Ἀντιγράφω ἀπό τό ρεπορτάζ: «Παρά τήν μαζική κινητοποίηση καί τίς διαδοχικές διασταυρώσεις στοιχείων, ἡ βασική δυσκολία γιά τίς Ἀρχές ἦταν ὅτι ἀποκλείονταν διαρκῶς πιθανά σενάρια, χωρίς ὅμως νά προκύπτει τεκμηριωμένη ἐξήγηση.
Καθώς οἱ ἀναφορές πολιτῶν ἄρχισαν νά περιορίζονται ἀπό τό ἀπόγευμα, τά συνεργεῖα παρέμειναν σέ ἐπιφυλακή, ἐνῷ ἡ διερεύνηση πέρασε καί σέ ἐπιστημονικό ἐπίπεδο. Εἰδικοί ἀνέλαβαν νά ἐξετάσουν τήν χημική σύσταση τῆς ὀσμῆς καί νά διαπιστώσουν ἐάν ἐπρόκειτο γιά πτητικές ὀργανικές ἑνώσεις, κατάλοιπα ὑδρογονανθράκων ἤ ἄλλη ἀτμοσφαιρική ἐπιβάρυνση.
Μέχρι νά ὑπάρξουν ἀσφαλῆ συμπεράσματα, ἡ ὑπόθεση παραμένει ἀνοιχτή. Τό μόνο βέβαιο εἶναι ὅτι οἱ ἀρχές ἔθεσαν στό μικροσκόπιο κρίσιμες ὑποδομές, τόν ΔΕΣΦΑ, τήν Enaon EDA, τά διυλιστήρια, τήν Ψυττάλεια, τήν ΕΥΔΑΠ καί θαλάσσιες μεταφορές στόν Σαρωνικό, χωρίς μέχρι στιγμῆς νά ἐντοπισθεῖ ἡ πηγή τῆς μυστηριώδους ὀσμῆς πού ἀναστάτωσε τά νότια προάστια»…
Πρίν ἀρκετά χρόνια, μίλησα γιά μιά καί μοναδική φορά μέ τόν Ἀριστοτέλη Ὠνάση. Ἐργαζόμενος, τότε, ὡς μουσικός, μέ μαέστρο τόν Μίμη Πλέσσα, στό «Κάν-Κάν» τοῦ Νίκου Γιγουρτάκη, εἶχα τήν τύχη νά ἀποκτήσω σχέσεις καί οἰκειότητα μέ τόν θυμόσοφο δημιουργό Γιῶργο Ζαμπέτα. Ὁ Ὠνάσης, ὅποτε βρισκόταν στήν Ἑλλάδα, «περνοῦσε μιά βόλτα» γιά νά ἀπολαύσει τόν Ζαμπέτα,με τόν ὁποῖο ἦσαν φίλοι. Ἔτσι, ἕνα βράδυ, ὁ σπουδαῖος μουσικός μέ φώναξε στό τραπέζι τοῦ σπουδαίου Ἕλληνα. «Ἀρίστο, ὁ γιατρός ἀπό ’δῶ (μέ ἀποκαλοῦσε «γιατρό» λόγῳ τῆς ἰδιότητος τοῦ πατέρα μου) γράφει καί σέ ’φημερίδα καί θέλει νά σοῦ ὑποβάλει κάποιο ἐρώτημα» τοῦ εἶπε, αἰφνιδιάζοντάς με, καθώς δέν μέ εἶχε προετοιμάσει. Κι ἔτσι, σκέφθηκα σέ χρόνο μηδέν καί ἀπηύθυνα τό ἐρώτημα: «Ποιά εἶναι ἡ ὡραιότερη ἑλληνική θαλάσσια διαδρομή πού ἔχετε κάνει μέ τό σκάφος σας;». Ὁ Ὠνάσης, πού στό τραπέζι εἶχε τόν καθηγητή μου στήν Πάντειο Ἰω. Γεωργάκη καί τήν ἀδελφή του, Καλλιρρόη Πατρονικόλα, ἀπάντησε ἀμέσως: «Ἀπό τόν Ἰσθμό μέχρι τό Σούνιο.
Δέν ὑπάρχει καλύτερη διαδρομή στόν κόσμο!»…
Θυμήθηκα ἐκείνη τήν συνάντηση χθές, ὅταν ὅλο τό κράτος ἔψαχνε νά βρεῖ «τί στήν εὐχή ἦταν αὐτή ἡ ἔντονη ὀσμή πού ἐρχόταν ἀπό τήν θάλασσα καί ἔγινε ἀντιληπτή στά νότια προάστια»…
Ἔχουμε σκεφθεῖ τό μέγεθος τῆς κακοποιήσεως τῆς πιό ὡραίας διαδρομῆς στόν κόσμο; Διυλιστήρια, ναυπηγεῖα, ἐργοστάσια, δεξαμενές, ἀποθηκευτικοί χῶροι, πού ἐκκινοῦν ἀπό τόν Ἰσθμό καί καταλήγουν στό Σούνιο!
Σκέφθηκα ὅτι ἡ ἔντονη ὀσμή πιθανώτατα εἶναι μιά προειδοποίηση ἀπό τίς κρυφές θεότητες τῆς θαλάσσης, πού δέν ἔχουν ἀκόμη «μιλήσει», δέν ἔχουν ἀκόμη βρυχηθεῖ, γιά νά ἀποδοκιμάσουν τήν ἀπαράδεκτη συμπεριφορά μας ἔναντι τοῦ πολύτιμου ὑγροῦ στοιχείου.
Παλιότερα, ὅταν ἀκολουθοῦσα τόν κουμπάρο μας Γρηγόρη Μπαρουτσάκη (τόν ἐπονομαζόμενο «Γορίλλα») σέ ψαρέματα στό Τολό, τόν ἄκουγα νά μοῦ λέει κάτι περίεργες ἱστορίες. «Ξέρεις, κουμπάρε (ἤμουν περίπου δέκα-ἕνδεκα ἐτῶν), ὅτι ἐδῶ ἀπό κάτω μας κολυμπᾶνε νεράιδες, τελώνια καί θεριά τῆς θάλασσας; Ξέρεις ὅτι ἅμα τά ἐνοχλήσεις μέ τά δίχτυα καί τά παραγάδια, σ’ τά κόβουνε μονομιᾶς κι ἐσύ ψάχνεις νά βρεῖς ποιός τά ἔκοψε; Γι’ αὐτό, πρέπει νά προσέχεις ποῦ τά ρίχνεις καί πῶς τά ρίχνεις τά ἐργαλεῖα σου. Νά μήν πειράζεις τά θεριά, γιατί μιά μέρα θά σέ καταπιοῦνε»…
Τότε, ἀρχές τοῦ ’60, ὁ Γρηγόρης σεβόταν «τά θεριά». Ἄς συλλογιστοῦμε πόσο τά ἔχουμε προκαλέσει τά τελευταῖα πενῆντα χρόνια. Καί μήν ἔχετε ἀμφιβολία. Τά θεριά τῆς θάλασσας δέν πεθαίνουν ποτέ!

