Εἶναι κάτι νύχτες μέ φεγγάρι…

Εἶδα τήν Κυριακή στήν ΕΡΤ ἕνα πολύ καλό «ντοκυμανταίρ» τῆς σειρᾶς «Τά στέκια», πού ἄρχισε ὁ ἀξέχαστος Νῖκος Τριανταφυλλίδης καί σκηνοθετεῖ πλέον ἡ Ἠλιάνα Δανέζη.

Τό φιλμάκι ἦταν ἀφιερωμένο στά θερινά σινεμά, σ’ αὐτή τήν ἑλληνική μοναδικότητα, τήν ὁποία ὁ ἀγροῖκος Ἕλληνας τοῦ σκυλάδικου καί τῆς «μπάζας» προσπάθησε νά καταστρέψει, ἀλλά τελικά δέν τά κατάφερε!

Καί δέν τά κατάφερε, γιατί βρέθηκαν κάτι «ἀλαφροΐσκιωτοι» σάν τήν Ἑλένη Μπίστικα, σάν κάποιες πρωτοβουλίες πολιτῶν ἀπό τά Ἐξάρχεια, ἀπό τήν Κηφισιά, ἀπό τήν Νίκαια, τά Πατήσια, πού ξεσηκώθηκαν, ξεσήκωσαν καί ἐμᾶς –τούς λιγοστούς ρομαντικούς πού ἔχουν ἀπομείνει στόν χῶρο τῆς ἀδηφάγου δημοσιογραφίας– καί σώθηκαν κάποια –ἐλάχιστα– θερινά σινεμά στήν Ἀθήνα καί τά πέριξ.

Δέν ἀναφέρω τόν Πειραιᾶ, διότι στήν πόλη μου –μιά πολιτισμική ἔρημο τά τελευταῖα σαράντα χρόνια– τά σινεμά (θερινά καί χειμερινά) ὑπέστησαν ἀπηνῆ δίωξη καί ἐξαφανίστηκαν! Ἐσχάτως, μέ πρωτοβουλία ἑνός ἰδιώτη, ἀποκτήσαμε ἕνα (σέ ὅλη τήν πόλη) θερινό σινεμά στήν πλάζ «Βοτσαλάκια» καί ἀπολαμβάνουμε ταινίες παρά θῖν’ ἁλός!

Μέ συγκίνησε τό φιλμάκι, μοῦ θύμισε ἐκείνη τήν ἀξέχαστη ἐποχή, μέ τά ἀναρριχητικά στούς τοίχους, μέ τό «γαρμπίλι» στό ἔδαφος, μέ τόν ταβλᾶ πού πουλοῦσε γλυκά καί ἀναψυκτικά, ἀλλά καί «ἡλιόσπορους» καί «πασατέμπο» στά διαλείμματα καί τό «Crazy love» τοῦ Paul Anka νά ἀποτελεῖ τήν μεγάλη ἐπιτυχία τῶν καλοκαιριῶν μας, ἀναδυόμενο μέσα ἀπό κάτι βραχνά ἠχεῖα, παιγμένο μέ μιά μισοφαγωμένη βελόνα ἑνός ἠλεκτροφώνου «Teppaz»…

Ἄχ, Λουκιανέ, πού ἔπιανες τόν σφυγμό μας τόσο πολύ! Πού μᾶς ἔβαλες μέ τά «Μικροαστικά» σου σέ ἕναν δρόμο ὀνειρικό, μέ βαλσάκια καί μάρς, πού ἄκουγαν οἱ πατεράδες μας, ἀλλά μέ τόν στίχο-μαχαίρι, μέ τόν ὁποῖο κάρφωνες τούς ταρατσάρχες τῆς ἀντιπαροχῆς, τούς μαρμαροκολωνάτους τῆς ἐργολαβίας. Καί πού μέ ἕνα ἀργό κομμάτι τριῶν τετάρτων, μᾶς εἶπες ὅτι «Φεύγουν τά καλύτερά μας χρόνια μές στά θερινά τά σινεμά»…

Καί πόσο δίκιο εἶχες, βρέ Λουκιανέ! Ἔβλεπα νά γκρεμίζουνε τό «Σινέ-Ἄνεσις» καί θυμόμουν ἐκεῖνο τό βράδυ, στό «ὑπερῶον» τοῦ Γιώργου Βότση καί τῆς Λένας, παρέα μέ τόν Στέφανο Μάνο καί τόν Ἀλέκο Παπαδόπουλο, πού κάτσαμε στό πιάνο καί παίξαμε «à quatre mains» τόν «παλιό συνάδελφο» καί τό «κολλῆγα γιός», ἀλλά ὅλοι ζητοῦσαν «Τά θερινά σινεμά»…

«Ἔλα νά τό παίξουμε, εἶναι ὁ ὕμνος τῆς γενιᾶς πού τά γκρέμισε καί τώρα τά κλαίει!» μοῦ εἶχε πεῖ. Καί πόσο δίκιο εἶχε…

Ἐμεῖς, ἡ γενιά μας τά ἀφάνισε. Ἐμεῖς θάψαμε τούς ἀδελφούς Κατσάμπα, πού ἔβγαζαν ἐκείνους τούς ἀπίθανους λαρυγγισμούς στή «Μαλαγκένια», τόν Ἔλβις πού μᾶς ἔλεγε μέ πάθος «It’s now or never», τόν Κρίς Μοντέζ, πού μᾶς παρότρυνε μέ τό «Let’s dance». Κι ὅλα ἐκεῖνα, μέσα ἀπό τό ἄρωμα τοῦ γιασεμιοῦ καί τοῦ νυχτολούλουδου, πού γέμιζε τήν ψυχή μας ἀλλά καί φούσκωνε τά μέσα μας, καθώς προσπαθούσαμε νά χαϊδέψουμε τά μαλλιά τῆς κοπέλλας πού συνοδεύαμε, κι ἐκείνη μᾶς τραβοῦσε τό χέρι ψιθυρίζοντας «Μᾶς βλέπουν!»… Λές καί ἐμᾶς θά κοίταζαν, κι ὄχι τόν Μπάρτ Λάνκαστερ!

Ἄχ, τί μοῦ θύμισε τό ντοκυμανταίρ τῆς ΕΡΤ! Καί πόσο μοῦ λείπει ἐκεῖνο τό πανέμορφο σινεμαδάκι τῆς γειτονιᾶς μου, πού γίνηκε «σοῦπερ-μάρκετ»!

Απόψεις

Παρεφρόνησε ὁ κ. Ἐρντογάν: Νομοθετεῖ σέ ξένη ἐπικράτεια

Εφημερίς Εστία
«Γκρίζες ζῶνες» τά ἑλληνικά νησιά μέ ἀπόφαση τῆς τουρκικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως – Ἔμπρακτη ἀμφισβήτησις τῆς κυριαρχίας τους μέ ἀποστολή τουρκικοῦ πλοίου στήν καρδιά τῶν Δωδεκανήσων – Ὅ,τι χάνει ἀνατολικῶς, θέλει νά τό κερδίσει δυτικῶς

Ὁ κρότος τῆς ἥττας

Μανώλης Κοττάκης
«Χάντρα» στό κομπολόι τῶν Οὐκρανῶν ἡ Ἑλλάς – Λογαριασμός καί ἀπό τό Κίεβο καί ἀπό τήν Μόσχα

7% προηγεῖται τό AfD μετά τήν ἐπίθεση στόν Τράμπ

Εφημερίς Εστία
Βερολῖνο.- Ἀδιαφιλονίκητο φαβορί γιά τήν πρώτη θέση στίς γερμανικές ἐκλογές εἶναι τό κόμμα Ἐναλλακτική γιά τήν Γερμανία, μετά τήν τελευταία ἐπίθεσή του κατά τῶν πολιτικῶν τοῦ Ἀμερικανοῦ Προέδρου Ντόναλντ Τράμπ.

Τελικά, μοιάσαμε στό τέρας πού δημιουργήσαμε

Δημήτρης Καπράνος
«Μαμά καί μπαμπά, τρία χρόνια τώρα εἶμαι σέ μιά κατάσταση κατάθλιψης. Καί μπορεῖ αὐτός ὁ κόσμος νά ἔχει τά ὡραῖα του, ἀλλά ἴσως ἕνας ἄλλος κόσμος νά εἶναι καλύτερος. Φέτος εἶναι ἡ χρονιά πού θά δώσω Πανελλήνιες ἐξετάσεις, ἀλλά φοβᾶμαι ὅτι δέν θά πάω καλά. Τό ξέρω ὅτι δέν θά πάω καλά καί ἔτσι θά καταλήξω μέ μιά δουλειά πού δέν θά μοῦ δίνει λεφτά. Πλέον δέν μέ εὐχαριστεῖ τίποτα ἀπό τή ζωή. Δέν μπορῶ νά δῶ τίποτα θετικό. Μαμά καί μπαμπά, δέν θέλω πιά νά ζῶ. Αὐτός ὁ κόσμος δέν εἶναι πιά γιά μένα»…

Σάββατον, 14 Μαΐου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟ ΕΡΥΘΡΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ