Ἄς τήν λέμε «Λαμπρή» μήπως ἀλλάξει κάτι…

Τέτοιες μέρες, πού χαίρεται ἡ φύση ὅλη, τέτοιες μέρες πού «στήνει ὁ ἔρωτας χορό μέ τόν ξανθόν Ἀπρίλη», ἡ πατρίδα αὐτή συνήθιζε νά «τό ρίχνει ἔξω».

Παλιότερα δέν ἔφευγε τόσος κόσμος τό Πάσχα. Ὑπῆρχαν λιγότερα αὐτοκίνητα, λιγότερο χρῆμα, λιγότερα ξενοδοχεῖα, λιγότερος κόσμος στό Λεκανοπέδιο. Ἀπό τήν ἐποχή πού ἄρχισαν νά πέφτουν ἀπό τόν εὐρωπαϊκό οὐρανό τά «πακέτα», ἡ χώρα πακεταρίστηκε κανονικά, γιά νά παραδοθεῖ ἕτοιμη, δεμένη μέ διακοσμητικό κορδελλάκι, στούς δανειστές. Κι ὅμως, αὐτή ἡ χώρα, πού περνοῦσε μέ λίγα καί περνοῦσε καλά, δέν μπόρεσε νά ἀντισταθεῖ στίς ὀρδές τῶν βαρβάρων, πού μέ τόν καιρό ἐξελίχθηκαν σέ κυρίαρχους καί ξεχύνονται κάθε τόσο μέσα ἀπό τά κανάλια γιά νά σέ κάνουν νά τρέμεις!

Ἅγιες μέρες, Λαμπρή τῶν Ἑλλήνων σιμώνει κι οὔτε ἕνα χαμόγελο! Οὔτε μιά διέξοδος, στό φοβερό ἀδιέξοδο πού μᾶς ὁδήγησαν ἐκεῖνοι πού θά κάνουν «Ἀνάσταση»στά πολυτελῆ τους σπίτια πού ἀπέκτησαν χωρίς νά ἀσκήσουν ἐπάγγελμα, ἐκεῖνοι, οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ὁποίους δέν ἔχουν ἱδρώσει, δέν ἔχουν ἀντιληφθεῖ τί σημαίνει ἐπιχείρηση, προσωπικό, μισθοί, ἀσφαλιστικές εἰσφορές, ἐφορία, ἐπιταγή, ΦΠΑ. Δέν τό εἶπαν Πάσχα οἱ Ἕλληνες. «Λαμπρή» ὀνόμασαν τή γιορτή γιά νά εἶναι ἑλληνική ἡ ὀνομασία της. «Λαμπρή» γιατί συμπίπτει μέ τήν ἀλλαγή τῆς ἐποχῆς, μέ τή γῆ πού πρασινίζει, μέ τά δέντρα πού ἀνοίγουν τά φύλλα τους, μέ τά ἀρώματα τῆς φύσης σέ οἶστρο. Λαμπρή καί στό βάθος νά φαίνεται ἐλπίδα…

Στά υψηλότερά της ἡ ἀγορά, δέν ὑπάρχουν χρήματα στίς τσέπες τοῦ κοσμάκη, πανάκριβα τά ἀγαθά πρώτης ἀνάγκης. Πᾶνε καί τά «κινήματα», ξεθύμαναν. Οἱ «ἀγανακτισμένοι», τό «κίνημα τῆς πατάτας», τό κίνημα «δέν πληρώνω». Οὐδείς μπόρεσε νά κλονίσει τό «κίνημα» πού μᾶς κυβερνᾶ πενήντα χρόνια τούρκικα. Ἄλλες ἐποχές, τήν Λαμπρή λαλοῦσαν τά κλαρῖνα, ἔδινε κι ἔπαιρνε ὁ τσάμικος, ἡ ρετσίνα γέμιζε τά ποτήρια. Μετά, περάσαμε στήν ἐξέλιξη. Ἀποκτήσαμε «μπάρμπεκιου», οἱ σοῦβλες γυρίζουν μέ «μοτεράκι», τό κρασί ἔγινε «σινιέ» καί τό κοκορέτσι τό ἀγοράζουμε ἕτοιμο! Ἀκόμη καί τά δημοτικά τραγούδια ἀποδίδονται μέ ὄργανα ἠλεκτρικά, πού στεροῦν τή γνησιότητα καί τήν ὀμορφιά πού ἔχει ἡ αὐθεντική παραδοσιακή μουσική μας. Καί σέ λίγα χρόνια δέν θά ἔχουμε ταυτότητα! Σταμάτησαν τά σουβλίσματα στά στρατόπεδα, ἐλάχιστοι κάτω τῶν 40 χορεύουν δημοτικούς χορούς καί τά ἑλληνικά ἀντικαθίστανται ἀπό ξένες λέξεις καί ἰδιωματισμούς. Δέν χρειάστηκε νά περάσουν στρατοί τά σύνορά σου. Τά κατήργησαν, περνώντας σου τήν «ἐλευθερία τῆς ἐπικοινωνίας», ἐπιτρέποντάς σου τρόπους «συνεύρεσης» πού δέν τούς εἶχες φανταστεῖ!

Μπαίνεις στό google earth, βλέπεις τό ἐξοχικό σου στή Μακρυνίτσα καί μένεις ἔκθαμβος! Δέν σκέπτεσαι, ὅμως, ὅτι ἐκεῖνοι πού σοῦ ἐπιτρέπουν νά δεῖς μέχρι τό σπίτι σου, μπορεῖ νά βλέπουν μέσα σ’ αὐτό! Πρόοδος, δέν λέω, ἀλλά κάπου χάνεσαι στόν λαβύρινθό της. «Μιλᾶμε» μέ πληκτρολόγια καί στέλνουμε εὐχές χωρίς νά μιλᾶμε! Ἀνοῖξτε τό γραμματοκιβώτιό σας! Μόνο λογαριασμούς θά βρεῖτε! Οὔτε μιά πασχαλινή κάρτα! Καλό Πάσχα!

Απόψεις

Εφημερίς Εστία
Η νέα έκδοση του εμβληματικού μυθιστορήματος «Το έγκλημα και η τιμωρία» του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, σε μετάφραση του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που παρουσιάζουν οι εκδόσεις Historia, δεν συνιστά απλώς μια ακόμη επανέκδοση κλασικού έργου, αλλά την αποκατάσταση ενός κεφαλαίου της νεοελληνικής φιλολογικής Ιστορίας.

1.500 ἀνέκδοτες ἐπιστολές τοῦ Κολοκοτρώνη στήν δημοσιότητα

Εφημερίς Εστία
Μουσεῖο στήν μνήμη τοῦ ἥρωος τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 ἱδρύει ἡ οἰκογένεια Στασινοπούλου – Ἀνακοινώσεις στίς 23 Μαρτίου – Ἡ ἀλληλογραφία του μέ τήν Ἐθνοσυνέλευση γιά τόν Καποδίστρια

Τό πολιτισμικό πρόβλημα: Δέν ἀντέχουμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον!

Μανώλης Κοττάκης
Ὁ λαϊκισμός καί ὁ ἐλιτισμός, τό ἐθνικό καί τό ὑπερεθνικό

Ζήτημα ἀξιοπιστίας τῶν θεσμῶν ἔθεσε ὁ κ. Δένδιας

Εφημερίς Εστία
«Ποιός ἀπό ἐμᾶς μπορεῖ νά ὑπερασπίζει τήν λογική ὅτι ἡ ἡγεσία τῆς Δικαιοσύνης πρέπει νά ἐπιλέγεται ἀπό τήν ἑκάστοτε Κυβέρνηση;»

Ἡ κατά Γεώργιον Ζαμπέτα «ψυχούλα» καί ἡ Ἀποκριά

Δημήτρης Καπράνος
Εἶναι ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει μέ τά ἀποδημητικά πουλιά, πού ἔρχονται καί ξαποσταίνουν στά λιγοστά νερά τοῦ Κηφισοῦ, στήν παραλία τοῦ Μοσχάτου. Χιλιάδες χρόνια τώρα, ἔρχονται ἀπό ἔνστικτο κι ἄς ἔχει μπαζωθεῖ κατά τρόπο αἰσχρό τό ποτάμι.