Ἡ ἱστορία του εἶναι πιό ἰσχυρή ἀπό τό χρῶμα
Παρακολούθησα τήν «Ὀδύσσεια» τοῦ Νόλαν στήν «Ἀθηναία» τῆς ὁδοῦ Χάρητος.
Καί ἐκεῖνο πού τήν χαρακτηρίζει δέν εἶναι αὐτό γιά τό ὁποῖο ἔχει «σηκωθεῖ σκόνη» στή δημόσια συζήτηση. Ὁ πυρῆνας της δέν εἶναι οὔτε ἡ περίφημη συμπερίληψη, γιά τήν ὁποία πανηγυρίζουν οἱ κοσμοπολῖτες, οὔτε τό χρῶμα τῆς Ἑλένης γιά τό ὁποῖο δικαίως διαμαρτύρεται, ἐκτός ἀπό πλειάδα συντηρητικῶν πολιτῶν, ἀκόμα καί ἡ μεταφράστρια τῆς «Ὀδύσσειας». Δέν εἶναι τό καθοριστικό σέ ὅλα ὅσα εἴδαμε.
Πρωταγωνιστής τῆς ἱστορίας εἶναι ὁ ἀφηγητής, ὁ Ὅμηρος. Κι εἶναι τόσο δυνατή ἡ ἱστορία πού ἀφηγεῖται γιά τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη καί τήν μεταφυσική της σχέση μέ τό Θεῖο, ἀλλά καί τήν ἀνθρώπινη ὕβρι καί παρακμή, πού, λυπᾶμαι πού θά τό πῶ, «παραπολιτικά» εἶναι ὅλα αὐτά γιά τά ὁποῖα ἔγινε θόρυβος.
Γι’ αὐτό διαισθητικά δέν συμμετείχαμε στίς κόντρες. Σέ μιά πατρίδα πού τά ἀρχαῖα ἑλληνικά καί ἡ Ἱστορία δέν διδάσκονται πιά ἐπαρκῶς στά Ἑλληνόπουλα (προέκυψε καί ἀπό τόν «Καποδίστρια») ἡ ταινία τοῦ Νόλαν, μέ τίς ὅποιες ἀτέλειές της καί ὑπερβολές της σέ σκηνές ὅπως ἡ ἔκρηξη τοῦ Πολύφημου, ἡ δολοφονία τῶν μνηστήρων τῆς Πηνελόπης καί ἡ μετατροπή τῶν ἀνδρῶν τοῦ Ὀδυσσέα σέ πρόβατα ἀπό τήν Κίρκη, εἶναι κιβωτός γιά τά νέα παιδιά. Τούς ἀνοίγει τά μάτια γιά τό ποίου πολιτισμοῦ κληρονόμοι εἶναι.
Ἡ «Ὀδύσσεια» εἶναι μιά ἱστορία πού ἀφορᾶ τήν δύναμη τῆς ἑλληνικότητας, ἀλλά καί τήν δύναμη τῆς πνευματικότητας. Τήν δύναμη τῆς λογοδοσίας σέ μιά ἀνώτερη δύναμη πού ὑπῆρχε μέ ἄλλη μορφή πρίν ἐμφανιστεῖ ὁ Ἰησοῦς Χριστός στόν κόσμο. Οἱ κοσμοπολῖτες ἄθεοι, πού δέν θυμόνταν τήν «Ὀδύσσεια» στίς λεπτομέρειές της, αἰσθάνονται συνήθως ἄβολα, ἄν κρίνω ἀπό τίς ἀντιδράσεις τους καί τά εἰρωνικά σχόλια πού ἄκουγα στήν γαλαρία τῆς «Ἀθηναίας», κάθε φορά πού οἱ πρωταγωνιστές τῆς ταινίας ἐπικαλοῦνταν τούς θεούς, τίς θυσίες στούς θεούς, πώς ἐφάρμοζαν νόμους τῶν θεῶν (Δίας, Ἀθηνᾶ), πώς παρέπεμπαν σέ πνευματικούς νόμους τῶν θεῶν, πώς ἐξομολογοῦνταν καί προσεύχονταν στούς θεούς, πώς ζητοῦσαν τήν μεσιτεία ἀπό τούς μάντεις στούς θεούς, πώς ἔφταναν ἀκόμα καί στά πρόθυρα τοῦ κάτω κόσμου γιά νά μάθουν τί σκέφτονται οἱ θεοί.
Ἡ ταινία αὐτή, «Δούρειος Ἵππος» τῶν μετέπειτα χριστιανικῶν ἀξιῶν, δείχνει ὅτι οἱ Ἕλληνες εἴμαστε ἀπό πολύ νωρίς ἕνας εὐσεβής λαός. Ὄχι μόνο λαός τοῦ ὀρθολογισμοῦ. Εὐσεβής λαός. Γι’ αὐτό καί ἡ θρησκεία, ὁ χριστιανισμός, σέ καιρούς παρακμῆς τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας βρῆκε πρόσφορο ἔδαφος στήν πατρίδα μας καί μεταρρύθμισε τή σκέψη τῶν ἀνθρώπων πού διψοῦσαν γιά πίστη.
Ὅλη ἡ ἀφήγηση τοῦ Νόλαν, μέ πρωταγωνιστές τόν Ὀδυσσέα, ὁ ὁποῖος παραπλάνησε τούς Τρῶες μέ τόν Δούρειο Ἵππο, τήν Πηνελόπη, τόν Σίνωνα, τόν γιό του, τήν σχέση του μέ τούς ἄντρες του, τήν περιπλάνησή του στίς θάλασσες μετά τήν πύρρειο νίκη, τά διαρκῆ διλήμματα στά ὁποῖα βρέθηκε ὅταν συνειδητοποίησε πώς ἡ νίκη πολλές φορές εἶναι μιά μεγάλη ταλαιπωρία, συνδέεται μέ ἀξίες τίς ὁποῖες μετεξέλιξε ὁ χριστιανισμός: μέ τίς δοκιμασίες πού μᾶς δίνει ὁ Θεός ὅταν μᾶς ἀγαπᾶ, μέ τίς ἔννοιες τῆς πίστεως, τῆς ὑπομονῆς, τῆς συγχώρεσης, τῆς θείας δίκης, τῆς ἐξομολόγησης, τῆς κατάλυσης τῶν πνευματικῶν νόμων καί τοῦ τιμήματος πού πληρώνει κανείς γι’ αὐτό, τῆς δύναμης τῆς προσευχῆς, ἀκόμα καί τοῦ πειρασμοῦ μέσῳ τῆς διαβολικῆς Κίρκης, ἀλλά καί τῆς πλανεύτρας φωνῆς τῶν Σειρήνων. Μήπως γεμάτη ἀπό τέτοιες Σειρῆνες δέν εἶναι καί ἡ ζωή μας σήμερα;
Ὑπάρχει στήν ταινία μιά πολύ ὡραία φράση τοῦ Ὁμήρου, πού φέρνει στά χείλη τοῦ Ὀδυσσέα ὁ σκηνοθέτης ὅταν ἀναφέρει ὅτι θά ἀπευθύνει γονατιστός ἱκεσία στούς θεούς. Λέει ὁ βασιλιᾶς Ὀδυσσέας ὅτι «ἀπό πιό χαμηλά βλέπεις πιό καθαρά!» Πρόκειται γιά τήν ἔννοια τῆς ταπείνωσης, πού κυριαρχεῖ στόν χριστιανισμό. Δέν μπορεῖτε νά φανταστεῖτε πόσο διασκέδαζα μέ τήν ἀμηχανία τῶν ἄθεων κοσμοπολιτῶν πού ἦταν πίσω μου καί δυσφοροῦσαν μέ ὅλο αὐτό, καθώς συνήθως τό καταγγέλλουν ὅταν τό βρίσκουν στόν χριστιανισμό καί τώρα τό βρῆκαν μπροστά τους στήν ἀρχαία Ἑλλάδα. Ὀδυνηρή γι’ αὐτούς ἡ ἀνακάλυψη μέ τήν σφραγῖδα τοῦ Χόλλυγουντ ὅτι δέν εἴμαστε μόνοι σέ αὐτό τόν κόσμο καί ὅτι ἔχουμε παρέα μας, ἄν τό θέλουμε, τόν Θεό!
Τό διασκέδαζα σέ σημεῖο τέτοιο πού νά ἀπορῶ μέσα μου γιατί ὅλες οἱ ἡγεσίες τῶν μικρῶν κομμάτων τῆς συντήρησης στήν πατρίδα μας ὄχι μόνο ἀρνήθηκαν νά δοῦν τήν ταινία (Λατινοπούλου), κάτι πού εἶναι ξένο στούς κώδικές μου (ἀκόμα καί γιά νά καταγγείλεις ἔνα πνευματικό ἔργο πρέπει νά τό ἔχεις δεῖ), ἀλλά ἐπειδή ἔχασαν τήν μεγάλη εὐκαιρία νά δοῦν ποῦ βρίσκεται ἡ ρίζα τῆς εὐσέβειας τῶν Ἑλλήνων, γιά τήν ὁποία τάχα μάχονται: Στήν Ἱστορία μας καί στό πόσο νωρίς τά εἴπαμε ὅλα γιά τήν σχέση Θεοῦ καί ἀνθρώπου.
Σέ ἕναν κόσμο κυνισμοῦ, ἀπληστίας καί ἀδιαφορίας, τό γεγονός ὅτι ἡ ταινία τοῦ Νόλαν κόβει ἑκατομμύρια εἰσιτήρια σημαίνει ὅτι ἁπλώνεται καί διαδίδεται καί πάλι ἡ ἑλληνική σκέψη, τήν ὁποία καταδιώκει ἡ συμπεριληπτικότητα. Θυμίζω παλαιότερα πρωτοσέλιδα τῆς ἐφημερίδας μας, σύμφωνα μέ τά ὁποῖα μεγάλα βρεταννικά πανεπιστήμια ἀπέκλεισαν τήν διδασκαλία τῆς «Ἰλιάδας» καί τῆς «Ὀδύσσειας» ἀπό τούς φοιτητές τους γιατί θεώρησαν ὅτι αὐτές δέν εἶναι… συμπεριληπτικές!
Καί ἐπειδή ἡ ἑλληνικότητα ἔκρυβε πάντοτε μέσα της οἰκουμενικά μηνύματα εἶναι ἐντυπωσιακό στό τέλος καί τό ἀντιπολεμικό μήνυμα πού δίνει ὁ ἴδιος ὁ Ὀδυσσέας ὅταν κάνει τήν αὐτοκριτική του γιά τό πῶς κατέστρεψε τήν Τροία. Λέγοντας τή φράση ὅτι «ἡ φωτιά τῆς Τροίας θά καταστρέψει ὅλο τόν κόσμο».Θα τόν κάψει! Τό ὅτι ἡ περιοχή αὐτή, ἔστω κι ἄν ὑπάρχει ὡς ἐρείπιο σήμερα ἔξω ἀπό τά Δαρδανέλλια, ἦταν κέντρο πλούτου, ἐμπορίου καί διακινήσεως ἀγαθῶν καί βρίσκεται πολύ κοντά στά θέατρα τῶν πολέμων τῆς Οὐκρανίας καί τοῦ Ἰράν μᾶς λέει κάτι; Ἡ προειδοποίηση αὐτή τοῦ Ὀδυσσέα μήπως; Θά ’πρεπε!
Τέλος, δέν θά μποροῦσα παρά νά παρατηρήσω πώς ἄν τυχόν οἱ Ὀθωμανοί γνώριζαν τί γράφει ὁ Ὅμηρος γιά τό κόλπο πού χρησιμοποίησε ὁ Ὀδυσσέας γιά νά ἀνοίξει τήν κερκόπορτα τῆς Τροίας μέ τό Δούρειο Ἵππο, τότε εἶναι βέβαιο ὅτι πῆραν ἰδέες ἀπό ἐμᾶς τούς Ἕλληνες γιά τήν ἅλωση τῆς Πόλεως τό 1453. Δυστυχῶς. Τό ζήτημα γιά μᾶς τούς νεώτερους Ἕλληνες δέν εἶναι νά διαπληκτιζόμαστε γιά τήν ἀπαράδεκτη πράγματι καί ἀνιστόρητη ἐπιλογή τοῦ Νόλαν νά ἐμφανίσει τήν Ἑλένη ὡς μαύρη, ἡ ἡ ὁποία ὅμως σκάρτα 5 λεπτά ἐμφανίζεται στήν ταινία καί δέν καθορίζει τό νόημά της στή διάρκεια τῶν τριῶν ὡρῶν, οὔτε νά ἀντιδικοῦμε γιά τά κλασσικά θέματα συμπερίληψης.
Ὁ ἑλληνισμός ἦταν κάτι πολύ περισσότερο καί εὐρύχωρο ἀπό ὅλα αὐτά. Τά ἐνσωμάτωσε καί τά ἀπορρόφησε. Τά «κατάπιε» ἡ δύναμη τῆς σκέψης του καί ἡ ἰσχύς τῆς ἀπήχησής του. Ἄς μή χάνουμε λοιπόν τίς εὐκαιρίες ὅταν περνᾶνε μπροστά μας. Νά βλέπουμε τό δάσος καί ὄχι τό δέντρο.

