ΕΤΟΣ ΑΡΧΙΚΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ 1876
Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

Ἀπό τά πράσινα μάτια στήν Παπαλάμπραινα

Πάει κι αὐτή ἡ ἀποκριάτικη περίοδος. Οὔτε πού τήν πήραμε χαμπάρι.

Κι ἄν δέν ἦταν τά Καρναβάλια στήν Πάτρα, τό Μοσχᾶτο, τήν Ξάνθη καί ὅπου ἀλλοῦ (μέ τό βραζιλιάνικο πάντως στοιχεῖο νά ἔχει ἐπικρατήσει παντοῦ) οὔτε πού θά τό παίρναμε χαμπάρι τό καρναβάλι.

Ποῦ εἶναι ἐκεῖνα τά χρόνια, πού καθ’ ὅλη τήν διάρκεια τῶν Ἀπόκρεω εἴχαμε κάθε τόσο γλέντια καί τραγούδια, χορούς καί μασκαράτες, πανηγύρια καί σόκιν ἀνέκδοτα…

Καί ὄχι, φυσικά, τίποτε λουκούλλεια γεύματα. Ἡ παρέα καί τό γλέντι εἶχαν τόν πρῶτο λόγο. Κάθε οἰκογένεια ἔφερνε τό κατιτίς της καί τό τραπέζι γέμιζε λιχουδιές. Φάβα, σαλάτες, ἀλίπαστα, ἀλλαντικά, κανά-δυό ταψιά ψητό μέ πατάτες (ψημένα στόν φοῦρνο τῆς γειτονιᾶς) καί, φυσικά, νταμιζάνες μέ καλό κρασί, ἀγορασμένο ἀπό τόν «καρβουνιάρη». Τότε, ὅλα τά «καρβουνιάρικα» πουλοῦσαν καί κρασί!

Στό δικό μας τό σπίτι, εἴχαμε πάντα γλέντι τήν Τσικνοπέμπτη. Γέμιζε τό σαλόνι ἀπό φίλους καί συγγενεῖς, καί ὁ χορός ἔδινε κι ἔπαιρνε. Βάζαμε κι ἐμεῖς οἱ μικροί τά δικά μας δισκάκια στό πικάπ (κάτι ρόκ ἔντ ρόλλ, κάτι μάμπο καί σάμπες), ἀλλά ὅταν ἄρχιζαν τόν χορό οἱ μεγάλοι κάναμε στήν ἄκρη.

Συνήθως ἄρχιζαν ὅλα μέ μιά «Κομπαρσίτα», πού τήν χόρευαν τά ζευγάρια στήν πίστα, δηλαδή στό μεγάλο χώλ τοῦ σπιτιοῦ μας, στρωμένο μέ ἕνα περίτεχνο μωσαϊκό, πού περιεῖχε καί κοχύλια ἀπό τήν θάλασσα!

Ὕστερα χόρευαν καί κανά-δυο βαλσάκια, συνήθως τό «Ἄστα τά μαλλάκια σου ἀνακατεμένα» καί τό «Padam» μέ τήν Ἐντίτ Πιάφ, πού ἄρεσε στόν πατέρα μας. Κι ἀφοῦ τέλειωναν μέ τά εὐρωπαϊκά, ἔπεφτε στό πικάπ τό πρῶτο καλαματιανό. «Στῆς ἀκρίβειας τόν καιρό, ἐπαντρεύτηκα κι ἐγώ.» Καί δώσ’ του χορός κυκλωτικός, γιά νά ἀκολουθήσουν τά ἑπόμενα. «Σέ γέλασε, Παρασκευούλα μου, σέ γέλασε τό δημαρχόπουλο.» Βρέ, τί τραβοῦσε αὐτή ἡ Παρασκευούλα, πού «εἶχε ἀμπέλια στή Βλαχιά, σπίτια στό Βουκουρέστι», ἀλλά τό δημαρχόπουλο τήν κορόιδεψε καί δέν τήν πῆρε! Κι ὕστερα, ἀκολουθοῦσε «ἀπό τήν πόρτα σου περνῶ ὡραῖα Ἀγιώτισσα κι ἀπό τήν γειτονιά σου κόρη μέ τῇς ἐλιές.» Κι ἐγώ σκεφτόμουν πῶς μπορεῖ νά εἶναι ὄμορφη μιά γυναῖκα γεμάτη ἐλιές! Καί κατέληγα στό συμπέρασμα, ὅτι θά εἶχε προῖκα τίποτα ἐλαιῶνες! «Θά πάρω ἀεροπλάνο, ὡραία, Ἀγιώτισα, γιά νά ’ρθω νά σέ πάρω» τραγουδοῦσε ἡ ὁμήγυρις, κι ἐμεῖς ἀναρωτιόμασταν ἄν ἔχει ἀεροδρόμιο τό Αἴγιο!

Κι ὅταν τελείωνε ὁ σεληνιασμός μέ ὅλα τά καλαματιανά, τά συρτά, ἀλλά καί κανά-δυό τσάμικα, τήν «Ἰτιά, λουλουδιασμένη» και τήν «Παπαλάμπραινα», γιά νά χορέψει ὁ πατέρας μου καί νά σφυρίξει κλέφτικα, ἐρχόταν ἡ ὥρα τῆς δοκιμασίας.

«Δημητράκη, στή θέση σου.» Ἡ «θέση μου» ἦταν τό πιάνο «Lyon and Healy», μιά παλιά ἀμερικάνικη πιανόλα πού εἶχε γίνει πιάνο καί ὁ μπαμπᾶς, μέ μιά ψιλή σφαλιαρίτσα, ἔδινε παραγγελιές. Κι ἄρχιζα μέ τόν «Γεροδῆμο», γιά νά κλείσει ὁ ἰατρός μέ μιά κορώνα «Ἀμάααααν» κι ὕστερα ἔπαιζα «δύο πράσινα μάτια μέ μπλέ βλεφαρίδες» πού τραγουδοῦσε ἡ κυρία Ἑλένη, πού οὔτε πράσινα μάτια εἶχε οὔτε μπλέ βλεφαρίδες διέθετε.

Ἦταν ὄμορφα, ὅμως. Καί τά σκέφτομαι τώρα, πού μέ τόσους μασκαρᾶδες γύρω μας, δέν καταλαβαίνουμε Ἀποκριά!

Απόψεις

Εφημερίς Εστία
Η νέα έκδοση του εμβληματικού μυθιστορήματος «Το έγκλημα και η τιμωρία» του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, σε μετάφραση του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που παρουσιάζουν οι εκδόσεις Historia, δεν συνιστά απλώς μια ακόμη επανέκδοση κλασικού έργου, αλλά την αποκατάσταση ενός κεφαλαίου της νεοελληνικής φιλολογικής Ιστορίας.

1.500 ἀνέκδοτες ἐπιστολές τοῦ Κολοκοτρώνη στήν δημοσιότητα

Εφημερίς Εστία
Μουσεῖο στήν μνήμη τοῦ ἥρωος τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 ἱδρύει ἡ οἰκογένεια Στασινοπούλου – Ἀνακοινώσεις στίς 23 Μαρτίου – Ἡ ἀλληλογραφία του μέ τήν Ἐθνοσυνέλευση γιά τόν Καποδίστρια

Τό πολιτισμικό πρόβλημα: Δέν ἀντέχουμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον!

Μανώλης Κοττάκης
Ὁ λαϊκισμός καί ὁ ἐλιτισμός, τό ἐθνικό καί τό ὑπερεθνικό

Ζήτημα ἀξιοπιστίας τῶν θεσμῶν ἔθεσε ὁ κ. Δένδιας

Εφημερίς Εστία
«Ποιός ἀπό ἐμᾶς μπορεῖ νά ὑπερασπίζει τήν λογική ὅτι ἡ ἡγεσία τῆς Δικαιοσύνης πρέπει νά ἐπιλέγεται ἀπό τήν ἑκάστοτε Κυβέρνηση;»

Ἡ κατά Γεώργιον Ζαμπέτα «ψυχούλα» καί ἡ Ἀποκριά

Δημήτρης Καπράνος
Εἶναι ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει μέ τά ἀποδημητικά πουλιά, πού ἔρχονται καί ξαποσταίνουν στά λιγοστά νερά τοῦ Κηφισοῦ, στήν παραλία τοῦ Μοσχάτου. Χιλιάδες χρόνια τώρα, ἔρχονται ἀπό ἔνστικτο κι ἄς ἔχει μπαζωθεῖ κατά τρόπο αἰσχρό τό ποτάμι.