Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 10 Ἰουνίου 1926
Δύο Ἀθηναῖοι –ὁ ἕνας κλητήρ ὑπουργείου, ὁ ἄλλος ζυθοπώλης– κατεδικάσθησαν, εἰς μίαν καί τήν αὐτήν ἡμέραν, ἀπό τό Κακουργιοδικεῖον τῶν Ἀθηνῶν, ἐπί διγαμίᾳ. Τό ὁποῖον σημαίνει ὅτι ἡ διγαμία ἀρχίζει νά γίνεται τῆς μόδας. Ἐκ πρώτης ὄψεως, τό πρᾶγμα φαίνεται ἀπίστευτον διά τήν ἐποχήν μας. Διότι εἰς μίαν ἐποχήν πού μετανοεῖ κανείς διότι ἐπῆρε μίαν γυναῖκα, νά φορτωθῇ δύο ταυτοχρόνως, δέν εἶναι πρᾶγμα πού ἔρχεται εἰς τήν λογικήν. Εἶναι, λοιπόν, ὁσιομάρτυρες οἱ δίγαμοι, πού ἀποφασίζουν ν’ ἁγιάσουν μέ τό μέσον τοῦ γάμου, ὅπως ἄλλοι ἁγιάζουν μέ ἕνα ὁποιονδήποτε ἄλλο μαρτύριον; Ἔτσι θά μποροῦσε νά ὑποθέση κανείς. Ἐν τούτοις οἱ προβαίνοντες εἰς τό ἀπονενοημένον αὐτό, κατά τά φαινόμενα, διάβημα, φαίνεται ὅτι δέν συγγενεύουν καί πολύ μέ τούς ὁσιομάρτυρας. Ἔχουν, μᾶλλον, τήν λογικήν των, μίαν λογικήν πολύ πρακτικήν καί πολύ ἐγκοσμίαν.
Κάποιος ἀπ’ αὐτούς, καταδικασθείς πρό ἐτῶν, ἀπό τό Ναυτοδικεῖον, καί εἰς τόν ὁποῖον εἶχα βιασθῇ νά ἀπονείμω τόν στέφανον τοῦ μαρτυρίου ἀπό τήν ἰδίαν αὐτήν στήλην, εἶχε τήν εἰλικρίνειαν νά μήν τόν ἀποδεχθῇ. Καί μοῦ ἔγραφε, τήν ἑπομένην, ἀπό τήν ναυτοφυλακήν –ἀπό τό ἱστορικόν κάτεργον «Μεσολόγγιον»– τά ἑξῆς, μέ τήν παράκλησιν νά μή δημοσιευθοῦν τότε, διά νά μήν ἐπιδεινώσουν τήν θέσιν του: «Βεβαιωθεῖτε, κύριε, ὅτι δέν ἠθέλησα νά σώσω τήν ψυχήν μου. Ἄν ἤθελα νά τήν σώσω, θά περιωριζόμουν εἰς τόν ἕνα μου γάμον. Μέ τόν δεύτερον, ἠθέλησα ἁπλῶς νά ἐξουδετερώσω τόν πρῶτον. Ὁ ἕνας διάβολος, λέγει μιά ἰταλική παροιμία, τήν ὁποίαν ἔμαθα ὅταν ἐκαθαρίζετο τό πλοῖον μας εἰς τήν δεξαμενήν τοῦ Τάραντος, διώχνει τόν ἄλλον. Γι’ αὐτό λοιπόν κι ἐγώ ἐπῆρα καί δεύτερον διάβολον καί δέν μετενόησα».
Κατά τήν δίκην του, ὅμως, ἀπεδείχθη ὅτι δέν εἶχε πάρει μόνον δεύτερον διάβολον. Εἶχε πάρει καί τρίτον καί τέταρτον καί πέμπτον. Εἰς ὅποιον λιμένα, δηλαδή, προσήγγιζε τό πλοῖον του, ἔπαιρνε καί ἀπό ἕναν. Καί ἔτσι κατώρθωσε, ταξιδεύων, νά βρίσκεται παντοῦ σάν στό σπίτι του. Ὅλοι αὐτοί οἱ διάβολοι εἶχαν συγκεντρωθῇ εἰς τό Ναυτοδικεῖον, ὅπου ἔλαβαν τήν εὐχαρίστησιν νά γνωρισθοῦν μεταξύ των. Καί παραδόξως, ἀντί νά χυθοῦν ἐπάνω του καί νά τόν κατασπαράξουν, ὅπως θά συνέβαινεν ἀσφαλῶς ἄν εἶχε νά κάμη μέ ἕναν μόνον, ὅλοι ἐπροσπάθησαν, εἰς τάς καταθέσεις των, νά ἐλαφρύνουν τήν θέσιν του. Καί τό πρᾶγμα ἔκαμε τόσην ἐντύπωσιν, ὥστε ὁ αὐτεπάγγελτος συνήγορός του, ὁ μακαρίτης ἐκεῖνος θυμόσοφος Ζακυνθινός, ὁ Διονύσιος Κουλούμπαρδος , ἀφοῦ ἐπεκαλέσθη, μέ μίαν χαριτωμένην σοφιστείαν, τό γεγονός ὅτι ὁ πελάτης του ἦτο πολύγαμος καί ὅτι ὁ νόμος κολάζει μόνον τήν διγαμίαν, ἐπρόσθεσε:
– Καί, ἐπί τέλους, κύριοι ναυτοδίκαι, ἀφοῦ οἱ πέντε γυναῖκες τοῦ κατηγορουμένου εἶναι τόσο καλοευχαριστημένες μέ τόν ἄνθρωπο, δέν βλέπω γιατί νά μείνουμε κακοευχαριστημένοι τοῦ λόγου μας.
Ὁπωσδήποτε ὑπέρ τῶν διγάμων, ἐκτός τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ Ζακυνθινοῦ θυμοσόφου, συνηγορεῖ καί ἕνας λόγος παραπάνω. Εἰς μίαν ἐποχήν κατά τήν ὁποίαν τόσον ὀλίγοι εἶναι οἱ ἄνδρες πού ἀποφασίζουν νά πάρουν ἀπό μίαν γυναῖκα, οἱ ἄνδρες πού ἔχουν τόν ἡρωισμόν νά παίρνουν ἀπό δύο καί τρεῖς ἀναπληροῦν τά κενά καί ὑπηρετοῦν τόν κοινωνικόν ἀγῶνα κατά τῆς ἀγαμίας καί τῆς ἐλαττώσεως τοῦ πληθυσμοῦ. Ἀντί νά τούς καταδικάζωμεν, θά ἔπρεπε νά τούς παρακαλοῦμεν νά πάρουν καί μερικές ἄλλες ἀκόμη. Ἀφοῦ μάλιστα, καθώς ἀποδεικνύεται, τό πρᾶγμα δέν τούς ἐνοχλεῖ καθόλου.
ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

