Τά τραγούδια δέν εἶναι εὔκολη ὑπόθεση…

Προσπαθῶ, καμμιά φορά, νά ἀκούσω τά σημερινά τραγούδια, πού ἀκούει τό «εὐρύ κοινό»

Ἐκτός ἀπό τό ὅτι ὅλα εἶναι σχεδόν ἴδια μεταξύ τους, ἐντύπωση μοῦ προκαλεῖ ἡ ἀνυπαρξία στίχων, ἡ ἀπουσία νοημάτων.

Ὅλα εἶναι ντυμένα μέ λέξεις «κωδικές», ἀλλά συνειρμό καί κατεύθυνση δέν βλέπω.

Θυμᾶμαι ἀκόμη τόν πατέρα μου νά τραγουδᾶ: «Ὅλα εἶναι ἕνα ψέμα, μιά ἀνάσα μιά πνοή. / Σάν λουλούδι κάποιο χέρι θά μᾶς κόψει μιάν αὐγή». Ἦταν τό μοναδικό τραγούδι μέ τήν φωνή τοῦ Στέλιου Καζαντζίδη πού «ἔμπαινε στό σπίτι μας», καθ’ ὅτι ἦταν «βαρύ λαϊκό», ἀλλά εἶχε «βαθύτατα φιλοσοφημένο στίχο», ὅπως ἔλεγε ὁ γιατρός. Κι ἔτσι γνώρισα καί ἀργότερα μελέτησα τήν μεγάλη στιχουργό Εὐτυχία Παπαγιαννοπούλου. Ἄς θυμίσουμε στούς νεώτερους, πού ταλαιπωροῦν τήν στιχουργική, τί ἔλεγε ἐκείνη:

«Γράφω τραγούδια καί τά πουλῶ σέ ἀρκετούς, γιατί ἔχω ἀνάγκη τά χρήματα… Μόλις τά παραδώσω, ὑπογράφω καί μιά δήλωση παραιτήσεως ἀπό διάφορα δικαιώματα, ἄς ποῦμε ἀπαρνοῦμαι τά πνευματικά μου τέκνα γιά 200-250 δραχμές. Ἡ ἑταιρεία δίσκων πού ἀνήκω, μοῦ ἀπαγορεύει νά συνεργασθῶ μέ ἄλλη ἑταιρεία. Αὐτοί μᾶς ὑψώνουν καί οἱ ἴδιοι μᾶς ρίχνουν στά τάρταρα τῆς ἀνυπαρξίας. Εἶμαι 75 χρονῶν. Εἶμαι ἄρρωστη καί ἀνήμπορη νά τά βάλω μαζί τους, μά ἕνα μονάχα τούς λέω: Τό πνεῦμα δέν φυλακίζεται. Δέν δεσμεύεται. […] Ἡ ἐπιτυχία καί ἡ ἀπήχηση τῶν τραγουδιῶν μου ὀφείλεται στήν εἰλικρίνεια καί στήν φυσικότητα μέ τήν ὁποία τά ἔγραψα. Συνήθως ἕνα τραγούδι τό γράφω σέ μιά μέρα. Γράφω ὅταν μέ πνίγει μιά θύμηση, ὅταν μέ βαραίνει ὁ πόνος. Τό γράψιμο εἶναι ἕνας τρόπος γιά νά ξεφύγω ἀπό τοῦτο τό θλιβερό περιβάλλον.

Στήν ἡλικία μου, ὁ ἄνθρωπος ζεῖ μέ τίς ἀναμνήσεις του. Καί οἱ δικές μου εἶναι πικρές. Ἀγνοήθηκα. Παραγκωνίσθηκα. Ἀδικήθηκα. Μοίρασα ἁπλόχερα τήν τέχνη μου, μά δέν ἀξιοποιήθηκα. “Νύχτα πέρασε τό τραῖνο καί τό χάσαμε, κάπου θέλαμε νά πᾶμε μά δέν φτάσαμε”»…

Στό κρεββάτι τοῦ νοσοκομείου λίγο πρίν φύγει ἀπό τήν ζωή , ζήτησε νά ἀκούσει τήν «Ἅμαξα μές στήν βροχή». Ὅπως ἔλεγε, τό εἶχε πού τό ’χε χαρίσει στόν Χαράλαμπο Βασιλειάδη, στιχουργό ἐπίσης, τόν γνωστό ὡς «Μπάμπης ὁ Τσάντας», καί τοῦ ἔβαλε νότες ὁ Ἀπόστολος Χατζηχρῆστος. Τό θεωροῦσε «δικό της παιδί». Ἑκατοντάδες ἄλλα, δικά της, κυκλοφόρησαν μέ ἄλλες ὑπογραφές. Παραθέτω μερικά ἀθάνατα, πραγματικά, λαϊκά τραγούδια: «Στοῦ γιαλοῦ τά βοτσαλάκια», «Τί ἔχει καί κλαίει τό παιδί», «Στ’ Ἀποστόλη τό κουτούκι», «Εἴμαστε ἀλάνια», «Πετραδάκι, πετραδάκι», «Ἡ ἄστατη», «Δέν φταῖς ἐσύ, ἡ φαντασία μου τά φταίει», «Ἡλιοβασιλέματα», «Περασμένες μου ἀγάπες», «Εἶσαι ἡ ζωή μου, ἡ ἀναπνοή μου», «Δυό πόρτες ἔχει ἡ ζωή», «Ὄνειρο ἀπατηλό», «Πῆρα ἀπ’ τήν νιότη χρώματα» καί τό ὑπέρτατο ζεϊμπέκικο «Εἶμαι ἀητός χωρίς φτερά», πού ἔδωσε στόν Μᾶνο Χατζιδάκι.

Ἄν δέν ἔχετε δεῖ τήν ταινία «Εὐτυχία», τοῦ Ἄγγελου Φραντζῆ, μέ πρωταγωνίστρια, στόν ρόλο (καί στό «πετσί») τῆς Εὐτυχίας Παπαγιαννοπούλου, τήν Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, καί τόν Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη καί τόν Θᾶνο Τοκάκη στούς κυρίους ἀνδρικούς ρόλους, ἀναζητῆστε την. Ἀναπαριστᾶ μέ πιστότητα μιά ἐποχή κατά τήν ὁποία ὑπῆρξε δημιουργική ἔκρηξη στό ἀληθινό ἑλληνικό λαϊκό τραγούδι. Καί ἡ Εὐτυχία Παπαγιαννοπούλου ὑπῆρξε ἡ μοῦσα του! Θά τήν θυμοῦνται ὅλοι, πάντα. Ποιός θά θυμᾶται τίς σαχλαμαρίτσες τοῦ εἴδους «Μπορῶ νά ἔχω λίγο τόν λογαριασμό;»…

Απόψεις

Ἐπικίνδυνο γιά τήν ΕΡΤ τό «Φιόρδ», ἡ ταινία γιά τόν Χριστιανισμό καί τήν οἰκογένεια!

Εφημερίς Εστία
Παρομοιάζει τό ἀριστουργηματικό φίλμ μέ «ἄρθρο συντηρητικῆς χριστιανοδημοκρατικῆς φυλλάδας» καί κατηγορεῖ τήν ταινία πώς ταυτίζει τήν woke ἀτζέντα μέ τόν ὁλοκληρωτισμό

Ἡ σταδιακή κατάρρευσις τῆς γερμανικῆς Χριστιανοδημοκρατίας

Εφημερίς Εστία
Οἱ αἰτίες ἀνάγονται στήν οὐσιαστική ἀπεμπόληση τῶν παραδοσιακῶν ἀξιῶν της

Στή χώρα τῶν Λωτοφάγων

Εφημερίς Εστία
O Yπουργός Οἰκονομικῶν καί πρόεδρος τοῦ παράτυπου Eurogroup νομίζει ὅτι συγκίνησε τό Πανελλήνιο μέ τήν ἐξαγγελία ὅτι ἐλαφρύνει τίς μέλλουσες γενεές τῶν Νεοελλήνων ἐπιβαρύνοντας τήν παροῦσα

Ὅταν τό Αἰγαῖο παύει νά χωρίζει

Εφημερίς Εστία
Ἡ ἰδιαίτερη σχέση τῶν μικρασιατικῶν παραλίων μέ τήν Ἑλλάδα

Ο «Στρατηγός» και ο «Κανονιέρης»: Μια φιλία σχεδόν 60 χρόνων «ζωντανεύει» στην Ξάνθη

Εφημερίς Εστία
Η ιστορία του Μίμη Δομάζου και του Αντώνη Αντωνιάδη «ζωντανεύει» μέσα από το βιβλίο του Κώστα Μπλιάτκα