Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 29 Ἰανουαρίου 1926
Ἐν πρώτοις, ποῖον εἶναι τό ὀρθότερον: Πονοκέφαλος ἤ κεφαλόπονος; Ὑποθέτω ὅτι τό ὀρθότερον θά ἦτο κεφαλόπονος, δηλαδή πόνος τῆς κεφαλῆς καί ὄχι κεφαλή τοῦ πόνου. Ἐν τούτοις, ὅλος ὁ κόσμος συνηθίζει νά λέγη πονοκέφαλον, ὅπως λέγει καί πονόδοντον. Καί εἶναι πολύ φυσικόν. Οἱ ὅροι ἐδημιουργήθησαν φυσικά εἰς στιγμάς πονοκεφάλων καί πονοδόντων καί θά ἦτο ὑπερβολική ἀξίωσις νά περιμένωμεν περισσοτέραν Γραμματικήν ἀπό ἀνθρώπους, τῶν ὁποίων ἡ κεφαλή εἶχε γίνει καζάνι εἴτε ἀπό τήν μίαν συμφοράν εἴτε ἀπό τήν ἄλλην. Ὁπωσδήποτε εἶναι ἀστεῖον νά πονοκεφαλᾶ κανείς, τήν στιγμήν πού ἡ κεφαλή του ἑτοιμάζεται νά ἐκραγῇ, διά νά ἐξακριβώση ἄν ὑποφέρη ἀπό πονοκέφαλον ἤ κεφαλόπονον.
Καί εἰς τήν κατάστασιν αὐτήν ἀκριβῶς εὑρίσκεται ὁ χαράσσων, τῇ εὐγενεῖ συνεργασίᾳ τῆς παλαιᾶς του φίλης Ἀσπιρίνης, τάς τραγικάς αὐτάς γραμμάς.
Τό φυσικώτερον βεβαίως θά ἦτο νά μήν τάς χαράσση. Ἀλλά τήν αὐτήν ἰδέαν δέν ἔχει καί ὁ διευθυντής τοῦ τυπογραφείου τῆς ἐφημερίδος.
– Τό χρονογράφημα, παρακαλῶ!… διατάσσει, μέ ὕφος δημοσίου εἰσπράκτορος συνοδευομένου ἀπό ἔνοπλον δύναμιν.
– Ἐπί τοῦ παρόντος ἀδύνατον, παιδί μου Μίνω! Ἔχω πονοκέφαλον. Δέν εἶναι δυνατόν νά σοῦ τό στείλω ἀργότερα;
– Μέ πεθαίνετε, κύριε συντάκτα. Στό τυπογραφεῖο κάθονται οἱ ἐργάται. Ἀργότερα θά πέση ἄλλη δουλειά.
– Ἀλλά σοῦ εἶπα, φίλε μου, ὅτι ἔχω πονοκέφαλον.
– Πᾶρτε λίγη ἀσπιρίνη.
– Ἐπῆρα. Δυστυχῶς καμμία ἀνακούφισις!
– Πᾶρτε καί ἄλλη.
– Ἀδύνατον.
– Ἴσως νά σᾶς ὠφελῇ τό γράψιμο. Ἀρχίστε νά γράφετε.
– Ἀλλά, φίλε μου, ἐννοεῖς ὅτι τό χρονογράφημα γίνεται μέ τό κεφάλι, δέν γίνεται μέ τά πόδια. εἶναι λοιπόν σάν νά λές σ’ ἕναν ἄνθρωπο πού ἔχει τσακίσει τά πόδια του, νά πάη περίπατον γιά νά γίνη καλά.
– Ἀλλά τά πόδια σας, δόξα τῷ θεῷ, εἶναι καλά, κύριε συντάκτα.
– Εἶναι, φίλε μου. Ἀλλά εἴπαμεν ὅτι τό χρονογράφημα δέν γίνεται μέ τά πόδια. Ἐκτός ἄν θέλης νά σοῦ τό γράψω μέ τά πόδια.
– Ἔστω! Γράψετέ το μέ τά πόδια. Δέν θά εἶσθε ὁ πρῶτος καί δέν θά εἶναι ἡ πρώτη φορά πού τό κάνετε.
– Μέ τά πόδια, ἔ; Ἰδού μία λύσις. Μέ ὅλην σου τήν αὐθάδειαν, παιδί μου, Μίνω, μοῦ προσφέρεις μίαν λύσιν.
– Ἐμπρός λοιπόν! Τί περιμένετε; Οἱ τυπογράφοι κάθονται…
Ἔλαβα τόν κάλαμον –ὅπως ἔλεγαν οἱ παλαιοί λόγιοι– ἀνά πόδας.
– Λαμπρά! Θά γράψωμεν μέ τά πόδια. Ἀλλά τί θά γράψωμεν, Μίνω;
– Γράφτε περί πονοκεφάλου.
– Ὡραῖα! Εἶναι κι αὐτή μιά ἰδέα. Θά βάλωμεν τά πόδια νά ὁμιλήσουν περί κεφαλῆς.
– Βλέπετε λοιπόν;
– Τό βλέπω, παιδί μου, Μίνω. Δέν ξέρω ὅμως τί θά ἰδοῦν καί οἱ ἀναγνῶσται…
Καί ἔτσι κατεσκευάσθη τό παρόν χρονογράφημα, διά τό ὁποῖον ὁ ἀναγνώστης ἐλπίζω ὅτι θά φανῆ ἐπιεικέστερος ἀπό τόν τυπογράφον.
ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

