ΕΤΟΣ ΑΡΧΙΚΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ 1876
Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2021

ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑΙ ΚΑΠΝΙΣΤΟΥ

Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 10 Ἰουνίου 1918

Ἐπιφυλάσσομαι νά διηγηθῶ τάς τρομεράς μου περιπετείας εἰς δεκατρεῖς τόμους, μετά προλόγου καί ἐπιλόγου, –ἐν ὅλω τόμοι δεκαπέντε– ἀπό τῆς ἐνάρξεως τῆς ἀπεργίας τῶν καπνεργατῶν μέχρι καί τῆς σήμερον. Ἐπειδή ὅμως διά τήν ἔκδοσιν τοῦ πολυτόμου αὐτοῦ ρωμαντικοφιλοσοφικοῦ μου μυθιστορήματος, μέ τό ὁποῖον θά διέρχωνται τάς μακράς νύκτας τοῦ χειμῶνος αἱ ἐπιοῦσαι γενεαί, δέν ὑπάρχει οὔτε ὁ ἀναγκαῖος χάρτης, οὔτε τά τυπωτικά, δεδομένου ὅτι εἰς διάστημα δεκαπέντε ἡμερῶν ἐσπατάλησα ὅλην τήν περιουσίαν μου ἀγοράζων σιγαρέττα, τά ὁποῖα δέν κατώρθωνα νά καπνίσω, περιορίζομαι νά διηγηθῶ τάς τρομεράς μου περιπετείας εἰς τήν στήλην αὐτήν ἐκ τῶν ἐνόντων.

Αἱ περιπέτειαί μου εἶνε πράγματι πολλαί καί τραγικαί. Ἐγώ, ὁ χρονογράφος Παῦλος Νιρβάνας, ἄνθρωπος μέ πολύ περιωρισμένα εἰσοδήματα, μή ἐπηρεασθέντα οὐδαμῶς ἀπό τόν πόλεμον αὐτόν, ἀπέκτησα τό δαπανηρόν αὐτό ἐλάττωμα, τό ἀσυμβίβαστον πρός οἰκονομικήν μου κατάστασιν, κατά τήν μακαρίαν ἐποχήν τοῦ 8 καί 2, κατά τήν ἐποχήν δηλαδή, κατά τήν ὁποίαν μέ ὀκτώ λεπτῶν καπνόν καί δύο σιγαρόχαρτον ἕνας μετριόφρων καπνιστής ἐπερνοῦσε τό εἰκοσιτετράωρόν του, καπνίζων τόν ὡραιότερον ξανθόν, ψιλοκομμένον καπνόν τοῦ Ἀγρινίου. Ἄς μή μέ μεμφθῇ λοιπόν κανείς ὅτι, παρά τήν οἰκονομικήν μου κατάστασιν ἐξώκειλα εἰς ἕνα ἐλάττωμα, τό ὁποῖον ἀπό τά τρία γνωστά καί θεμελιώδη ἐλαττώματα τῶν ἐκδοτῶν ἀνθρώπων ἔγεινε τό ἀκριβότερον. Ποῦ νά μαντέψω ὁ δυστυχής ὅτι τό πακέττο τῶν σιγαρέττων θά ἔφθανε σύν Θεῷ εἰς τήν τιμήν, ποῦ ἐπωλεῖτο ὁ καμπανίτης κατά τάς ἡμέρας τῆς γεννήσεώς του.

Τό τρομερώτερον ὅμως δέν εἶνε αὐτό. Ὅταν ἔχῃ κανείς ἕνα ἐλάττωμα καί τό σέβεται δεόντως, πωλεῖ ἐπί τέλους τά ὑπάρχοντά του, θυσιάζει ὅλας του τάς ἄλλας ἀνάγκας καί τό ὑπηρετεῖ ἐπαξίως. Αὐτό ἔκαμνα κ’ ἐγώ μέχρι τῆς ἐποχῆς, κατά τήν ὁποίαν τό περίφημο πακέττο ἔφθασεν αἰσίως εἰς τήν δραχμήν. Ἔξαφνα ὅμως ἐξερράγη ἡ ἀπεργία, καί μίαν καλήν πρωΐαν εὑρῆκα πενθίμως κατεβασμένα τά μεγάλα σιδηρᾶ καταπετάσματα τοῦ καπνοπωλείου μου.

– Ἰδού περίστασις νά κόψῃς τό κάπνισμα! μοῦ εἶπεν ἕνας φρόνιμος φίλος. Δέν ἠμποροῦσες νά ἐπιθυμήσῃς καλλιτέραν περίστασιν.

Ὁ φίλος μου δέν εἶχεν ἐλαττώματα καί μοῦ ὡμίλησεν ὅπως θά μοῦ ὡμιλοῦσε καί ἡ κατσίκα μου, διά τήν ὁποίαν ὀλίγες ἀγγουρόφλουδες ἀποτελοῦν ὅλας τάς ἠδονάς τῆς ζωῆς. Νά κόψω τό κάπνισμα! Ἀλλά τί θά μοῦ ἀπέμενε κατόπιν ἀπό τόν προορισμόν τῆς ζωῆς; Αἱ γυναῖκες; Τό κρασί; Τά χαρτιά; Ἀλλοίμονον! Καί διά τά εὐτελέστερα εἴδη τοῦ μεγάλου αὐτοῦ τριπλοῦ ἡδονισμοῦ ἀπαιτεῖται νά ἔχῃ κανείς τρυγήσει τόν ἀτρύγητον πόντον καί νά ἐξακολουθῇ νά τόν τρυγᾷ. Διά τούς ἀπόρους νέους καί τούς ἀπόρους γέρους δέν ἀπομένει, φεῦ! παρά ἡ ἡδονή τοῦ καπνοῦ, τῆς σωτηρίας αὐτῆς βοτάνης, ποῦ ὑπῆρξε διά μέσου τῶν αἰώνων ἡ παρηγοριά, τό βάλσαμον καί ἡ λήθη ὅλων τῶν δυστυχισμένων καί πτωχῶν ψυχῶν. Ἐάν λείψῃ καί τό βάλσαμον αὐτό, τί θ’ ἀπογείνῃ ὁ θνητός, ποῦ δέν ἐπροικίσθη μέ ψυχήν κατσίκας;

– Νά κόψω τόν καπνόν; εἶπα εἰς τόν ἄψογον, ἐνάρετον καί ἠλίθιον φίλον μου. Καλλίτερα νά μέ κόψῃ τό τράμ, τώρα μάλιστα ποῦ θά ὁδηγῆται ἀπό «Ἐκείνην», νά ἡσυχάσω ἐνδόξως ἀπό τά βάσανα τοῦ κόσμου αὐτοῦ.

Ἀπό τήν στιγμήν αὐτήν ἀρχίζουν αἱ τρομεραί μου περιπέτειαι, τάς ὁποίας θά διηγηθῶ εἰς τούς δεκατρεῖς τόμους τοῦ ρωμαντικοφιλοσοφικοῦ μου μυθιστορήματος.

Ἀπό τήν στιγμήν αὐτήν ἄρχισα νά περιέρχωμαι ρύμας καί ἀγυιάς, ἱκέτης θλιβερός ἐμπρός εἰς μαγαζάκια, καφενεδάκια, παραθυράκια, κιόσκια, προσφέρων τό βασίλειόν μου –ποῦ κατηντήσαμεν, ἀλήθεια, κι’ ἐμεῖς οἱ βασιλεῖς τοῦ κόσμου!– γιά ἕνα πακέττο σιγαρέττων Ἀγρινίου.

– Μόνον μυρωδᾶτα ἔχει, κύριε!

Ἀλλά, προκειμένου νά καταπίνῃ κανείς τά μῦρα τῆς Ἀραβίας, πηγαίνει εἰς τήν Ἀραβίαν καί ὄχι εἰς τόν καπνοπώλην του. Καί, ἐπί τέλους, ἀρκετές ἄλλες λιγοῦρες ἔχει ὁ δυστυχής ἄνθρωπος ἀπό τόν ἐπισιτισμόν καί τήν φιλολογίαν, ὥστε νά μήν προσθέσῃ εἰς αὐτάς καί τήν λιγούραν τοῦ σιγαρέττου. Ἄς εἶνε καλά ὅμως ἡ ἐπαρχία, ἡ ὁποία, ἐκ τοῦ περισσεύματός της ἐλεεῖ καί τήν πρωτεύουσαν. Τά πακέττα τῆς ἐπαρχίας, στολισμένα μέ ὅλην τήν ἱστορίαν καί τήν ἀλληγορίαν τῆς ἡρωικῆς Ἑλλάδος, καταφθάνουν ἐλεήμονα ἀπό τά πέρατα τῆς ἐπικρατείας. Καί κάθε ἡμέραν ἀλλάζομεν καί ἥρωας. Χθές τά σιγαρέττα μου μοῦ τά προσέφερεν ὁ Μᾶρκος Μπότσαρης. Σήμερον ὁ Καραϊσκάκης.

– Γκούχ! Γκούχ!

– Ἐσύ εἶσαι, Μαργαρίτα μου;

– Ὄχι, πτωχέ μου Ἀρμάνδε, ὄχι! Εἶμαι ὁ ταλαίπωρος καπνιστής, εἰς τόν ὁποῖον ἐπανῆλθεν ὁ βήχας, ποῦ εἶχεν ἀποκτήσει πρό εἰκοσαετίας. Καλλίτερα νά ἤμουν κατσίκες εἰς τά ὄρη, νά μασσῶ ἀγγουρόφλουδα μέ τήν ὑγείαν μου καί νά χαίρωμαι τήν ζωήν μου καί τήν ἀρετήν. Καλλίτερα νά ἤμουν κατσίκα εἰς τά ὄρη, πτωχέ μου Ἀρμάνδε!

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Απόψεις

Ὁ κύριος Μπουτάρης ζητεῖ συγγνώμη ἀπό τούς Ποντίους καί τούς Βορειοηπειρῶτες!

Εφημερίς Εστία
«Πλήγωσα τό θυμικό τους, τούς προκάλεσε ἀποστροφή καί πίκρα» / «Μέ ἐνοχλεῖ πού πιστεύουν τόν Κυριάκο Βελόπουλο καί ἀπεχθάνονται ἐμένα»

Ὁ Δένδιας «καίει» χωρικά-εὐθυδικία

Μανώλης Κοττάκης
Η ΤΟΥΡΚΙΑ εἶναι πάντοτε προβλέψιμη

Σύγκρουσις Τουρκίας Ἱερωνύμου γιά τό Ἰσλάμ

Εφημερίς Εστία
Η ΔΗΛΩΣΙΣ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν κ.κ. Ἱερωνύμου, ὅτι…

Νά διαφυλάξουμε τό κῦρος τῆς Ἱστιοπλοΐας

Δημήτρης Καπράνος
Τό σπίτι μας ἀπέχει διακόσια μέτρα ἀπό τίς ἐγκαταστάσεις τῶν μεγαλύτερων Ἱστιοπλοϊκῶν Ὁμίλων τῆς χώρας

Τετάρτη, 18 Ἰανουαρίου 1961

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ