Ἕνα χαμένο ξενύχτι καί πολλοί χαμένοι καφέδες…

Εἶπα κι ἐγώ νά ξενυχτήσω καί νά δῶ τήν τελετή τῆς ἀπονομῆς τῶν βραβείων Ὄσκαρ

Τήν ἔχω πού τήν ἔχω τήν πετριά μέ τόν κινηματογράφο (τό 1977, μάλιστα, μέ μιά πολύ καλή συνάδελφο, σκαρώσαμε ἕνα φιλμάκι μικροῦ μήκους καί κερδίσαμε βραβεῖο παραγωγῆς καί σκηνοθεσίας στό Φεστιβάλ Ἑλληνικοῦ Κινηματογράφου στήν Θεσσαλονίκη), ἔχουμε καί τόν γυιό μας καταξιωμένο πλέον κριτικό τοῦ σινεμά, ἀξίζει, νομίζω, μιά φορά στό τόσο ἕνα καλό ξενύχτι!

Τί νά σᾶς πῶ; Ἀπογοήτευση! Κατ’ ἀρχάς ἡ τελετή –ὡς τελετή– οὐδεμία εἶχε σχέση μέ τήν λαμπρότητα στήν ὁποία ἔχουμε συνηθίσει. Διότι, γιά νά λέμε τά πράγματα σωστά, τό θέμα δέν εἶναι τό κόκκινο χαλί, ἀλλά τά πρόσωπα πού πατοῦν ἐπάνω του.

Καί μόνο τό γεγονός ὅτι οἱ διάφορες πλατφόρμες, οἱ ὁποῖες γυρίζουν ταινίες γιά τόν ὑπολογιστή ἤ γιά τό home cinema, μετέχουν ἰσοτίμως στόν διαγωνισμό τῶν κινηματογραφικῶν βραβείων, ἀφαιρεῖ –αὐτομάτως– ἀπό τήν βραδυά ὅλη ἐκείνη τή στίλβη πού τῆς δίνει ἡ αἴθουσα. Δέν λέω, σινεμά ἦταν καί ἐκεῖνο πού βλέπαμε –στήν δεκαετία τοῦ ’50– στά συνοικιακά καφενεῖα ἤ στά καφενεῖα τῆς περιφέρειας, ἀλλά δέν ἦταν αὐτό πού λέμε μαγεία τοῦ κινηματογράφου… Ἔπειτα εἶναι καί τά πρόσωπα. Κοίταζες τήν αἴθουσα κι ἔβλεπες κάτι γατάκια, ἠθοποιούς πού δέν μποροῦν νά συγκριθοῦν μέ τά ἱερά τέρατα πού βλέπαμε παλαιότερα σέ ἀνάλογες τελετές.
Δηλαδή τιμήθηκαν τά ἑξήντα χρόνια τοῦ Τζαίημς Μπόντ καί τά πενῆντα τοῦ Νονοῦ καί ἔνοιωθες ἀνατριχίλα, καθώς ἔβλεπες τόν Μάρλον Μπράντο, τόν Ρόμπερτ ντέ Νίρο, τόν Ἀλ Πατσίνο. Ἀλλά μήπως ἦταν λιγότερο ἔντονο τό συναίσθημα τῆς μελαγχολίας ὅταν ἔφερνες στό μυαλό σου τήν εἰκόνα τοῦ ἀρρενωποῦ Σών Κόννερυ καί τοῦ ἀριστοκράτη Ρότζερ Μούρ; Καί τί μποροῦσε τό μάτι νά συναντήσει στήν αἴθουσα; Μετριότητες ἀλλά καί ἀρρωστημένους θιασῶτες τῆς πολιτικῆς ὀρθότητας, οἱ ὁποῖοι πέφτουν πλέον μόνοι τους κάθε τόσο στά δόκανα πού ἔχουν, ἀπό χρόνια, στήσει γιά νά πιστέψει ὁ κόσμος, ὅτι τό σινεμά πρέπει νά περνᾶ ἀπό τίς δικές τους ντιρεκτίβες.

Καί ἦλθε καί τό (κατά πολλούς δῆθεν κατ’ ἄλλους ἐνδεικτικό τῆς ἔνδειας ἀλλά καί τῆς χαμηλῆς ποιότητος τοῦ σημερινοῦ κινηματογραφικοῦ γίγνεσθαι) ἐπεισόδιο τοῦ Γουίλλ Σμίθ, ὁ ὁποῖος χαστούκισε (;) τόν παρουσιαστή Ρόκ Τζέντα, ἐπειδή ὁ τελευταῖος ἀστειεύθηκε μέ τήν κόμμωση τῆς συζύγου του, γιά νά μᾶς πείσει ὅτι αὐτά πού ξέραμε πρέπει νά τά ξεχάσουμε.

Θά πεῖτε, καί τί περίμενες νά δεῖς; Τόν Γκάρρυ Κοῦπερ, τόν Στιούαρτ Γκραίηντζερ, τόν Κάρρυ Γκράντ, τόν Πώλ Νιούμαν, τόν Μοντγκόμερυ Κλίφτ καί τόν Ντέρκ Μπόγκαρντ; Περίμενες νά δεῖς τήν Λωρήν Μπακώλλ καί τήν Ἴνγκριντ Μπέργκμαν, τήν Σοφία Λόρεν καί τήν Μπριζίτ Μπαρντώ, τήν Τζαίην Φόντα καί τήν Μέρυλ Στρήπ; Τόν Κόππολα, τόν Σκορτσέζε ἤ τόν Ὄττο Πρέμιγκερ καί τόν Χίτσκοκ; Ὄχι, ἀσφαλῶς. Ἔλα, ὅμως, πού ἡ ἔνδεια, ἡ μετριότης καί ἡ σαχλαμάρα πού ἔβλεπα μοῦ τούς ἔφερναν ὅλους αὐτούς στό μυαλό! Τί νά σᾶς πῶ, ἀγαπητοί; Κρῖμα στό ξενύχτι καί στούς καφέδες πού ἔπινα γιά νά κρατήσω τά μάτια μου ἀνοιχτά!

Απόψεις

Πραξικόπημα στήν Δικαιοσύνη Ὁ κ. Φλωρίδης ἀναστέλλει τό αὐτοδιοίκητο

Εφημερίς Εστία
Πολλά ἐρωτήματα, ἀλλά καί ἀναστάτωση στόν δικαστικό κόσμο ἔχει προκαλέσει τροπολογία τήν ὁποία κατέθεσε ὁ ὑπουργός Δικαιοσύνης κ. Γιῶργος Φλωρίδης, διά τῆς ὁποίας ἐμμέσως καταργεῖ τό αὐτοδιοίκητο τῶν δικαστηρίων καί τῶν εἰσαγγελιῶν.

Οἱ σκιώδεις ὑπουργοί Ἐξωτερικῶν καί ὁ γεωπολιτικός λαϊκισμός

Μανώλης Κοττάκης
Ἔπρεπε νά βομβαρδιστεῖ τό τάνκερ τοῦ κυρίου Ἀλαφούζου γιά νά δοῦμε γραμμένο καί ἀναμεταδιδόμενο ἀπό τούς διαύλους του ἕνα ἄρθρο πού λέει (καθυστερημένα, ἀλλά σωστά) ὅτι ἐνῷ ἐμεῖς στηρίξαμε τήν Οὐκρανία λόγῳ τῆς τουρκικῆς εἰσβολῆς στήν Κύπρο, ἐκείνη ἔχει δώσει ρεσιτάλ φιλοτουρκισμοῦ στό παρασκήνιο καί ἔφθασε στό σημεῖο νά ἀπαιτεῖ τά drones πού θά συμπαράγουμε νά μήν ἔχουν ποτέ στόχο τήν φίλη της τήν Τουρκία.

Ἐρώτησις Γ. Βλάχου στόν Πρωθυπουργό γιά τά «σπιτάκια ἀνακύκλωσης»

Εφημερίς Εστία
Εἶναι ἀπό τίς ἐλάχιστες φορές πού βουλευτής τῆς Νέας Δημοκρατίας ἀπευθύνει ἐρώτηση ἀπ’ εὐθείας πρός τόν Πρωθυπουργό γιά ζήτημα πού ἀφορᾶ στήν διαχείριση δημοσίων πόρων.

Μαίρη Λίντα. Ἡ πρώτη τῶν πρώτων

Δημήτρης Καπράνος
Μπορεῖ ὁ μέγας Μανώλης Χιώτης νά ἔγραφε ἐκεῖνα τά ἀπίθανα λαϊκά «μάμπο», «τσά-τσά», «ροῦμπες» καί «μερένχες», ἀλλά ἡ Λίντα ἦταν ἐκείνη πού ἔδωσε ζωή στό λαϊκό πάλκο, μέ τό μπρίο, τίς κινήσεις, τήν φωνή της καί ἐκεῖνο τό «φεγγαράτο», ὁλόλαμπρο πρόσωπο, πού ἀκτινοβολοῦσε καί σκόρπιζε κέφι καί ρυθμό…

Σάββατον, 23 Ἰουλίου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΧΑΒΙΑΡΙ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΕΣ!