«Γιά τήν Ἐκκλησία μας, ἡ “Ἑστία” ξεχωρίζει διότι προσεγγίζει τήν Ὀρθοδοξία ὡς βασικό πυλῶνα διαφύλαξης τῆς ἐθνικῆς μας ταυτότητας»
Μέ τήν πατρική του εὐλογία καί ἕνα μήνυμα πού ἀναδεικνύει τόν ἱστορικό ρόλο τῆς «Ἑστίας» ἐτίμησε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος κ.κ. Ἱερώνυμος τά 150 χρόνια ἀδιαλείπτου πορείας τῆς ἱστορικῆς ἐφημερίδoς.
Ὁ Μακαριώτατος ἐχαρακτήρισε τήν «Ἑστία» πραγματική «ἑστία» πνεύματος, ἐθνικῆς αὐτογνωσίας καί νηφαλίου στοχασμοῦ, ὑπογραμμίζοντας τήν συμβολή της στήν διαφύλαξη τῆς ἱστορικῆς μνήμης, τῆς γλώσσας, τῆς παραδόσεως καί τοῦ πολιτισμοῦ.
«Γιά τήν Ἐκκλησία μας, ἡ “Ἑστία” ξεχωρίζει διότι προσεγγίζει τήν Ὀρθοδοξία ὡς βασικό πυλῶνα διαφύλαξης τῆς ἐθνικῆς μας ταυτότητας, τῆς παράδοσης καί τοῦ πολιτισμοῦ μας», ἐσημείωσε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, ἀναφερόμενος παραλλήλως στήν προσήλωση τῆς ἐφημερίδος στήν διατήρηση τοῦ πολυτονικοῦ συστήματος. Ὁ κ. Ἱερώνυμος ἐξέφρασε τίς εὐχαριστίες του πρός τόν ἐκδότη Ἰωάννη Φιλιππάκη, τόν γενικό διευθυντή Ἐλευθέριο Σκιαδᾶ καί τόν διευθυντή Ἐμμανουήλ Κοττάκη, εὐχόμενος ἡ «Ἑστία» νά συνεχίσει νά προσφέρει τήν μαρτυρία της στόν τόπο.
Στήν ὁμιλία του γιά τά 150 χρόνια τῆς «Ἑστίας», ὁ ἐκδότης Ἰωάννης Φιλιππάκης ἐστάθη στό βάρος τῆς ἱστορικῆς κληρονομιᾶς, ἀλλά καί στήν εὐθύνη τῆς συνεχείας. Συγκεκριμένα ἀνέφερε: «Ἔπειτα ἀπό ἑνάμιση αἰῶνα, εἶναι πιό ζωντανή, πιό ὥριμη, πιό ἕτοιμη νά ἀντιμετωπίσει τίς προκλήσεις μιᾶς κοινωνίας πού γυρνᾶ πλέον τό βλέμμα πρός τά πίσω καί προσπαθεῖ νά βρεῖ τά χαμένα πιστεύω της, τίς γκρεμισμένες ἀξίες της, τά προδομένα ἰδανικά της». Ὁ ἴδιος ἐχαρακτήρισε τήν ἐφημερίδα «φάρο ἀξιοπρέπειας, εὐγένειας, ἀξιοκρατίας, σύνεσης, ἀλλά καί θάρρους, τόλμης καί, τελικά, ἑλληνικῆς συνέχειας», ἐπισημαίνοντας ὅτι ἡ «Ἑστία» ἐπορεύθη «μέσα ἀπό τίς ἐπάλξεις τῆς προσήλωσης στήν ἀλήθεια» καί μέ στόχο νά ὑπηρετεῖ «τό συμφέρον τῆς Πολιτείας».
Ὁ κ. Φιλιππάκης ἀνεφέρθη στίς ἕξι ἀρχές πού, ὅπως εἶπε, ἐκράτησαν καί κρατοῦν ὑψηλά τό φρόνημα τῆς «Ἑστίας». Οἱ ἐνλόγῳ ἀρχές εἶναι «τό ἀδιαπραγμάτευτο συμφέρον τῆς Πολιτείας», «ἡ ἄνευ ὅρων προσήλωσις στήν ἀλήθεια», «ἡ μέ κάθε τρόπο καταδίκη τῆς παραπλανήσεως τῆς δημόσιας γνώμης», «ἡ ἀποφυγή τοῦ ἄκριτου κομματισμοῦ», «ἡ μέ φανατισμό κατατρόπωσις τῶν φαύλων» καί ἡ «σταθερή ἐπιμονή στήν ὑποστήριξη τοῦ “μεγίστου κόμματος τῆς κοινῆς γνώμης”». Παραλλήλως, ἀνεφέρθη στίς δυσκολίες πού ἀντιμετώπισε ἡ ἐφημερίς τά τελευταῖα χρόνια, ἀλλά καί στίς δημοσιογραφικές παρεμβάσεις της σέ ζητήματα ἐθνικοῦ ἐνδιαφέροντος, ἀπό τήν Βόρειο Ἤπειρο καί τήν Θράκη ἕως τήν Κύπρο, τά ἑλληνοτουρκικά, τήν Ὀρθοδοξία καί τήν ἐθνική μνήμη. «Ὁ Τύπος δέν πεθαίνει. Ἡ σκέψη πεθαίνει. Ὅποιος θέλει νά μείνει ὄρθιος, μένει», ἐτόνισε, ἐνῷ ἔκλεισε μέ μιά συμβολική ἀναφορά στό «κερί τοῦ Ἔθνους»: «Δέν θά σβήσει!».
Στήν ἱστορία τῆς «Ἑστίας» ἀνεφέρθη ὁ γενικός διευθυντής τῆς ἐφημερίδος κ. Ἐλευθέριος Σκιαδᾶς, ὁ ὁποῖος ἐτόνισε: «Τό πρῶτο ἐρώτημα πού ἔθεσε ἡ “Ἑστία” στούς ἀναγνῶστες της ἦταν: “Τί εἶναι ἡ Πατρίς;”. Μά, ἀλήθεια, μπορεῖ νά ἔχει ὑπάρξει πιό καθαρή δήλωση ταυτότητος;». Καί προσέθεσε: «Τήν ταυτότητα τῆς “Ἑστίας” διατήρησε, ἐνίσχυσε καί καθιέρωσε ἡ κραταιά οἰκογένεια Κύρου: Ὁ Ἄδωνις, ὁ Ἀχιλλεύς, ὁ Κῦρος, ὁ Ἄδωνις ὁ νεώτερος, ὁ Ἀλέξης Ζαούσης καί ἐν τέλει ὁ Ἰωάννης Φιλιππάκης. Ἐπιβεβαιώνοντας ὅτι ἡ Πατρίδα γιά τήν “Ἑστία” ὑπῆρξε καί εἶναι θέση, εὐθύνη καί, ἀρκετές φορές, κόστος. Ἀπό τήν Κύπρο καί τήν Κρήτη μας, τήν Βόρειο Ἤπειρο καί τήν Ἐθνική Ἑταιρεία, τόν πόλεμο τοῦ 1897 καί τόν Μακεδονικό Ἀγῶνα, ἕως τούς Βαλκανικούς Πολέμους, τόν Ἐθνικό Διχασμό, τήν Μικρασιατική Ἐκστρατεία καί Καταστροφή, τό ἔπος τοῦ 1940 καί τήν Κατοχή καί τίς δύσκολες καί ταραχώδεις μεταπολεμικές δεκαετίες. Ἡ “Ἑστία” πῆρε θέση. Ἀγωνίσθηκε. Συγκρούσθηκε. Διώχθηκε. Καί πολλές φορές κατέβαλε τό τίμημα τῶν ἐπιλογῶν της».
Ὁ διευθυντής τῆς «Ἑστίας» Μανώλης Κοττάκης ἔδωσε ἔμφαση στήν ἱστορική εὐθύνη πού συνεπάγεται ἡ συνέχισις τῆς ἐκδόσεως, τονίζοντας ὅτι ἡ ἐφημερίς δέν ἐπιδιώκει τήν αὐτοπροβολή, ἀλλά τήν οὐσιαστική ἀναγνώριση ἀπό τούς ἀναγνῶστες της. «Ἡ ἱστορική “Ἑστία”, πού σήμερα ἑορτάζει τά 150 χρόνια ἀπό τῆς ἱδρύσεως καί κυκλοφορίας της, δέν ἐπιδιώκει σήμερα τήν ἀναγνώριση τῆς τυχόν δικῆς της ἀριστείας», ἀνέφερε, προσθέτοντας ὅτι τά μηνύματα τῶν ἀναγνωστῶν ἀποτελοῦν ἐπιβεβαίωση τῆς σχέσεως ἐμπιστοσύνης πού ἔχει οἰκοδομηθεῖ διαχρονικῶς. Θυμήθηκε, ἐπίσης, τήν ἐρώτηση ἀναγνώστου «Νεαρέ, ἄλλαξε γραμμή ἡ “Ἑστία”;», γιά νά ὑπογραμμίσει ὅτι «ἡ ἱστορία τῆς ἐφημερίδας δεσμεύει ἐσένα καί ὁρίζει τή γραμμή της». Ἀναφερόμενος στήν ἀποστολή της, ἐσημείωσε τήν ἀνάγκη νά στηρίζεται ἡ ἀριστεία τοῦ Ἔθνους, ἐκφράζοντας τήν ἀγάπη του γιά τήν Ἑλλάδα καί τήν ἐπιθυμία γιά τό καλύτερο γιά τήν πατρίδα. Ἡ ἀγωνία του, ὅπως ὑπεγράμμισε, εἶναι νά μήν σβήσει τό κερί τῆς ἐθνικῆς μνήμης.




