Οἱ κλειδοκράτορες τῆς πόλεως

Η ΕΚΡΗΞΗ διαμαρτυριῶν γιά τήν κατάληψη τῆς πλατείας Συντάγματος…

… ἀπό χιλιάδες μετανάστες πακιστανικῆς καταγωγῆς τήν παραμονή τῆς Πρωτοχρονιᾶς ἔχει τήν αἰτία της: τόν φόβο. Τήν ὑποψία, ὅτι στό μέλλον οἱ ἄνθρωποι πού θά κυκλοφοροῦν στό κέντρο τῶν Ἀθηνῶν θά εἶναι τόσο διαφορετικοί στό ντύσιμο, τήν ἐμφάνιση καί τήν λαλιά ἀπό τούς γεννήτορες αὐτῆς τῆς πόλης, ὥστε θά ἀλλοιωθεῖ ἡ φυσιογνωμία της. Ὁ πολιτισμός της. Ἡ κοσμοπολίτικη δυτική ταυτότητά της. Ὑπό αὐτή τήν ἔννοια ἡ ἀνησυχία μπορεῖ νά θεωρηθεῖ εὔλογη. Εἰδικῶς ὅταν δημιουργεῖται στούς γηγενεῖς τό αἴσθημα τῆς ἀδικίας ἐξ αἰτίας τῆς ἀτιμωρησίας καί τῆς ἐπιείκειας πού ἔδειξε στούς παραβάτες τῶν μέτρων ἡ Ἑλληνική Ἀστυνομία. Ἡ πεποίθηση εἶναι κοινή: ἡ Ἑλλάς στέκεται ἀνάμεσα στήν Δύση καί τήν Ἀνατολή. Δέν ὑπῆρξε ποτέ καθαρή Ἀνατολή.

Οἱ ἀντιδράσεις καί οἱ διαμαρτυρίες αὐτές θά ἦταν κατά πολύ ὀλιγώτερες ἄν εἶχε κανείς τήν ὑπομονή νά διατρέξει πεζῇ περιμετρικά ὅλο τό ἱστορικό κέντρο τῶν Ἀθηνῶν αὐτές τίς μέρες. Ὄχι μόνο στιγμιαίως τό Σύνταγμα. Διότι πέρα ἀπό τό κῦμα μεταναστῶν ἀπό τήν Ἀνατολή καί πέρα ἀπό τούς Βαλκάνιους Ρόμ ἀπό τήν Ρουμανία καί τήν Βουλγαρία πού μποροῦσε νά συναντήσει κανείς στήν πλατεῖα Ἀβησσυνίας, τήν ὁδό Ἀθηνᾶς μέχρι καί τόν σταθμό τοῦ Ἠλεκτρικοῦ στό Θησεῖο, οἱ εἰκόνες βαθιᾶς ἑλληνικότητας στούς πεζόδρομους γύρω γύρω ἀπό τήν Ἀκρόπολη, στούς πρόποδές της ἦταν ἐξαιρετικῶς ἐντυπωσιακές. Γι’ αὐτό καί τά Ἔθνη μέ αὐτοπεποίθηση δέν πρέπει νά τό βάζουν στά πόδια καί νά βγάζουν ὑστερικές κραυγές στήν θέα τοῦ πρώτου Πακιστανοῦ μετανάστη. Ὁ ὁποῖος ἐν τέλει μεγάλωσε σέ μιά χώρα πού ὑπάρχει σεβασμός γιά τήν λέξη «Γιουνάν» –οἱ κάτοικοί της ζοῦν ἀκόμη μέ τήν ἀνάμνηση τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου.

Σᾶς μεταφέρω λοιπόν σήμερα ἀτμόσφαιρα καί περιστατικά ἀπό τό μεγάλο τόξο, τόν ἱστορικό πυρῆνα τῆς πόλεως: Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου, Ἀποστόλου Παύλου, Ἀρχαία Ἀγορά, Ρωμαϊκή Ἀγορά, Ναό Ἡφαίστου, Στοά Ἀττάλου, Τέμενος Μοναστηρακίου, Λουτρό Ἀέρηδων, Ναό Μεταμορφώσεως Σωτῆρος (Κοττάκη), Ἀναφιώτικα, ὁδό Πρυτανείου, ὁδό Θόλου, ὁδό Μητροπόλεως κ.λπ. Σέ ὅλες αὐτές τίς περιοχές αὐτές τίς μέρες ἦταν «ἀκροβολισμένοι» μέ τήν καλή ἔννοια δεκάδες ὡραῖοι Ἕλληνες. Νέοι, μεσήλικες, ἡλικιωμένοι. Καί τί ὑπέροχο θέαμα καί ἄκουσμα νά φθάνουν στά ὦτα τοῦ περιπατητῆ μέσα ἀπό κλειστά παντζούρια στήν ὁδό Κυδαθηναίων, μέσα ἀπό ἀπόμερα δρομάκια στήν ὁδό Μάρκου Αὐρηλίου, στίς μικρές πλατεῖες στήν διασταύρωση τῶν θρυλικῶν ὁδῶν Πανός καί Θεωρίας, στά σκαλοπάτια ἔξω ἀπό τό Σινέ Θησεῖον, ἔξω ἀπό τό Ὠδεῖο Ἡρώδου τοῦ Ἀττικοῦ ἦχοι Ἑλληνικοί, αἰώνιοι καί παραδοσιακοί. Ἦχοι ἀναμνήσεων. Στεντορείᾳ τῇ φωνῇ. «Πές μου μιά λέξη.» «Θέλω κοντά σου νά μείνω.» «Σ’ ἀγαπῶ γιατί εἶσαι ὡραία.» Ἦχοι ἀπό κλαρῖνο. Ἦχοι ἀπό λύρα καί λαγοῦτο κρητικό. Ἦχοι ἀπό μπουζούκι. Ἦχοι πού ἔσκιζαν τόν ἀττικό οὐρανό, τόν κυρίευαν, πετοῦσαν ἀπό τόν Παρθενῶνα, αἰωροῦνταν πάνω ἀπό τά νεοκλασσικά στά ὁποῖα φιλοξενήθηκαν κάποτε πρόσφυγες τοῦ 1922 καί ἀκούγονταν μέχρι τήν Πανδρόσου καί τοῦ Μπαϊρακτάρη.

Μέ ἀφορμή τόν θόρυβο γιά τούς Πακιστανούς μία προτροπή λοιπόν: ἄς μήν ἀνησυχοῦμε, ἀγαπητοί. Ἡ πόλη ἔχει κλειδοκράτορες. Πού διαφυλάσσουν τό ἄρωμά της, τίς μουσικές της, τήν οἰκουμενική ταυτότητά της, τίς ἀξίες της καί τήν ἑλληνικότητά της. Ἡ ἀπαγόρευση τῆς μουσικῆς στά ρεστωράν καί στά καφέ τῆς πρωτευούσης τίς ἑορταστικές μέρες εἶχε μία μοναδική καί ἀπρόσμενη συνέπεια: μείωσε τήν ἠχορρύπανση πού προκαλοῦμε ὁμιλῶντας δυνατά ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες, ἐξαφάνισε τήν ξένη μουσική, δημιούργησε μιά ἀπόκοσμη ἀτμόσφαιρα σιωπῆς καί περισυλλογῆς καί αὔξησε τήν προστιθέμενη ἀξία τῶν αὐτοσχέδιων ὀρχηστρῶν στό ἱστορικό κέντρο. Ἐπέτρεψε ἔτσι στόν ἑλληνικό ἦχο νά κυριαρχήσει. Καί τό κυριώτερο: ἄλλαξε τόν ρυθμό τοῦ χρόνου. Ἀπό φρενήρη σέ ἀργό πού ἐξηγεῖ γιατί οἱ ἀρχαῖοι ἡμῶν πρόγονοι εἶχαν τέτοια καθαρότητα σκέψης καί γιατί τά εἶπαν ὅλα ἀπό τόσο νωρίς: γιατί δέν τούς πίεζε ὁ χρόνος ὡς δυνάστης. Εἶχαν ἄπειρο, γιά νά διαλογίζονται καί νά λαμβάνουν τίς καλύτερες ἀποφάσεις.

Ὁ κλαρινίστας πού παιάνιζε ἠπειρώτικα στήν ὁδός Πανός. Οἱ Κρῆτες πού ἔπαιζαν ριζίτικα τήν μιά μέρα, μαντινάδες τήν ἄλλη ἔξω ἀπό τό Ὠδεῖο Ἡρώδου Ἀττικοῦ, τό νεαρό ζευγάρι πού ἔπαιζε «φόρα καί μιά χάντρα θαλασσιά» στήν Ἀποστόλου Παύλου, ἡ νεαρά πού τραγουδοῦσε a cappella σμυρνέικα στήν ὁδό Ἀρετούσας, ἡ οἰκογένεια πού γλεντοῦσε μέ νησιώτικα στό νεοκλασσικό στήν ἀνηφόρα τῆς Κυδαθηναίων, ὅλοι τους μετέδιδαν χωρίς νά εἶναι σέ συνεννόηση ἕνα μήνυμα: δέν ἀλλάζει χέρια αὐτή ἡ πόλη. Εἶναι βαθιά ἑλληνική, δέν παραδίδεται στόν πρῶτο ἀλαλαγμό. Ἀρκεῖ νά τήν προστατεύουμε. Ἀρκεῖ νά διαφυλάσσουμε τήν κληρονομιά της. Ἀρκεῖ νά μήν κάνουμε ὑστερίες στήν θέα τῶν πρώτων Πακιστανῶν. Ἀρκεῖ νά ἔχουμε ἐπίγνωση τῆς ὑπεροχῆς της. Ὁ Ἑλληνισμός ἀκόμη καί κατά τόν «ἀριστερό» Νικόλαο Σβορῶνο ἔχει βαθειά ἀφομοιωτική δύναμη. Ἡ Ἑλλάς καταπίνει τήν Ἀνατολή, ὄχι ἡ Ἀνατολή τήν Ἑλλάδα. Γι’ αὐτό δέν ἀμφιβάλλω: ὅ,τι καί νά μᾶς τύχει τό 2022, ἀπό τήν στιγμή πού οἱ ἦχοι τοῦ χθές εἶναι στά χείλη νέων παιδιῶν τοῦ παρόντος, αὐτή ἡ πατρίδα ἔχει μέλλον. Ἔχει σωσμό. Δέν καταλαμβάνεται εὔκολα. Θά δεῖτε!

Απόψεις

Ἀναζητεῖται ἐξιλαστήριο θῦμα

Εφημερίς Εστία
Γιά νά κρυφτοῦν ἀπό τίς εὐθῦνες τους

Ἀπουσία διευθύνσεως

Μανώλης Κοττάκης
ΑΞΙΟΤΙΜΕ κ. Πρωθυπουργέ, δέν εἶναι δίκαιο αὐτό πού κάνετε

Ὁ Στρατός καί τά ΕΚΑΜ δίπλα στούς ἐγκλωβισμένους

Εφημερίς Εστία
Ἀποζημίωσις 2.000 εὐρώ γιά τά «θύματα» τῆς Ἀττικῆς Ὁδοῦ καί 1.000 εὐρώ ἀπό τήν ΤΡΑΙΝΟΣΕ στούς ἐπιβάτες τῶν δρομολογίων Ἀθήνα-Θεσσαλονίκη

Ὅταν τό ἐπιτελικό κράτος ἀνατίθεται σέ λάθος χέρια…

Δημήτρης Καπράνος
Ἄς ἠρεμήσουμε τώρα καί ἄς σκεφθοῦμε λιγάκι

Παρασκευή, 26 Ἰανουαρίου 1962

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ