ΕΤΟΣ ΑΡΧΙΚΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ 1876
Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2020

«ΣΤΑΖΟΥΝ ΤΑ ΚΕΡΑΜΙΔΙΑ ΣΟΥ…»

Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 23 Ἰουλίου 1918

Μέσα σ’ ἕνα βαγόνι τῆς τρίτης θέσως· –πρόκειται πάντοτε περί τοῦ «θερίου» τῆς Κηφισιᾶς– μιά μεγάλη ἀνατροπή τῆς φυσικῆς νομοθεσίας ἔχει συντελεσθῇ. Ὁ νόμος τοῦ ἀδιαχωρήτου δέν ὑφίσταται πλέον. Ὅλη ἡ ὀργανική καί ἀνόργανος ὕλη ἔχει γείνει διαχωρητή. Ἀλλά καί ἡ κοινωνική νομοθεσία ἔχει ἀνατραπῇ καί αὐτή ἄρδην. Μέσα εἰς τό πλεούμενον αὐτό, τό ὁποῖον κλυδωνίζεται ἐπί τῶν κυμάτων, χωρίς νά ὑπάρχουν πουθενά κύματα, δέν ὑπάρχουν πλέον κοινωνικαί τάξεις. Ἡ κόμησσα ἐναγκαλίζεται τήν περιβολάρισσαν, ὁ κόμης τόν ἀγωγιάτην καί οἱ δύο μαζῆ ἕνα μποῦτι τράγου αἰωρούμενον ἀπό τό ἐπάνωθέν των δικτυωτόν. Ἀλλά τό δικτυωτόν αὐτό δέν εἶνε πλέον δικτυωτόν σιδηροδρομικοῦ ὀχήματος. Εἶνε τό μυθολογικόν καλάθι τῆς Πανδώρας, ἐντός τοῦ ὁποίου εὑρίσκονται ὅλα τά ἀγαθά τῆς γῆς, ὅλαι αἱ βιβλικαί ἀγαθωσύναι, ὁλόκληρον τό ἐφοπλιστικόν κελλάρι, ἐκτός τῆς Ἐλπίδος… νά φθάσωμεν κἄποτε σῶοι καί ἀβλαβεῖς εἰς τόν πρός ὅν ὅρον.
Ἔξαφνα ἕνας ξανθός Λευίτης, μέ ἀμφίεσιν καρδιναλίου, τόν ὁποῖον Πονηρός ἐσφήνωσεν ἀνάμεσα εἰς δύο κορρίστες Ἐπιθεωρήσεως, ὕψωσε τά βλέμματά του πρός τόν οὐρανόν τοῦ ὀχήματος καί ἐψιθύρισεν:

– Καί δός ἡμῖν ἀπό τῆς δρόσου τοῦ Οὐρανοῦ ἄνωθεν…

Καί κατόπιν ἐψιθύρισε πάλιν:

– Ὅτι πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθέν ἐστι καταβαῖνον…

Τί ἔχει συμβῇ; Ὁ ἀγαθός Λευίτης, εἰς τήν παγίδα ἐντός τῆς ὁποίας τόν εἶχε κλείσει ὁ Πονηρός, ᾐσθάνθη ἔξαφνα σταγόνας δρόσου καταπιπτούσας ἄνωθεν ἐπί τοῦ αὐχένος του. Καί ὑπέθεσεν ὅτι ἡ Θεία Χάρις, ὑπό μορφήν οὐρανίων σταλαγμῶν, κατεπέμπετο ἐπ’ αὐτόν, ὡς ἀλεξιτήριον κατά τοῦ Πονηροῦ. Ἡ Κική τότε, μέ τό γλυκύτερον τῶν μειδιαμάτων τά ὁποῖα εἶχε θέσει εἰς τήν διάθεσίν της ὁ Πονηρός, ἐψιθύρισε πρός τόν ξανθόν Λευίτην, θίγουσα εὐλαβῶς τό ἄψογον ράσσον του:

– Παπᾶ μου, θά λερωθῇ τό ἀντερί σου.

– Τί συμβαίνει, τέκνον μου; εἶπεν ἔκθαμβος ἐκεῖνος.

– Συμβαίνει, παπᾶ μου, ὅτι ἀπάνω στό δίχτυ βρίσκεται μιά συναγρίδα, ἡ ὁποία στάζει ἀπελπιστικά.

– Ὠμή ἤ ψημένη, τέκνον μου; ἠρώτησεν ὁ Λευΐτης, ὁ ὁποῖος, σφηνωμένος, ὅπως ἦτο, μεταξύ τῶν δύο πειρασμῶν, δέν ἠδύνατο νά ἐξακριβώσῃ δι’ αὐτοψίας τήν πηγήν τοῦ οὐρανίου δροσιστοῦ.

– Ὠμή, παπᾶ μου…

Ὁ ξανθός Λευΐτης, ὁ ὁποῖος εἶχε δοκιμάσει τήν σκληράν αὐτήν ἀπογοήτευσιν καί ἔβλεπε τώρα ὅτι ὁ Οὐρανός τόν εἶχεν ἐγκαταλείψῃ ἀπροστάτευτον εἰς τήν ἐπιβουλήν τοῦ Ἐπικαταράτου, ἤρχισε νά σκέπτεται πρακτικωτέρα.

– Τοὐλάχιστον δέν θά κάνῃ λαδιές! εἶπε, καί, ἐκτυλίξας τό ἐπιμελῶς καί τετραγωνικῶς διπλωμένον μανδήλιόν του, τό περιέφερεν ἐπί τῶν ὑγρῶν σημείων τοῦ θείου του «σχήματος», ἕτοιμος πλέον νά παραδώσῃ τήν ψυχήν του εἰς τόν Διάβολον. Ἡ Κική καί ἡ Κοκό ἐπεκούρουν εὐλαβῶς εἰς τό ἔργον τοῦ καθαρμοῦ, περιφέρουσαι καί αὑταί ἐπί τῶν ὑγρῶν κρασπέδων τοῦ ἱματίου του μικροσκοπικά μαντηλάκια μέ κεντημένας παρυφάς, βουτηγμένα εἰς τήν κόλασιν τοῦ ὀριγκάν καί ἐξακοντίζοντα ἀΰλους πειρασμούς.

Ἡ συναγρίδα εἶχε γείνῃ ὁ Γαλεῦτος.

Ἀλλά ὁ οὐρανός τοῦ ὀχήματος δέν ἔβρεχε μόνον συναγρίδαν. Ἔβρεχε παραπλεύρως μίαν αἱματόχρουν βροχήν, ἡ ὁποία εἶχε τήν ὀσμήν σαρδελλοζουμίου. Παραπέρα ἔβρεχε σιρόπια καί μέλια, ὡς νά εὑρίσκετο ἐπάνωθεν ἀκριβῶς ἡ μακαρία κατοικία τῶν Οὐρί. Παρακάτω ἔβρεχεν οἶνον καί ἔλαιον. Εἰς ὅλα τά σημεῖα κἄτι ἔβρεχεν ἐπί τέλους. Καί ἡ βροχή ἦτο σιγαλή, ρυθμική καί μονότονη, ὡς θλιβερόν στράγγιγμα ἑνός μελαγχολικοῦ, φανταστικοῦ οὐρανοῦ. Μιά κίνησις ἀνθρώπων, προσπαθούντων νά μετατοπισθοῦν, ν’ ἀνοίξουν τῇς ὀμπρέλλες των, νά σωθοῦν ἀπό τόν κατακλυσμόν, ἐσημειώθη ἀγωνιώδης τότε μέσα εἰς τό ὄχημα. Ὅλοι ὅμως ἦσαν καθηλωμένοι ἐκεῖ, ὅπως ὁ τραγικός Προμηθεύς, καί κάνεις δέν ἠμποροῦσε ν’ ἀλλάξῃ θέσιν εἰς τό διάστημα, καί ὅλοι ὑφίσταντο καρτερικῶς τήν πολύμορφον βροχήν, καθένας μέ τήν τύχην του. Ἄλλος ἐδέχετο τά σιρόπια καί ἄλλος τό σαρδελλοζοῦμι.

Ἡ μπάρμπα Θανά-ης τότε, ὁ ἐγκαθιδρυμένος σταυροπόδι εἰς μίαν γωνίαν τοῦ ὀχήματος, μαζῆ μέ τό ταγάρι του, τήν γκλίτσα του καί τήν λαμπράν εὐθυμίαν τῶν ἑβδομῆντά του ἐτῶν, κατελήφθη ἀπό ἐξαφνικόν οἶστρον. Καί, ἐξακοντίζων ἀνθρωποφάγα βλέμματα πρός τούς δύο θηλυκούς δαίμονας, ἄρχισε νά τραγουδῇ μέ ἀπερίγραπτον περιπάθειαν.

Στάζουν τά κεραμίδια σου

Μαῦρα, γλαρά ’ν τά φρύδια σου

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Απόψεις

Σύγκρουσις Μόσχας – Οὐάσιγκτων μέ ἐπίκεντρο τήν Θεσσαλονίκη

Εφημερίς Εστία
Ὁ Πομπέο ἔφθασε στήν συμπρωτεύουσα μετά τήν ἀναχώρηση τοῦ Ρώσσου Πρωθυπουργοῦ Ὅπως μετέβη στήν Κύπρο μετά τήν ἐπίσκεψη Λαβρώφ – Πρός πενταετῆ συμφωνία γιά τήν Σούδα

Πληγές στό σῶμα τοῦ Ἔθνους

Μανώλης Κοττάκης
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ἐξωτερική πολιτική εὑρίσκεται μπροστά σέ μεγάλες…

Παράνομες οἱ καταλήψεις κατά τό Ὑπουργεῖο Παιδείας

Εφημερίς Εστία
Κεραμέως: Ὁ διάλογος γίνεται μόνο μέ ἀνοικτά σχολεῖα

Εἴμαστε ὅλοι στό πλευρό τῶν Ἀρμενίων

Δημήτρης Καπράνος
Στόν τόπο πού γεννήθηκα καί μεγάλωσα εἴχαμε μεγάλη κοινότητα Ἀρμενίων

Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 1960

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ