνες ἔδιναν τήν ζωή τους στόν βωμό τῶν ἀξιῶν τίς ὁποῖες ἀνέκαθεν ὑπηρετοῦσαν.
Καί νά σᾶς πῶ κάτι; Θέλω νά πιστεύω ὅτι τά γραφτά ἀποκτοῦν ἰδιαίτερη σημασία ὅταν, τήν ὥρα πού τά γράφεις, τά μάτια σου θολώνουν. Καί σᾶς βεβαιῶ, ὅτι, τίς τελευταῖες μέρες, μοῦ συνέβη συχνά…

