ΕΤΟΣ ΑΡΧΙΚΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ 1876
Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2020

ΘΛΙΒΕΡΑ ΠΟΡΤΟΦΟΛΙΑ

Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 21 Ἰουνίου 1919

Ἔχουν καιρόν ν’ ἀκουσθοῦν τά πορτοφόλια τῶν ἕξ, τῶν ὀκτώ, τῶν δεκαοκτώ χιλιάδων δραχμῶν! Ἐννοῶ τά ἐπικά ἐκεῖνα πορτοφόλια, τῶν ὁποίων τά αἰφνίδια πτερυγίσματα ἀνέφεραν κάθε τόσον ἐσχάτως αἱ ἐφημερίδες. Τουλάχιστον εἶνε καιρός τώρα, ποῦ δέν γίνεται λόγος περί τῶν ὡραίων καί χαρωπῶν αὐτῶν πτήσεων, αἱ ὁποῖαι διέχυναν ἕνα εἶδος ἐλπίδος καί αἰσιοδοξίας εἰς τόν ἀέρα.

Ἀντί αὐτῶν, ἄλλα πορτοφόλια τώρα, θλιβερά αὐτά, περίλυπα ὡς δυστυχισμέναι ὑπάρξεις, ἀποστάζοντα μελαγχολίαν, ὁμιλοῦντα δι’ ὅλα τά πένθιμα πράγματα τοῦ κόσμου, ἀπαυδήσαντα νά ἐλπίζουν, ἀηδιάσαντα νά ζοῦν, προβαίνουν εἰς ἀπονενοημένα διαβήματα. Καί τά πατεῖ κανείς, ἐν ᾧ βαδίζει εἰς τόν δρόμον του, καί κάθεται ἐπάνω τους, ἐν ᾧ πηγαίνει νά καταλάβῃ τήν θέσιν του εἰς τό τράμ ἤ τόν σιδηρόδρομον. Ἀπό ποῦ ἔρχονται, ποῦ πηγαίνουν, τί ζητοῦν; Ποῖος κακός ἄνεμος τά σύρει; Ἄδηλον!…

Δύο ἀπ’ αὐτά μοῦ ἐπέδειξαν, ἐντός μιᾶς ἡμέρας, οἱ τυχεροί, ποῦ τά εὑρῆκαν καί τά περισυνέλεξαν. Τό ἕνα τό εὑρῆκεν ἕνας συνάδελφος πεταγμένον εἰς μίαν γωνίαν τοῦ τράμ, ἐν ᾧ ἀνέβαινε μέ τήν σύζυγόν του ἀπό τό Φάληρον. Ἦτον ἕνα γυναικεῖον πορτοφόλι, μικρόν σχετικῶς, ἀλλά ἐξωγκωμένον κατά τρόπον ὑποσχόμενον πολλά. Ὁ σύζυγος τό ὑπέδειξε μ’ ἕνα βλέμμα εἰς τήν γυναῖκά του. Ἐκείνη, μέ ἄλλο βλέμμα, τοῦ ἔδωκε ν’ ἐννοήσῃ ὅτι δέν πρέπει νά βιάζεται πολύ καί ὅτι πρέπει νά περιμένῃ τήν εὔθετον στιγμήν. Τό ζεῦγος συνεννοήθη τελείως περί τοῦ πρακτέου καί ἀμφότεροι ἐφρόντισαν, μέ μίαν κατάλληλον τοποθέτησιν τῶν ποδῶν, νά προκαλύψουν τόν θησαυρόν ἀπό τά βάσκανα βλέμματα. Εἰς μίαν στάσιν, ὅπου οἱ ἐπιβάται ἔσπευδαν πρός τήν ἔξοδον, ἡ σύζυγος ἔδωκε τό σῆμα τῆς ἐνεργείας εἰς τόν ἄνδρα της. Ἡ στιγμή ἦτο κατάλληλος: Ἐκεῖνος ἔσκυψεν, ἀνέσυρε τό πορτοφόλι ἀπαθῶς, τό ἐτοποθέτησεν εἰς τήν τσέπην του καί ἐξηκολούθησε μίαν ἀνύπαρκτον συζήτησιν, ἐν ᾧ ταυτοχρόνως ἡ ψηλάφισις, τήν ὁποίαν ἐνεργοῦσεν εἰς τό βάθος τῆς τσέπης του, τοῦ ἔδιδε μίαν διάγνωσιν ἐξαιρετικῶς εὐχάριστον. Ἐκείνη τόν ἐκύτταζεν εἰς τά μάτια, ὅπως ποτέ σύζυγος δέν ἐκύτταζε τόν ἐκλεκτόν της. Ἐζητοῦσε νά μαντεύσῃ τήν ἐντύπωσιν τῆς ἁφῆς του. Ἀμφότεροι εἶχαν γείνῃ νευρικοί εἰς τό ἔπακρον ὡς ζεῦγος νεονύμφων μεταβαῖνον ἀπό τόν ναόν εἰς τήν παστάδα.

Δέν θέλω νά περιγράψω τήν σκηνήν τῶν τραγικῶν ἀποκαλυπτηρίων. Ἀρκοῦμαι ν’ ἀναφέρω ὅτι ὁ τυχερός μοῦ ἐπέδειξε χθές τό εὕρημά του. Τό περιεχόμενόν του ἦτο τό ἑξῆς: Ἕνα μαντηλάκι ἀπελπιστικῶς ἀρωματισμένον, μία κάρτα κυρίου μέ τρυφερωτάτας φράσεις ἐρωτικοῦ ἀποχαιρετισμοῦ, ἕνα μικροσκοπικόν μπουκαλάκι μέ ἄρωμα ἀγνώστου μάρκας ἱκανόν ν’ ἀνατινάξῃ ὑπόνομον καί κἄποιο χαρτάκι περιέχον ἕνα τριγωνικόν φυλαχτό, ἕνα κομμάτι λευκόν κερί καί ἕνα ράκος ἀπό δίχτυ. Τά τελευταῖα αὐτά εἴδη ἀνῆκαν προφανῶς εἰς τήν λευκήν ἤ τήν μαύρην μαγείαν καί εἶχαν, χωρίς ἄλλο, ἄμεσον σχέσιν μέ τήν ἐπιστολήν τοῦ ἐρωτικοῦ χωρισμοῦ. Ἐλησμόνησα νά προσθέσω ὅτι μέσα εἰς ὅλον αὐτό τό ἀνεμογκάστρι, «μετά συγχωρήσεως», ὑπῆρχε καί μία ἰσχνή πραγματικότης. Ὑπῆρχε μία τσαλακωμένη δραχμή. Μία μόνον!

Καί ἐκλαύσαμεν καί οἱ δύο ἐπάνω εἰς ὅλην αὐτήν τήν δυστυχίαν. Τό ἄλλο δέν περιεῖχεν οὔτε τήν ἰσχνήν αὐτήν πραγματικότητα. Ἦτο ἀνδρική πορτοφόλα τεραστίων διαστάσεων καί ἐπισημοτάτου ὄγκου, περιέχουσα ἀποκλειστικῶς χειρόγραφα. Ὁ τυχερός τήν εὑρῆκεν εἰς τήν ὁδόν Πατησίων, ἐπιστρέφων ἀργά τήν νύκτα ἀπό φιλικήν συναναστροφήν. Τήν μετέφερε καί αὐτός εὐλαβῶς καί διά λοξοδρομιῶν εἰς τό σπίτι του, τήν ἄνοιξε καί εὑρέθη πρό ὁλοκλήρου Ροδίνης Βίβλου ἐρωτικῶν ἐπιστολῶν.

-Σ’ ἐσκέφθηκα ἀμέσως! μοῦ εἶπεν, ὅταν ᾖλθε πρός συνάντησίν μου.

-Εὐχαριστῶ! τοῦ εἶπα. Ἀλλά διατί μ’ ἐσκέφθηκες, παρακαλῶ;

-Ἐσυλλογίσθηκα ὅτι ἀπό τάς ἐπιστολάς αὐτάς μπορεῖς νά βγάλῃς ἕνα θαυμάσιον χρονογράφημα.

Καί μοῦ ἔτεινε τά χειρόγραφα. Ἀλλοίμονον! Τί ἠμπορεῖ νά ἐμπνεύσῃ εἰς ἕνα δυστυχισμένον χρονογράφημα μία ἐρωτική ἐπιστολή; Εἶνε τό ἀθλιώτερον φιλολογικόν εἶδος, εἰς τό ὁποῖον ἀπέτυχαν οἰκτρῶς καί οἱ μεγαλείτεροι συγγραφεῖς ἀμφοτέρων τῶν φύλων. Τί νά προσθέσῃ μία πτωχή κόρη, ἡ ὁποία ἐπιμένει νά εἶνε «πιστή μέχρι τάφου» καί νά ὑπογράφῃ μέ «τρέμουσαν χεῖρα»;

Αὐτά εἶνε τά θλιβερά ἔκθετα πορτοφόλια τῆς ἡμέρας, τά ἀποστάζοντα μελαγχολίαν. Τά πορτοφόλια τῶν ἕξ, τῶν ὀκτώ καί τῶν δεκαοκτώ χιλιάδων δέν ἀκούονται πλέον. Αὐτά δέν περιέχουν οὔτε ἐρωτικάς ἐπιστολάς, οὔτε φυλαχτά, οὔτε μάγια. Περιέχουν χιλιόδραχμα. Καί ἕνα χιλιόδραχμον εἶνε ταυτοχρόνως, ὡς γνωστόν, ἐρωτική ἐπιστολή, φυλαχτό καί κοκκαλάκι τῆς νυκτερίδας.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Απόψεις

Σύγκρουσις Μόσχας – Οὐάσιγκτων μέ ἐπίκεντρο τήν Θεσσαλονίκη

Εφημερίς Εστία
Ὁ Πομπέο ἔφθασε στήν συμπρωτεύουσα μετά τήν ἀναχώρηση τοῦ Ρώσσου Πρωθυπουργοῦ Ὅπως μετέβη στήν Κύπρο μετά τήν ἐπίσκεψη Λαβρώφ – Πρός πενταετῆ συμφωνία γιά τήν Σούδα

Πληγές στό σῶμα τοῦ Ἔθνους

Μανώλης Κοττάκης
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ἐξωτερική πολιτική εὑρίσκεται μπροστά σέ μεγάλες…

Παράνομες οἱ καταλήψεις κατά τό Ὑπουργεῖο Παιδείας

Εφημερίς Εστία
Κεραμέως: Ὁ διάλογος γίνεται μόνο μέ ἀνοικτά σχολεῖα

Εἴμαστε ὅλοι στό πλευρό τῶν Ἀρμενίων

Δημήτρης Καπράνος
Στόν τόπο πού γεννήθηκα καί μεγάλωσα εἴχαμε μεγάλη κοινότητα Ἀρμενίων

Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 1960

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ