Στό σπίτι ἐπικρατοῦσε μπερδεμένη κατάσταση.
Ὁ πατέρας, ἰατρός, μέ ἐνεργό ἀνάμειξη στά κοινά, στέλεχος τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, παλαιός ἀριστερός, μετέπειτα «βενιζελικός» καί τότε «μέ τόν Γέρο τῆς Δημοκρατίας».
Ἡ μητέρα, «ἀναντάμ-παπαντάμ» δεξιά, Μανιάτισσα, θυγάτηρ βουλευτοῦ Λακωνίας τοῦ Βασιλικοῦ Κόμματος, «βασιλικιά» μέν, ἀλλά καί θαυμάστρια τοῦ Κωνσταντίνου Καραμανλῆ («ὁ κοῦκλος μου» τόν ἀποκαλοῦσε), ὁπότε καταλαβαίνετε…
Ἐκείνη τήν ἡμέρα, τήν 15η Ἰουλίου τοῦ 1965, ὁ πατέρας ἐπέστρεψε τό μεσημέρι ἀπό τόν «Οἶκο τοῦ Ναύτου» ἐκνευρισμένος. Λόγῳ τῶν διακοπῶν, ἡ μητέρα μας δέν πήγαινε στό σχολεῖο, ὁπότε πραγματοποιοῦσε ἀπόπειρες –συνήθως μάταιες– «νά μαγειρέψει κάτι τῆς προκοπῆς ἐκτός ἀπό αὐγά μέ πατάτες», ἀλλά ὁ πατέρας δέν κάθισε κἄν στό τραπέζι. Πῆγε κατ’ εὐθεῖαν στό τηλέφωνο.
Ἄκουσα ὅλες του τίς συνομιλίες καί ἀντελήφθην ὅτι «πέφτει ἡ Κυβέρνηση ἄν ὁ Βασιλεύς δέν ἀποδεχθεῖ τήν πρόταση τοῦ Πρωθυπουργοῦ νά ἀναλάβει τό Ὑπουργεῖο Ἐθνικῆς Ἀμύνης ὁ ἴδιος»… Ἀντιλαμβανόμουν ἐπίσης ὅτι ὁ πατέρας μου ἀνῆκε στήν πλευρά ἐκείνη πού δέν ἔβλεπε μέ «καλό μάτι» τήν παρουσία τοῦ Ἀνδρέα Παπανδρέου στήν Κυβέρνηση. «Νά μοῦ τό θυμηθεῖτε ὅτι θά μᾶς διαλύσει» ἔλεγε στούς φίλους του, τόν Φώτη Χρηματόπουλο, τόν Ἰωάννη Μελᾶ καί ἄλλα στελέχη τῆς Ἑνώσεως Κέντρου στήν Β΄ Πειραιῶς.
Τό βράδυ, ἡ κατάσταση εἶχε ἀρχίσει νά γίνεται δύσκολη. Ὁ Κωνσταντῖνος εἶχε ἀρνηθεῖ νά ἱκανοποιήσει τό αἴτημα τοῦ Πρωθυπουργοῦ, στήριξε τόν Πέτρο Γαρουφαλιᾶ καί ὁ Γεώργιος Παπανδρέου ὑπέβαλε τήν παραίτησή του. Ὁ πατέρας μου ἐπικοινώνησε μέ τόν κουμπάρο μας Ἀγησίλαο Σπηλιάκο, βουλευτή Λακωνίας τῆς Ἑνώσεως Κέντρου καί σύζυγο τῆς ἐξαδέλφης τῆς μητέρας μου Μαρίας Πατσουράκου, καί μᾶς πληροφόρησε ὅτι «ἐπίκειται ἀποστασία»…
Τότε ἄκουσα γιά πρώτη φορά τήν λέξη πού θά μέ ἀκολουθοῦσε γιά ὅλο ἐκεῖνο τό καλοκαίρι, ἀλλά καί μέχρι τήν 21η Ἀπριλίου 1967, ὁπότε κατελύθη ἡ Δημοκρατία. Ἀπό τήν ἑπομένη, ὁ πατέρας πήγαινε σέ ὅλα τά «ἀπογευματινά» συλλαλητήρια καί, γιά νά »μαθαίνω ἀπό μικρός», ὅπως ἔλεγε, μέ ἔπαιρνε μαζί. Ἔτσι, θυμᾶμαι συλλαλητήρια μέ χιλιάδες κόσμο, μέ ἐκκίνηση τήν Ὁμόνοια καί πορεία μέσῳ τῆς ὁδοῦ Σταδίου, πρός τήν πλατεῖα Συντάγματος.
Θυμᾶμαι καταιγισμό συνθημάτων κατά τοῦ ἀτυχοῦς Γεωργίου Ἀθανασιάδη-Νόβα, ὁ ὁποῖος χρεώθηκε ἕνα «ποίημα» πού σκάρωσε ὁ Λέων Καραπαναγιώτης, τό περίφημο «γαργάλα τα», καί τοῦ κόλλησαν τό προσωνύμιο πού τόν ἀκολούθησε –ἀδίκως– ἐφ’ ὅρου ζωῆς. Κι ὕστερα ἦλθε ἡ σειρά τοῦ Ἠλία Τσιριμώκου, πού ἀπό τό «ἀντάρτικο» πέρασε στό «βασιλικό» στρατόπεδο, γιά νά καταλήξει στήν ἀποδοκιμασία τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ εἶχε προηγηθεῖ πτώση τῆς «Κυβερνήσεως» Στέφ. Στεφανόπουλου.
Τελικῶς, Σεπτέμβριο τοῦ 1965, οἱ «Ἀποστάτες» γίνονται Κυβέρνηση μέ Πρωθυπουργό τόν Στέφ. Στεφανόπουλο καί μέ προεξάρχοντα τόν Κωνσταντῖνο Μητσοτάκη! Ὁ κουμπάρος, Ἀγησίλαος Σπηλιάκος, ὁρκίζεται ὑφυπουργός Οἰκονομικῶν καί ὁ μπαμπᾶς «τοῦ κόβει τήν καλημέρα», ἐνῷ ἡ μαμά τόν θεωρεῖ «πατριώτη καί ἥρωα».
Ποῦ ὁδήγησε ὅλη ἐκείνη ἡ ἀνώμαλος πολιτική κατάσταση; Σέ πτώση τῆς Κυβερνήσεως Στεφανόπουλου, σέ Κυβέρνηση «ἀνοχῆς» τῆς ΕΡΕ ὑπό τόν Παναγιώτη Κανελλόπουλο καί ὑπηρεσιακή ὑπό τόν τραπεζίτη Ἰωάννη Παρασκευόπουλο, μέ ἐντολή νά διεξαγάγει ἐκλογές τήν 28η Μαΐου τοῦ 1967. «Ἄτυχος εἶσαι, Δημητράκη, στά γενέθλιά σου θά ἔχουμε ἐκλογές», μοῦ εἶπε ἡ μαμά, ἀλλά… μᾶς πρόλαβε ὅλους ἡ 21η Ἀπριλίου. Γενέθλια δέν ἔκανα, ἔτσι κι ἀλλιῶς, ἀφοῦ τῶν περισσοτέρων φίλων μου οἱ γονεῖς ἦταν ἤ στήν ἐξορία ἤ σέ «κατ’ οἶκον περιορισμό»…

