Ἡ ἐκπόνηση τῶν τριῶν ἑπόμενων Θαλάσσιων Χωροταξικῶν Πλαισίων (Κεντρικοῦ καί Νοτίου Αἰγαίου, Κρήτης καί Ἰονίου) ἀποτελεῖ μία ἀπό τίς κρισιμώτερες –καί ἴσως λίγο ἕως ἐλάχιστα συζητημένες– ἐν ἐξελίξει ἀσκήσεις δημόσιας πολιτικῆς καί διοικητικῆς πρακτικῆς
Μέ τόν ὅρο «γεωγραφική αὐτολογοκρισία» ἐπιθυμοῦμε νά τονίσουμε πολύ καθαρά τήν ἰδέα ὅτι ὁ σχεδιασμός αὐτός δέν πρέπει, ἀπό φόβο πολιτικῶν ἤ διπλωματικῶν ἀντιδράσεων, νά ἀποφεύγει ἐκ τῶν προτέρων χώρους στούς ὁποίους ἡ Ἑλλάδα θεωρεῖ ὅτι διαθέτει δικαιώματα ἤ ἔννομα συμφέροντα.
Μετά τό πρῶτο Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχέδιο («Πλαίσιο», κατά τήν νομοθετική ὁρολογία τοῦ ν. 4546/2018, μέ τήν ὁποία ὅμως διαφωνοῦμε, καί γιά τόν λόγο αὐτόν χρησιμοποιοῦμε τήν διεθνῆ καί εὐρωπαϊκή ὁρολογία) τοῦ Βορείου Αἰγαίου, τό ὁποῖο, ἄν καί ὁλοκληρωμένο, δέν ἔχει δημοσιοποιηθεῖ εἰσέτι, ἀκολουθοῦν ἐκεῖνα τά ὁποῖα καλύπτουν τό Κεντρικό καί Νότιο Αἰγαῖο, τήν Κρήτη καί τίς δυτικές ἑλληνικές θάλασσες τοῦ Ἰονίου.
- Tῆς Στέλλας Κυβέλου*
Οἱ μελετητές τους δέν καλοῦνται ἁπλῶς νά ἀποτυπώσουν σέ χάρτες τήν ἐνέργεια, τήν ναυσιπλοΐα, τόν τουρισμό, τήν ἁλιεία ἤ τίς ὑδατοκαλλιέργειες. Καλοῦνται νά ὀργανώσουν τόν θαλάσσιο χῶρο μέσα σέ συνθῆκες ἐντεινόμενου γεωπολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, κλιματικῆς κρίσεως, ἐνεργειακῆς μεταβάσεως καί αὐξανόμενων σωρευτικῶν πιέσεων ἐπί τῶν θαλασσίων οἰκοσυστημάτων. Αὐτό ἀπαιτεῖ μιά βασική παραδοχή: ὁ Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός δέν εἶναι μιά γεωπολιτικά οὐδέτερη τεχνική διαδικασία.
Ἀσφαλῶς, δέν ὁριοθετεῖ θαλάσσιες ζῶνες, δέν δημιουργεῖ κυριαρχικά δικαιώματα καί δέν ὑποκαθιστᾶ τήν διπλωματία ἤ τό Διεθνές Δίκαιο. Ὀφείλει, ὅμως, νά ὀργανώνει μέ ὀρθότητα, σαφήνεια καί στρατηγική τόν χῶρο μέσα στόν ὁποῖο ἡ χώρα ἀσκεῖ τήν κυριαρχία, τά κυριαρχικά δικαιώματα καί τίς ἁρμοδιότητές της. Ἡ ἐνδεχόμενη ἀποσιώπηση τοῦ νομικοῦ καθεστῶτος μιᾶς περιοχῆς δέν καθιστᾶ τό σχέδιο οὐδέτερο. Τό καθιστᾶ ἐπικινδύνως ἐλλιπές.
Τό πρῶτο, ἑπομένως, μεταξύ αὐτῶν πού ὀφείλουν νά ἀποφύγουν οἱ μελετητές εἶναι ἡ γεωγραφική αὐτολογοκρισία. Κάθε σχέδιο χρειάζεται σαφῆ καί εὐανάγνωστη χαρτογραφική ἀρχιτεκτονική: αἰγιαλίτιδα ζώνη, ἀνακηρυγμένη ἤ ὁριοθετημένη ΑΟΖ ἤ ὑφαλοκρηπῖδα, διεθνεῖς συμφωνίες, ἐπίσημες ἑλληνικές θέσεις ἐν ἀναμονῇ ὁριοθετήσεως, θαλάσσιες προστατευόμενες περιοχές, ὑποθαλάσσια καλώδια καί ἀγωγοί, διάδρομοι ναυσιπλοΐας, ἀδειοδοτημένες καί σχεδιαζόμενες δραστηριότητες. Ὅπου ὑφίστανται ἐκκρεμεῖς ὁριοθετήσεις, μποροῦν καί πρέπει νά χρησιμοποιηθοῦν ρῆτρες μή προδικασμοῦ. Ἡ νομική ἐπιφύλαξη, ὅμως, δέν πρέπει νά μετατρέπεται σέ χαρτογραφική «σιωπή».
Ἀπαιτεῖται συγχρόνως νομική ἀκρίβεια. Διαφέρει σαφῶς ἡ κυριαρχία στήν αἰγιαλίτιδα ζώνη σέ σχέση μέ τά κυριαρχικά δικαιώματα στίς ΑΟΖ καί ἡ εἰδική δικαιοδοσία στήν ὑφαλοκρηπῖδα (ἐπί ὑπεδάφους καί βυθοῦ). Τά νησιά δικαιοῦνται θαλασσίων ζωνῶν, σύμφωνα μέ τό ἄρθρο 121 τῆς Συμβάσεως τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν γιά τό Δίκαιο τῆς Θάλασσας (UNCLOS). Οἱ μικρές καί ἀκατοίκητες νησῖδες δέν πρέπει οὔτε νά ὑπερφορτίζονται μέ νομικούς ἰσχυρισμούς οἱ ὁποῖοι δέν τεκμηριώνονται οὔτε, ὅμως, νά ἐμφανίζονται ὡς «κενός» χῶρος ἄναρχων ἐπενδυτικῶν πρωτοβουλιῶν. Ἀποτελοῦν στοιχεῖα τῆς οἰκολογικῆς συνδεσιμότητας, τῆς παράκτιας καί ὑποβρύχιας πολιτιστικῆς κληρονομιᾶς, τῆς ἁλιείας καί τῆς χωρικῆς συνοχῆς τοῦ ἑλληνικοῦ ἀρχιπελάγους. Ἀπαιτοῦν ἰδιαίτερο στρατηγικό χωρικό σχεδιασμό, μέ στόχο τήν ἀνάπτυξης τῆς γαλάζιας οἰκονομίας.
Ἡ δυσχερέστερη ἄσκηση θά εἶναι, ἀναμφίβολα, τό σχέδιο τοῦ Κεντρικοῦ καί Νοτίου Αἰγαίου. Ἐκεῖ συμπυκνώνονται ἡ ἔντονη τουριστική πίεση τοῦ Κυκλαδικοῦ συμπλέγματος, τό νέο θαλάσσιο πάρκο, οἱ ὑπεράκτιες ἐνεργειακές προοπτικές, ἡ ἐνάλια πολιτιστική κληρονομιά, τά διεθνῆ καλώδια καί οἱ διαρκεῖς τουρκικές ἀμφισβητήσεις. Ἰδίως ἡ Ρόδος, ἡ Χάλκη, ἡ Κάρπαθος, ἡ Κάσος καί ἡ Μεγίστη δέν μποροῦν κατ’ οὐδένα τρόπο νά ἀντιμετωπισθοῦν ὡς ἀπομονωμένα σημεῖα στόν χάρτη. Συγκροτοῦν ἕνα λειτουργικό καί στρατηγικό νησιωτικό τόξο, τοῦ ὁποίου ἡ συνοχή πρέπει νά ἐνισχυθεῖ μέ θαλάσσιες συνδέσεις, ἐνεργειακές καί ψηφιακές ὑποδομές, περιβαλλοντική προστασία καί βιώσιμες οἰκονομικές λειτουργίες. Νά ἀποτελέσουν μία ἑνιαία «θαλάσσια λειτουργική ζώνη» (marine functional zone).
Στήν περιοχή αὐτή, οἱ ζῶνες ὑπεράκτιων αἰολικῶν ἐγκαταστάσεων δέν πρέπει νά ἐπιλεγοῦν μόνο βάσει τοῦ αἰολικοῦ δυναμικοῦ ἤ τοῦ ἐπενδυτικοῦ ἐνδιαφέροντος. Εἶναι ἀναγκαία ἡ συνεκτίμηση τοῦ νησιωτικοῦ τοπίου, τῆς ἁλιείας, τῆς ναυσιπλοΐας, τῆς ἄμυνας, τῆς πολιτιστικῆς κληρονομιᾶς, τῆς βιοποικιλότητας καί τῶν πραγματικῶν δυνατοτήτων τῶν τοπικῶν μεταφορικῶν, ἐνεργειακῶν καί ἄλλων δικτύων. Κυρίως, πρέπει νά ἐγκαταλειφθεῖ ἡ λογική σύμφωνα μέ τήν ὁποία τά νησιά ἀντιμετωπίζονται ἁπλῶς ὡς χῶροι ὑποδοχῆς ὑποδομῶν καί δραστηριοτήτων ἐθνικῆς κλίμακας, χωρίς ἐπαρκῆ σύνδεση μέ τίς ἀνάγκες καί τίς ἀναπτυξιακές προτεραιότητες τῶν τοπικῶν κοινωνιῶν.
Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τόν τουρισμό: ἡ συμβολή του δέν μπορεῖ νά ἀποτιμᾶται ἀποκλειστικά μέ μακροοικονομικούς δεῖκτες, ἀλλά πρωτίστως μέ βάση τήν προστιθέμενη ἀξία πού δημιουργεῖ καί διατηρεῖ σέ τοπικό ἐπίπεδο, τήν ἀπασχόληση, τήν διαφοροποίηση τῆς νησιωτικῆς οἰκονομίας καί τήν διασύνδεσή του μέ τήν τοπική παραγωγή. Ἀντίστοιχα, ἡ ἐνεργειακή μετάβαση ὀφείλει νά εἶναι καί χωρικά δίκαιη: νά διασφαλίζει οὐσιαστική συμμετοχή τῶν νησιωτικῶν κοινωνιῶν στήν λήψη ἀποφάσεων, μετρήσιμο καί διαρκές τοπικό ὄφελος, καθώς καί πραγματικές δυνατότητες τοπικῆς συνιδιοκτησίας καί συμμετοχῆς στήν παραγόμενη ἀξία.
Τό σχέδιο τῆς Κρήτης ἀντιμετωπίζει διαφορετική ἀλλά ἐξ ἴσου ἀπαιτητική σύνθεση. Ἔρευνες ὑδρογονανθράκων δυτικά καί νοτιοδυτικά τῆς νήσου, ἠλεκτρικές διασυνδέσεις πρός τήν ἠπειρωτική Ἑλλάδα καί τήν Ἀνατολική Μεσόγειο, ἡ μερική ὁριοθέτηση Ἑλλάδος – Αἰγύπτου, οἱ διεκδικήσεις πού ἀπορρέουν ἀπό τό φερόμενο ὡς «τουρκολιβυκό μνημόνιο», ἡ σεισμικότητα, τά μεγάλα βάθη καί τά εὐαίσθητα οἰκοσυστήματα τῆς Ἑλληνικῆς Τάφρου διαμορφώνουν ἕνα ἐξαιρετικά σύνθετο πεδίο. Ἡ Κρήτη δέν πρέπει νά θεωρηθεῖ καί νά σχεδιασθεῖ ὡς ἁπλῆ ἐνεργειακή πλατφόρμα. Πρέπει νά ἀντιμετωπισθεῖ ὡς κεντρικός κόμβος τῆς Ἀνατολικῆς Μεσογείου, μέ αὐξημένες ἀπαιτήσεις ἀσφαλείας, περιβαλλοντικῆς προστασίας καί ἀνθεκτικότητας.
Στό Ἰόνιο καί τίς δυτικές θάλασσες, ἀντιθέτως, ὑπάρχει τό πλεονέκτημα τῆς ὁριοθετημένης ΑΟΖ μέ τήν Ἰταλία καί τῆς ἐπεκτάσεως τῆς αἰγιαλίτιδας ζώνης στά δώδεκα ναυτικά μίλια. Ἡ νομική αὐτή σαφήνεια προσφέρει τήν εὐκαιρία δημιουργίας ἑνός ὑποδείγματος ὥριμης θαλάσσιας διακυβερνήσεως. Τό θαλάσσιο πάρκο τοῦ Ἰονίου, οἱ ἔρευνες ὑδρογονανθράκων, ἡ διεθνής ναυσιπλοΐα Ἀδριατικῆς – Ἰονίου, ἡ ἁλιεία, ὁ τουρισμός καί ἡ προστασία τῶν κητωδῶν πρέπει νά ἐνταχθοῦν σέ ἕνα συνεκτικό σύστημα ζωνῶν, ὅρων καί μηχανισμῶν παρακολουθήσεως τῶν σωρευτικῶν ἐπιπτώσεων. Παράλληλα, τό σχέδιο ὀφείλει νά διατηρεῖ ἀνοικτή τήν δυνατότητα προσαρμογῆς του μετά τήν μελλοντική ὁριοθέτηση μέ τήν Ἀλβανία.
Καί στά τρία θαλάσσια χωροταξικά σχέδια, οἱ μελετητές πρέπει νά ὑπερβοῦν τήν ἁπλῆ ἐπάλληλη ἀπεικόνιση τομεακῶν πολιτικῶν, δεδομένου ὅτι ὑπάρχουν, ἄλλως τε, σήμερα νομοθετημένα τά Εἰδικά Χωροταξικά Πλαίσια τῶν ΑΠΕ, τῆς βιομηχανίας καί τῆς ἐφοδιαστικῆς ἁλυσίδας, καί τοῦ τουρισμοῦ. Οἱ χρήσεις τῆς θάλασσας ἀλληλεπιδροῦν: ἕνα ὑπεράκτιο αἰολικό πάρκο ἐπηρεάζει τήν ἁλιεία, τό τοπίο, τήν ναυσιπλοΐα καί τά οἰκοσυστήματα. Ἕνα ὑποβρύχιο καλώδιο συνδέεται μέ τήν ἐνεργειακή ἀσφάλεια –ἀκόμα καί ὁλόκληρης τῆς ΕΕ–, ἀλλά καί μέ δραστηριότητες στόν βυθό. Μία προστατευόμενη περιοχή δέν μπορεῖ νά διατηρηθεῖ ἄν ἀγνοοῦνται οἱ πιέσεις ἔξω ἀπό τά ὅριά της. Ἀπαιτεῖται, συνεπῶς, οὐσιαστική ἐκτίμηση σωρευτικῶν ἐπιπτώσεων, φέρουσας ἱκανότητας καί ἐναλλακτικῶν σεναρίων ἕως τό 2050, ὑπό διαφορετικές κλιματικές καί γεωπολιτικές συνθῆκες.
Ἐξ ἴσου κρίσιμη εἶναι ἡ διάδραση γῆς καί θάλασσας (land-sea interaction). Λιμένες, ἐνεργειακά δίκτυα, τουριστικές συγκεντρώσεις, ὑδατοκαλλιέργειες, διάβρωση τῶν ἀκτῶν, λειψυδρία καί διαχείριση ἀποβλήτων δέν σταματοῦν στήν γραμμή τοῦ αἰγιαλοῦ. Ὁ θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός πρέπει νά ἀρθρωθεῖ οὐσιαστικά καί νά συντονίζεται ἀπολύτως μέ τά Περιφερειακά Χωροταξικά Πλαίσια καί τά Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια. Διαφορετικά, θά δημιουργηθοῦν δύο ἀσύνδετα συστήματα σχεδιασμοῦ: ἕνα γιά τήν θάλασσα καί ἕνα γιά τήν ξηρά, ἐνῷ οἱ πιέσεις καί οἱ ἀλληλεπιδράσεις λειτουργοῦν ὡς ἑνιαῖο σύνολο.
Δυστυχῶς, ἐδῶ μπορεῖ νά εἶναι ἐπιζήμια ἡ νομοθετική διάταξη πού εἰσήγαγε ἀκρίτως –κατά τήν ἄποψή μας– ὁ νόμος 4759/2020 (Κεφάλαιο Β) καί ἡ ὁποία περιορίζει τό πεδίο ἐφαρμογῆς τοῦ Θαλάσσιου Χωροταξικοῦ Σχεδιασμοῦ μέχρι τήν ἀκτογραμμή, δηλαδή ὄχι ἐπί ὅλης τῆς παράκτιας ζώνης, ὅπως ὑπονοεῖ ἡ σχετική Ὁδηγία καί ἐφαρμόζεται ἀπό σχεδόν τό σύνολο τῶν εὐρωπαϊκῶν κρατῶν μελῶν. Ἡ διαβούλευση, τέλος, δέν μπορεῖ νά ἐξαντληθεῖ σέ μιά τυπική ἀνάρτηση χαρτῶν. Πρέπει νά συμμετάσχουν οἱ νησιωτικοί καί παράκτιοι δῆμοι, οἱ ἁλιεῖς, οἱ ἐπαγγελματικοί φορεῖς, οἱ ἐπιστημονικοί ὀργανισμοί, οἱ περιβαλλοντικές ὀργανώσεις, οἱ φορεῖς πολιτιστικῆς κληρονομιᾶς καί οἱ τοπικές κοινωνίες. Ὄχι γιά νά κληθοῦν ἐκ τῶν ὑστέρων νά «ἀποδεχθοῦν» εἰλημμένες ἀποφάσεις, ἀλλά γιά νά συμβάλουν στήν διαμόρφωση τῶν ἐναλλακτικῶν χωρικῶν ἐπιλογῶν.
Ἡ Ἑλλάς χρειάζεται σχέδια μέ νομική ἐπίγνωση, γεωγραφική ἀκρίβεια, ἐπιστημονική ἀρτιότητα καί στρατηγική αὐτοπεποίθηση. Σχέδια τά ὁποῖα θά προστατεύουν τό περιβάλλον καί τό θαλάσσιο οἰκοσύστημα, θά ἐνισχύουν τίς νησιωτικές κοινωνίες, θά ὀργανώνουν καί θά προάγουν τήν γαλάζια οἰκονομία καί θά καθιστοῦν ὁρατή τήν ἄσκηση τῆς νόμιμης ἐθνικῆς δικαιοδοσίας. Σχέδια μέ βάση τά ὁποῖα ἡ χώρα θά καταστεῖ κέντρο τῆς συνεργασίας γιά τήν γαλάζια οἰκονομία στήν Ἀνατολική Μεσόγειο.
Τά Θαλάσσια Χωροταξικά Σχέδια (ἤ Πλαίσια) δέν εἶναι αὐτά πού δημιουργοῦν τήν κυριαρχία καί τά κυριαρχικά δικαιώματα. Ὀργανώνουν, ὅμως, τόν χῶρο στόν ὁποῖο αὐτά ἀσκοῦνται. Καί σέ μία ἐποχή κατά τήν ὁποία ἄλλοι ἐπιχειροῦν νά μετατρέψουν μονομερεῖς διεκδικήσεις σέ χάρτες, διοικητικές πράξεις καί κανονιστικές πρακτικές μέσῳ ἐσωτερικῶν νόμων, ἡ ἑλληνική ἀπάντηση δέν μπορεῖ νά εἶναι ἡ γεωγραφική αὐτολογοκρισία καί κατ’ ἀκολουθίαν ὁ δικαιοδοτικός αὐτοπεριορισμός.
* Καθηγήτρια Θαλάσσιου Χωροταξικοῦ Σχεδιασμοῦ, ἐμπειρογνώμων στόν Εὐρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης γιά τόν ΘΧΣ καί σύμβουλος τῆς Εὐρωπαϊκῆς Οἰκονομικῆς καί Κοινωνικῆς Ἐπιτροπῆς γιά τίς πολιτικές στά εὐρωπαϊκά νησιά


