Πολλή φασαρία γίνεται γιά τόν «ὅρκο» πού ἔδωσε δημοτικός σύμβουλος τῆς ἐξωκοινοβουλευτικῆς Ἀριστερᾶς στόν Δῆμο Ἀθηναίων.
Καί ὁ ἐπίτιμος ἀντιπρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου Δημήτριος Κανελλόπουλος, μᾶς γράφει:«Ὅρκος εἶναι ἡ διαβεβαίωση πού δίνει κάποιος γιά τήν ἀλήθεια ἑνός ἰσχυρισμοῦ ἤ πραγματικοῦ γεγονότος ἤ ἡ δέσμευση πού ἀναλαμβάνει κάποιος ὅτι θά ἐκτελέσει ὑπεσχημένη δραστηριότητα, ἐπικαλούμενος τρόπον τινά ὡς ἐγγύηση τόν Θεό ἤ ἅγιο πρόσωπο ἤ κάτι ἀπολύτως σεβαστό καί ἑπομένως ἀνώτερο ἀπό αὐτόν πού δίνει τόν ὅρκο.
Δηλαδή, ἀπαραίτητο στοιχεῖο τῆς ἐννοίας τοῦ ὅρκου εἶναι ἡ ἐπίκληση ἀπό αὐτόν πού ὁρκίζεται κάτι πολύ ἀνώτερου ἀπό τόν ἑαυτό του. Λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος (πρός Ἑβραίους, κεφ. 6, στίχ. 13 ἐπ.): “ἐπεί ὁ Θεός κατ’ οὐδενός εἶχε μείζονος ὀμόσαι, ὤμοσε καθ’ ἑαυτοῦ λέγων· ἦ μήν εὐλογῶν εὐλογήσω σε… ἄνθρωποι μέν γάρ κατά τοῦ μείζονος ὀμνύουσι καί πάσης αὐτοῖς ἀντιλογίας πέρας εἰς βεβαίωσιν ὁ ὅρκος”. Ἀπόδοση στή νεοελληνική ἀπό τόν καθηγητή τῆς Θεολογίας στό Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν Χρ. Βούλγαρη: “διότι ὁ Θεός, ἐπειδή δέν εἶχε κάποιον ἀνώτερό του στόν ὁποῖο νά ὁρκιστεῖ, ὁρκίστηκε στόν ἑαυτό του… γιατί οἱ μέν ἄνθρωποι ὁρκίζονται σέ κάποιον ἀνώτερο καί ὁ ὅρκος θέτει τέρμα σέ κάθε ἀμφισβήτησή τους καί ἐπικυρώνει τή διαβεβαίωση”. Τά διάφορα νομικά κείμενα περιέχουν τόν τύπο καί τόν ὁρισμό τοῦ ὅρκου, ἀνάλογα μέ τήν κάθε περίπτωση.
Τό ἐπιτάσσει ρητῶς τό Σύνταγμα (ἄρθρο 13 παρ. 5): “κανένας ὅρκος δέν ἐπιβάλλεται χωρίς νόμο πού ὁρίζει καί τόν τύπο του”. Δέν μπορεῖ, δηλαδή, ὁ καθένας νά ὁρκίζεται ὅπου θέλει. Ἔτσι τό Σύνταγμα στό ἄρθρο 33 παρ. 2 ὁρίζει τόν τύπο τοῦ ὅρκου πού δίνει ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας πρίν τήν ἀνάληψη τῶν καθηκόντων του: “Ὁρκίζομαι στό ὄνομα τῆς Ἁγίας καί Ὁμοούσιας καί Ἀδιαίρετης Τριάδας νά φυλάσσω τό Σύνταγμα καί τούς νόμους…» κ.λπ. Δέν γεννᾶται κανένα νομικό θέμα. Ὁ ὅρκος εἶναι θρησκευτικός, ὅπως τόν ὀνομάζουν, καί ἔτσι δίνεται. Ὁρίζει τό Σύνταγμα στό ἄρθρο 59 τόν τύπο τοῦ ὅρκου πού δίνουν οἱ βουλευτές πρίν ἀναλάβουν τά καθήκοντά τους: “Ὁρκίζομαι στό ὄνομα τῆς Ἁγίας καί Ὁμοούσιας καί Ἀδιαίρετης Τριάδας νά εἶμαι πιστός στήν πατρίδα καί τό δημοκρατικό πολίτευμα κ.λπ.” (παρ.1).
Ὁ τύπος καί τό κείμενο αὐτοῦ τοῦ ὅρκου περιέχεται στό Σύνταγμα, ἐντός εἰσαγωγικῶν, ἄρα, κατά λογική ἀκολουθία, κατά λέξη ὅπως τόν ἀναγράφει τό συνταγματικό γράμμα πρέπει νά δίδεται. “Ἀλλόθρησκοι ἤ ἑτερόδοξοι βουλευτές δίνουν τόν ἴδιο ὅρκο σύμφωνα μέ τόν τύπο τῆς δικῆς τους θρησκείας ἤ τοῦ δικοῦ τους δόγματος”. Ἐπίσης θρησκευτικός ὅρκος. Εἶναι ὁ τύπος πού ἐπιβάλλει ρητῶς καί αὐστηρῶς τό Σύνταγμα. Πολλοί βουλευτές δίνουν ἄλλον τύπο ὅρκου ἀπό αὐτόν πού ὁρίζει τό Σύνταγμα, τόν ὁποῖο ὀνομάζουν πολιτικό, ἐπικαλούμενοι τήν τιμή καί τή συνείδησή τους. Καί δέν παραβιάζεται ἔτσι τό Σύνταγμα; Ἄς μᾶς ποῦν κάτι τό σχετικό οἱ συνταγματολόγοι ἤ οἱ συνταγματολογοῦντες, ἀρκεῖ νά εἶναι ἀνεπηρέαστοι ἀπό κομματικές ἰδεοληψίες. Καί ἄν προϋπόθεση γιά τήν ἔγκυρη καί νόμιμη ἀνάληψη τῶν καθηκόντων τους ἀπό τούς βουλευτές εἶναι ἡ προηγούμενη νόμιμη ὀρκωμοσία τους, ὅπως δέχονται σχεδόν ὅλοι οἱ συνταγματολόγοι, τότε εἶναι ἄκυρη καί ἡ ἀνάληψη ἀπό αὐτούς τῶν καθηκόντων τους. Ἡ συνταγματική κατοχύρωση τοῦ ὅρκου, ὁ ὁποῖος εἶναι θρησκευτικός, ἀπαντᾶ σέ ὅλα τά προηγούμενα συνταγματικά μας κείμενα.
Μάλιστα τά Συντάγματα πού ἴσχυσαν ἀπό τό 1864 προέβλεπαν καί τήν ὁρκωμοσία τῶν ἀλλόθρησκων βουλευτῶν κατά τόν τύπο τῆς θρησκείας τους. Ἀπό τή σαφῆ λοιπόν διατύπωση τοῦ ἄρθρου 59 παρ. 1 συνάγεται ὅτι ἡ δόση θρησκευτικοῦ ὅρκου εἶναι ὑποχρεωτική, διαφορετικά ὁ βουλευτής δέν ἀναλαμβάνει καθήκοντα καί δέν μπορεῖ νά λάβει τή βουλευτική ἀποζημίωση καί τίς δαπάνες πού συναρτῶνται μέ τή βουλευτική ἰδιότητα. Ἔτσι δέχονται ὅλοι σχεδόν οἱ συνταγματολόγοι. Ὁμιλοῦν βέβαια μερικοί συνταγματολόγοι, ὅτι ἡ σχετική διάταξη πρέπει νά ἑρμηνεύεται στό πλαίσιο τοῦ ἄρθρου 13 παρ. 1 τοῦ Συντάγματος, πού ὁρίζει ὅτι ἡ ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης εἶναι ἀπαραβίαστη καί ἡ ἀπόλαυση τῶν ἀτομικῶν καί πολιτικῶν δικαιωμάτων δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τίς θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός. Ὁμιλοῦν ἐπίσης ὅτι δέν πρέπει νά προσβάλλονται καί ὅσοι προβάλλουν ἀντίρρηση συνείδησης στή θρησκευτική ὁρκοδοσία. Ὅμως, ὅπως οἱ ἴδιοι αὐτοί συνταγματολόγοι διδάσκουν, τό Σύνταγμα εἶναι αὐστηρό δίκαιο καί αὐστηρῶς πρέπει νά ἑρμηνεύεται.
Καί δέν χωρεῖ ἑρμηνεία ὅταν ὁ ἴδιος ὁ νόμος εἶναι ρητός καί αὐστηρός καί δέν παρέχει περιθώρια ἑρμηνείας. Τά προαναφερθέντα δέ δύο ἄρθρα, 13 καί 59 τοῦ Συντάγματος, ἀποτελοῦν φραγμό καί δέν ἐπιτρέπουν ἑρμηνεία, ἀφοῦ τό μέν πρῶτο ὁρίζει ρητῶς “κανένας ὅρκος δέν ἐπιβάλλεται χωρίς νόμο πού ὁρίζει καί τόν τύπο του” καί τό δεύτερο διατυπώνει ρητῶς καί αὐστηρῶς, ἐντός εἰσαγωγικῶν, ὅπως εἴπαμε, τόν τύπο τοῦ ὅρκου πού πρέπει νά δίνουν οἱ βουλευτές, ἐνῷ ὁ τύπος τοῦ λεγόμενου πολιτικοῦ ὅρκου εἶναι διαφορετικός. Βέβαια, ὅπως προκύπτει ἀπό τά πρακτικά τῆς Βουλῆς, ἐπιβάλλουν τίς ἀπόψεις τους καί προβάλλουν ὡς δικαιώματά τους, χωρίς καμμία σοβαρή καί τεκμηριωμένη νομική ἀντίσταση, κόμματα καί βουλευτές ἀπό τούς περισσότερους δυστυχῶς κομματικούς σχηματισμούς, ἀφοῦ εἶναι ἀμφίβολο ἄν τό νόμιμο τῆς ὀρκωμοσίας τῶν βουλευτῶν μπορεῖ νά ἐλεγχθεῖ δικαστικῶς.
Ὅσον ἀφορᾶ τώρα τόν Πρωθυπουργό καί τούς ὑπουργούς, ὁ λεγόμενος πολιτικός ὅρκος ὡς διαβεβαίωση στήν τιμή καί τή συνείδησή τους προβλέπεται ρητῶς ἀπό τό Προεδρικό Διάταγμα 63/2005 καί δέν ὑπάρχει κανένα νομικό πρόβλημα, ἀλλά ὑπάρχει ἐννοιολογικό πρόβλημα. Γιατί, ὅπου τελικά ἐπιτρέπεται νομίμως ὁ λεγόμενος πολιτικός ὅρκος, δέν περιέχεται ἡ ἐπίκληση ἀπό αὐτόν πού ὁρκίζεται κάτι τοῦ ἀνώτερου γιά νά ἔχουμε στήν κυριολεξία ὅρκο, σύμφωνα μέ τά προαναφερόμενα. Ἁπλῶς ὁ νομοθέτης “βαπτίζει” ὡς ὅρκο τή δήλωση μέ τήν ἐπίκληση τῆς τιμῆς καί τῆς συνείδησης, ἀλλοιώνοντας ἔτσι τήν πανάρχαια ἔννοιά του, τήν ὁποία, ὅπως εἴπαμε, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ρητῶς διατυπώνει».

