Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 16 Ἰανουαρίου 1926
Ζητεῖται ἀπό τάς ἐφημερίδας τό κριτήριον τοῦ πλούτου, διά νά χρησιμεύσῃ εἰς τόν μεταρρυθμιζόμενον Νόμον τοῦ Ἐνοικιοστασίου. Ἐκεῖνος ποῦ κατοικεῖ ἕνα πολυτελές μέγαρον εἶνε ὁμολογουμένως πλούσιος;
Ἐκεῖνος ποῦ κατοικεῖ μίαν καλύβην, μετά ἤ ἄνευ Γαλατείας, εἶνε ὁμολογουμένως πτωχός; Ἰδού τό ζήτημα!
Κἄποτε, ἐγεννήθη εἰς στενόν κύκλον τό ἴδιον ζήτημα. Καί ὄχι ἐξ ἀφορμῆς τοῦ Ἐνοικιοστασίου. Ἐγεννήθη τότε ἐξ ἀφορμῆς ἑνός ἰατρικοῦ συμβουλίου. Κἄποιος ἑκατομμυριοῦχος τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ‒μιᾶς ἐποχῆς, ποῦ οἱ ἑκατομμυριοῦχοι Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καί περιχώρων ἐμετροῦντο εἰς τά δάκτυλα τῆς μίας χειρός‒ εἶχε λάβει ἀνάγκην μιᾶς μικρᾶς χειρουργικῆς ἐπεμβάσεως. Ὁ θεράπων ἰατρός τοῦ ἐκάλεσε τόν καθηγητήν Γαλβάνην. Καί ὁ ἀείμνηστος χειρουργός ἔφθασε, μέ τά ἐργαλεῖα του, εἰς ἕνα πενιχρότατον ἰσόγειον, μέ ὀλίγα πανάθλια ἔπιπλα, ἐπί τῶν ὁποίων ἦτο ζωγραφισμένη, ὅπως καί ἐπί τοῦ ἱματισμοῦ τοῦ πάσχοντος, ἡ ἐσχάτη δυστυχία. Ἡ ἐγχείρησις ‒μία ἁπλουστάτη ἀφαίρεσις λιπώματος‒ ἔγινεν ἐν τάξει καί ὁ Γαλβάνης ἦτο ἕτοιμος ν’ ἀναχωρήσῃ.
‒ Ὁ πελάτης μου ‒τοῦ εἶπεν ὁ θεράπων ἰατρός‒ ἐπιθυμεῖ νά μάθῃ πόσα θά πληρώσῃ διά τήν ἐγχείρησιν.
Ὁ ἀγαθώτατος καί γλυκύτατος ἐκεῖνος ἰατρός, ποῦ δέν ἦτο καθόλου «παραδόπιστος», ποῦ δέν ἔτρεχε πίσω ἀπό τήν πελατείαν καί ποῦ ἀφιέρωνε τάς περισσοτέρας ὥρας τῆς ἡμέρας του ‒ὥρας ποῦ θά εἶχαν χρυσά δευτερόλεπτα διά κάθε ἄλλον χειρουργόν τῆς περιωπῆς του‒ εἰς τό νοσοκομεῖον καί τήν μελέτην, ἔκαμεν ἕνα κίνημα ταλανιστικῆς συμπαθείας.
Τί νά πληρώσςῃ ὁ κακομοίρης, μέ τά χάλια του! ἀπήντησεν. Ἄς δώσῃ ἕνα εἰκοσιπεντάρικο γιά τόν τύπο. Ἄν δυσκολεύεται νά τό δώσῃ καί αὐτό, ἄς μή δώσῃ τίποτε!
Ὁ θεράπων ἰατρός δέν ἠμπόρεσε νά συγκρατήσῃ ἕνα Ὁμηρικόν καγχασμόν.
-Τί λέτε, κύριε καθηγητά; Αὐτός κακομοίρης; Αὐτός φτωχός; Αὐτός μπορεῖ νά μᾶς πουλήσῃ καί νά μᾶς ἀγοράσῃ. Εἶνε ἑκατομμυριοῦχος!
Ὁ Γαλβάνης, μή πιστεύων εἰς τά αὐτιά του, περιωρίσθη νά κάμῃ τό σημεῖον τοῦ Σταυροῦ.
-Θά μποροῦσα νά ὁρκισθῶ, εἶπε, πώς αὐτός ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχει ψωμί νά φάῃ…
Ἐπιθυμοῦν τώρα οἱ συζητοῦντες περί τοῦ κριτηρίου τοῦ πλούτου καί τό pendant τοῦ δείγματος αὐτοῦ; Θά τό εὕρουν εἰς ἕνα παλαιόν καί λησμονημένον μυθιστόρημα τοῦ Ἀλεξάνδρου Δουμᾶ, υἱοῦ, τιτλοφορούμενον: «Ἡ ζωή στά εἴκοσι χρόνια».
Ὁ ἥρως τοῦ μυθιστορήματος αὐτοῦ, ἀφοῦ κατεσπατάλησε τήν μεγάλην του περιουσίαν, εὑρέθη, ἕνα πρωί, εἰς τήν ἀνάγκην νά προβῇ εἰς αἱματηράς οἰκονομίας, καλή ὥρα, ὅπως, τήν στιγμήν αὐτήν, καί τό Ἑλληνικόν Κράτος. Ἀπεφάσισε, λοιπόν, κατά συμβουλήν τῶν φίλων του, νά ἐγκαταλείψῃ τό πολυτελές μέγαρον, ποῦ κατοικοῦσε, ν’ ἀπολύσῃ τούς μαγείρους του, νά παύσῃ τούς ὑπηρέτας του, νά πουλήσῃ τό ἁμάξι του καί νά περιορίσῃ τήν δίαιτάν του εἰς τά ὅρια τῆς συντηρήσεως. Ὕστερ’ ἀπό ἕνα μῆνα, ποῦ δέν εἶχε πραγματοποιήσει κανένα ἀπό τά αἱματηρά αὐτά μέτρα, οἱ φίλοι του τοῦ ἔκαμαν δριμείας παρατηρήσεις:
-Ἐξακολουθεῖς, λοιπόν, ἄθλιε, νά ζῇς, ὅπως πρῶτα;
-Τί νά κάνω, ἀγαπητοί μου φίλοι; ἀνεστέναξε. Γιά ν’ ἀφήσω τό μέγαρο, ποῦ κρατῶ, πρέπει νά πληρώσω τά νοίκια, ποῦ χρωστῶ. Γιά νά διώξω μαγείρους, ὑπηρέτας, ἁμαξάδες, περιβολάρηδες, πρέπει νά τούς δώσω τούς μισθούς, ποῦ τούς ὀφείλω. Γιά νά παύσω ν’ ἀγοράζω τοῦ πουλιοῦ τό γάλα στήν Ἀγορά, πρέπει νά ἐξοφλήσω τούς λογαριασμούς μου μέ τούς ἐμπόρους. Ἐν ὅσῳ ἐξακολουθῶ νά ζῶ ὡς πλούσιος, ἐξακολουθοῦν καί οἱ ἄλλοι νά μέ ἐμπιστεύονται. Ὅταν ἀποφασίσω νά γίνω φτωχός, θά πέσουν ὅλοι ἐπάνω μου νά μέ πνίξουν.
Καί ἔβγαλε τό τραγικόν του συμπέρασμα:
-Μέ ἄλλα λόγια, κύριοι, εἶμαι καταδικασμένος εἰς ἰσόβια πλούτη.
Ὕστερ’ ἀπό τά δύο αὐτά παραδείγματα, ἄς κοπιάσουν οἱ κύριοι συζητηταί νά προσδιορίσουν τό κριτήριον τοῦ ὁμολογουμένου πλούτου.
ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

