ΕΤΟΣ ΑΡΧΙΚΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ 1876
Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2020

ΤΡΙΚΥΜΙΑ ΥΠΟ ΚΡΑΝΙΟΝ

Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 28 Φεβρουαρίου 1919

Ἕνας ἄνθρωπος δυστυχισμένου ἐξωτερικοῦ, μέ μπότες καί μπελερίναν, χωρίς νά εἶνε στρατιωτικός, μέ ὕφος ἀξιοπρεπές καί αὐστηρόν, ἀλλά μέ τριμμένον ὑποκάμισον καί ξεφτυσμένον λαιμοδέτην, μέ παλαιά ροῦχα ἀλλά μέ ἐπιμελῶς ξυρισμένον τό πρόσωπον, μία τραγική δηλαδή σύνθεσις παλαιᾶς ἀρχοντιᾶς καί νέας δυστυχίας, εἰσῆλθεν εἰς ἕνα βαγόνι πρώτης θέσεως τοῦ Ἠλεκτρικοῦ. Καί κατέλαβε μίαν μοναχικήν θέσιν εἰς κἄποιαν γωνίαν.

Μετ’ ὀλίγον ὅμως ὁ ἄγνωστος ἐπιβάτης, ποῦ ἦτον ἕνας, ἔγεινε δύο. Διότι ὁ ἄνθρωπος αὐτός, μόλις ἐκάθισεν, ἤρχισε νά συζητῇ. Καί νά συζητῇ ζωηρῶς. Μέ ποῖον; Ἀγνοῶ ἐντελῶς. Θά μοῦ πῆτε ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὡμιλοῦσε μόνος του, ὅπως συμβαίνει εἰς πολλούς. Τό πρᾶγμα δέν μοῦ εἶνε ἄγνωστον. Εἶχα κἄποτε μίαν μαγείρισσαν, ἡ ὁποία ἐμονολόγει κανονικώτατα ἐνώπιον τοῦ φούρνου της κατά τρόπον, ποῦ κατ’ ἀρχάς μᾶς εἶχε δώσει ὑπονοίας περί παρουσίας ὑπόπτου προσώπου εἰς τό μαγειρεῖον, τό ὁποῖον ὅμως ματαίως εἴχαμεν προσπαθήσει νά ἀνακαλύψωμεν. Ἀλλά οἱ τύποι τοῦ εἴδους αὐτοῦ μονολογοῦν συνήθως. Μίαν ζωηράν ἐνδόμυχον σκέψιν τήν μεταβάλλουν, ἀπό ἐσωτερικήν ἀνάγκην, εἰς λόγον χωρίς νά τό ἀντιλαμβάνωνται καί οἱ ἴδιοι. Δέν συζητοῦν ὅμως. Μονολογοῦν.

Ὁ ἄνθρωπος ὅμως τοῦ Σιδηροδρόμου συνεζήτει. Καί συνεζήτει ζωηρότατα. Καί συνεζήτει προφανῶς ἐπί θέματος γεμάτου ἀπό ἀντιρρήσεις. Ὁ ὑποτιθέμενος συνομιλητής του, ὁ ὁποῖος πιθανόν νά ἦτο τό δεύτερον «ἐγώ» του, πιθανόν νά ἦτο ἕνα δεύτερον πρόσωπον, πλάσμα ψευδαισθήσεως τῆς ὁράσεως ἤ τῆς ἀκοῆς ἤ πιθανώτερον καί διπλῆς ψευδαισθήσεως, εἶχε, φαίνεται, ἀντιρρήσεις σπουδαίας. Καί τάς ὑπεστήριζε μέ ἐπιχειρήματα καταπληκτικά. Καί ἐπέμενεν εἰς αὐτάς. Καί ἦτο ἐπί πλέον ἄνθρωπος διαλεκτικός. Καί συνεζήτει μέ μέθοδον καί τάξιν. Καί ἦτο ταυτοχρόνως καί εἴρων. Καί ἐπιθετικός. Καί ἦτο, μέ μίαν λέξιν, τρομερός.

Κατά ποῖον τρόπον, θά μ’ ἐρωτήσετε, τά ἐπληροφορήθην ὅλα αὐτά; Ἁπλούστατα, ὅπως μαντεύει κανείς τόν τρόπον καί τόν χαρακτῆρα τοῦ ὁμιλητοῦ, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς τό ἄλλο ἄκρον τοῦ τηλεφώνου, παρακολουθῶν τήν ἔκφρασιν καί τούς λόγους τοῦ ἀνθρώπου, ποῦ εὑρίσκεται εἰς τό ἐνώπιόν του τηλέφωνον. Μέ τήν διαφοράν ὅτι ὁ ἄνθρωπός μου δέν ὡμιλοῦσε μεγαλοφώνως. Ἐσάλευε μόνον τά χείλη του διαρκῶς, εἰς τρόπον ὥστε ἕνας κωφάλαλος νά τόν ἐννοήσῃ τελειότατα, καί ἄφινε νά τοῦ διαφεύγουν αἱ λέξεις εἰς ἕνα συγκεχυμένον ψίθυρον, πότε ἐντονώτερον, πότε μᾶλλον σβυσμένον, ἀλλά συνεχῆ καί διακοπτόμενον μόνον κατά τά διαστήματα, ποῦ ὑπετίθετο ὅτι ὁ ἄλλος ὡμιλοῦσε καί αὐτός ἤκουεν.

Ἀλλά τό πᾶν κυρίως ἦτο ἡ ἔκφρασις. Μία ἀλλεπάλληλος δηλαδή ἐναλλαγή ἐκφράσεων ὀργῆς, ἀπορίας, ἐκπλήξεως, παραπόνου, ἱκεσίας, ἀπειλῆς, ἀρνήσεως, καταφάσεως, ἀποδοκιμασίας, ταλανισμοῦ, καί οὕτω καθεξῆς. Ἐμάντευε δηλαδή κανείς ὅτι ὀπίσω ἀπό τό καλειδοσκόπιον, αὐτό τῶν ἐκφράσεων ὑπῆρχον φράσεις ὅπως αἱ ἑξῆς:

– Παρακαλῶ, κύριε – Μή βιάζεσθε – Ἔχετε λάθος – Αὐτό μάλιστα – Πρέπει ὅμως νά λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας, κύριε… – Πῶς εἴπατε; – Δέν ἔχω δίκαιον; – Μά αὐτό δέν ὑποφέρεται πλέον – Παρακαλῶ, παρακαλῶ· Μή μέ εἰρωνεύεσθε, κύριε – Καί ὅμως θά ἰδῆτε – Τί εἴπατε; Δέν τό παραδέχεσθε; – Μά αὐτό καταντᾶ ἀστειότης πλέον – Ἀκοῦστέ με, παρακαλῶ – Αὐτό εἶνε ἀνήκουστον – Καί ἐπί τέλους, κύριε, αὐτό δέν εἶνε δική σας δουλειά – Θά κάμετε, εἴπατε; – Νά σᾶς λογαριάσω ἐγώ; Πφ! Ἐγώ, κύριέ μου, δέν λογαριάζω κανέναν…

Καί ἡ ζωηροτάτη καί σχεδόν ἀγωνιώδης αὐτή συζήτησις ἐξηκολούθει μέ χειρονομίας, ἐλαφρά κτυπήματα τοῦ μπαστουνιοῦ ἐπί τῶν ὑποδημάτων καί κράτημα τοῦ ρυθμοῦ τῶν ἐνδιαμέσων σκέψεων ἀπό διαδοχικάς κρούσεις τοῦ πέλματος ἐπί τοῦ ἐδάφους.

Ἔξαφνα ὁ μυστηριώδης ἄγνωστος ἔκαμεν ὀδυνηρόν μορφασμόν ἀνθρώπου, τοῦ ὁποίου διέκοψαν τήν συζήτησιν εἰς ἕνα οὐσιῶδες σημεῖον. Ἡ ἁμαξοστοιχία εἶχε σταματήσει εἰς τόν Σταθμόν Ὁμονοίας. Ὁ ἄγνωστος ἐξῆλθε καί ἐπροχώρησε μέ ὕφος περίφροντι. Ἦτο μόνος του τώρα; Ἦτο μαζῆ μέ τόν ἄλλον; Συνεζήτει ἀκόμη; Εἶχε παύσει ἡ συζήτησις; Ἄδηλον! Ὡρισμένως ὅμως ἦτον ἕνας δυστυχής ἄνθρωπος. Καί πολύ δυστυχής. Εἰς τούς εὐτυχεῖς ἀνθρώπους, καί εἰς τούς μετρίως δυστυχεῖς ἀκόμη, δέν συμβαίνουν συνήθως παρόμοια πράγματα.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Απόψεις

Δήλωσις μετανοίας Ζάεφ πρός Μπορίσωφ: Δέν ὑπάρχουν Μακεδόνες!

Εφημερίς Εστία
Διαγράφει μέ μνημόνιο τά περί μειονότητος στήν Βουλγαρία γιά νά γλυτώσει τό βέτο στήν ΕΕ

Ἡ νέα φτώχεια στίς μέρες μας

Μανώλης Κοττάκης
Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ ἔγραψε τό «Ἄξιον Ἐστί» συγκλονισμένος ἀπό δύο εἰκόνες…

Ὑπέρ τῶν ἐκκλησιῶν τό Ἀνώτατο Δικαστήριο τῶν ΗΠΑ

Εφημερίς Εστία
ΘΕΣΗ ὑπέρ τῶν ἐκκλησιῶν ἔλαβε τό Ἀνώτατο Δικαστήριο τῶν ΗΠΑ…

Ὄχι «ἀπό ἐκεῖ πού μείναμε» ἀλλά ἀπό τό μηδέν

Δημήτρης Καπράνος
Ἀκοῦμε τούς πολιτικούς –σέ ὅλο τόν κόσμο– νά μιλοῦν μέ αἰσιοδοξία γιά «τήν ἑπόμενη μέρα»

Σάββατον, 26 Νοεμβρίου 1960

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ