ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΞΟΔΟΣ

Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 18 Ἰουλίου 1923

Ἡ Κυριακάτικη ἔξοδος –τό ἑβδομαδιαῖο αὐτό βάπτισμα τῶν ἀνθρώπων τῶν μεγαλοπόλεων εἰς τόν ἀέρα τῆς ἐξοχῆής– εἰσῆλθεν εὐτυχῶς καί εἰς τά ἤθη μας. Οἱ ἄνθρωποι, ποῦ δέν ἔχουν ἰδιαίτερον αὐτοκίνητον ἤ θαλαμηγόν, οἱ βασανισμένοι ὅλης τῆς ἑβδομάδος μικροαστοί, καββαλικεύουν τά ἐπιβατικά αὐτοκίνητα καί τά βαποράκια τῆς ἀκτοπλοΐας καί ἐκστρατεύουν, σύν γυναιξί καί τέκνοις, πρός τό πεύκον καί τό κῦμα. Ἄς τούς ἀκολουθήσωμεν. Πρό τῆς ἐξέδρας τοῦ Ν. Φαλήρου σταθμεύουν ὑπ’ ἀτμόν κάθε Κυριακήν πρωί τρία μικρά πλεούμενα. Θά προτιμήσωμεν τήν «Τρίγλιαν». Τήν ἔχουν ναυλώσει τρεῖς φίλοι Συβαρίται, ὄχι βέβαια διά νά κάμουν ἐπιχείρησιν. Θέλουν νά δώσουν εἰς τήν χαράν των τάς ἀνέσεις μιᾶς ἰδιαιτέρας θαλαμηγοῦ καί νά περιποιηθοῦν τούς φίλους των.

Καί ἐπειδή ἡ μοιρασμένη χαρά εἶνε διπλή χαρά, οἱ τρεῖς χαροκόποι ἐννοοῦν νά τήν μοιράζωνται δημοκρατικώτατα μέ ὅλον τόν κόσμον, ἀρκούμενοι νά βγάζουν τά ἔξοδά των. Εἶνε, λοιπόν, νά μήν… ἐνισχύσῃ κανείς τέτοιαν ἐπιχείρησιν, δεχόμενος δωρεάν εἰσιτήριον καί, ἐπί πλέον –ὄχι τό ἱστορικόν πιλάφι τῶν συναγωνιζομένων ἀτμοπλοίων τῆς παλαιᾶς ἀκτοπλοΐας– ἀλλά ἕνα λουκούλειον γεῦμα; Διαφορετικά πῶς θά χρεοκοπήσουν οἱ ἄνθρωποι; Σέ λιγάκι τό καλοτέξειδο βαποράκι, μέ τάς τριακόσιας του θέσεις, γεμᾶτο ἀπό τήν σκονισμένην ἀνθρωπότητα τῶν δύο πόλεων, τήν ὁδηγεῖ πρός τούς μικρούς παραδείσους τῆς θαυμασίας ἀκτῆς, τήν ὁποίαν κατά λάθος ἐχάρισεν ὁ Θεός εἰς τούς ἀκαταλληλότερους ἀνθρώπους τῆς γῆς. Ὅλα ἐκεῖ τά ἔργα ἑνός ἀκουαρελίστα Θεοῦ.

Κῦμα, βουναλάκια, πρασινάδες, κόλποι, ρόδινα ἀκρογιάλια, βυθοί σμαράγδινοι, πού δέν ἔχουν μυστικά διά τό μάτι τοῦ ἀνθρώπου –διαφανές ὡς αἰθήρ εἶνε τό γλαυκόν κῦμα, ποῦ τούς σκεπάζει– ὅλα τοῦ Θεοῦ ἔργον. Καί τί ἐπρόσθεσεν ὁ Ἕλλην ἄνθρωπος εἰς ὅλα αὐτά; Τίποτε. Οὔτε μίαν σκάλαν διά νά πλησιάσῃ στό βαποράκι καί ν’ ἀποβιβάσῃ τούς ἐπιβάτας του. Τό στερεότυπον μαγαζί, ποῦ ἐνεδρεύει τήν λείαν του, καί τίποτε περισσότερον. Οὔτε μία σκιάς, οὔτε ἕνα φυτευμένον δένδρον διά νά προστατεύσῃ τούς ἀνθρώπους ἀπό τά πύρινα βέλη τοῦ Ἀπόλλωνος.

Ὅ,τι κάμουν τά πευκάκια, ποῦ ἀπέμειναν ἀπό τούς ἐμπρηστάς, τούς ὑλοτόμους καί τούς ρετσινάδες. Εἶνε τόσον ὀλιγαρκεῖς ὅμως τόσον ἐπιεικεῖς καί τόσον ὀλίγον ἀπαιτητικοί οἱ ἄνθρωποι εἰς τόν τόπον αὐτόν.

Θαλασσοπνίγονται ν’ ἀποβιβασθοῦν εἰς τήν ξηράν, ψήνονται εἰς τά θαυμάσια αὐτά χειμαδιά, τά ὁποῖα δέρνει ὁ ἥλιος ἕως ὅτου νά βουτήξῃ εἰς τήν θάλασσαν, πληρώνουν ἀνυπάρκτους ὑπηρεσίας καί διασκεδάζουν. Φθάνουν, φέροντες τήν ἀγαθήν των εὐθυμίαν μαζῆ μέ τά καλαθάκια τοῦ φαγητοῦ των καί τήν ξαναπερνοῦν εἰς τήν ἐπιστροφήν των δεκαπλασιασμένην. Εἶνε ἡ ὀλιγαρκής εὐθυμία τῆς Ἑλληνικῆς οἰκογένειας, ποῦ κάμνει τήν εὐτυχίαν της μέ τό τίποτε. Διότι εἰς τάς ἐκδρομάς αὐτάς εἶνε ἡ οἰκογένεια, ἡ μικροαστική Ἑλληνική οἰκογένεια, ποῦ διασκεδάζει, ὅπως διεσκέδαζαν καί οἱ πρόγονοί της. Ὁ κύριος, ἡ κυρία, τά παιδιά, αἱ δεσποινίδες τῆς οἰκογένειας, ἡ μικρά ὑπηρέτρια, τό μωρό, τό σκυλάκι, ὅλος ὁ οἶκος. Τό σπίτι ἔκλεισε. Κάποιος γερωπαπποῦς ἤ κάποια γρῃά μάμμη, ποῦ δέν ἀντέχουν πλέον εἰς τά βάσανα τῆς ἐκστρατείας, ἔμειναν ὀπίσω καί τό φυλάγουν, θυμούμενοι τά παλῃά των ἀναστενάζοντες. Ἄς χαροῦν καί τά παιδιά! Καί τό γλέντι ἀρχίζει μέσα ἀπό τό βαπόρι. Ἀνοίγονται τά καλαθάκια καί τά πακέττα μέ τά φαγητά, γίνεται τό σχετικόν τσιμπολόγημα, ἐγκαινιάζεται ἡ χιλιάρικη. Ἔπειτα τό τραγουδάκι –ὁ Σακελλαρίδης ὁλόκληρος, ὁ ὁποῖος μόνον διότι ἔδιωξε τό γιαρούμπι καί τόν ἀμανέν ἀπό τό Ἑλληνικόν γλέντι εἶνε ἄξιος ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης– ἡ κιθάρα, τό μαντολῖνο, τό σφύριγμα, τό διακριτικόν πρωτογενές φλερτάκι, ἕνα πρόχειρον φόξ-τρότ μέσα εἰς δύο μέτρα ἀμπαριοῦ. Καί ἡ οἰκογένεια διασκεδάζει, ὅπως διεσκέδαζε καί πρό ἑκατόν ἐτῶν, διά νά συνεχίσῃ τήν διασκέδασίν της κάτω ἀπό τό πεῦκον, μέ τόν ἴδιον πατριαρχικόν τρόπον. Πόση διαφορά ἀπό τό λαμπρόν μεταμεσονύκτιον γλέντι, ὅπου λάμπει ἡ κοκότα καί σαλπίζει τό αὐτοκίνητον καί ἐκπυρσοκροτεῖ τό πυροβόλον τοῦ καμπανίτου καί τοῦ ἔρωτος. Ἡ κυανῆ ἀκτή καί οἱ παράδεισοί της τά γνωρίζουν καί τά δύο αὐτά εἴδη τοῦ γλεντιοῦ. Ἀλλά τό πεῦκον καί τό κῦμα ἔχουν μελαγχολίας ἀναμνήσεων, μόνον ὅταν ἀνοίγῃ εἰς τήν σκιάν των ἡ χιλιάρικη καί ἀντηχῇ τούς παλαιούς λησμονημένους σκοπούς τό μαντολῖνο.

Ἡ σειρήν τοῦ αὐτοκινήτου τρομάζει τούς ἁπλοϊκούς παλαιούς θεούς τοῦ δρυμοῦ καί αἱ νύμφαι του βρίσκουν ἀκόμη πάρα πολύ τολμηρούς τούς τρόπους τῆς νέας παξιμάδας. Κάθε Κυριακήν ὅμως τό δάσος καί ἡ ἀκτή ξαναθυμοῦνται τούς καλούς παλαιούς των καιρούς καί ξαναβρίσκουν τόν συμπαθητικόν ρωμαντισμόν τῶν παλαιῶν λησμονημένων ἡμερῶν.

Δι’ αὐτό τά μικρά βαποράκια, ποῦ μεταφέρουν κάθε Κυριακήν τόν μικροαστικόν πληθυσμόν πρός τά ρόδινα ἀκρογυάλια, μοιάζουν καταπληκτικά καί μέ μικράς ἀναδρομικάς ἐκθέσεις. Βλέπει κανείς ἐκεῖ καί τούς αἰωνίους νέους ἄλλης ἐποχῆς, οἱ ὁποῖοι δέν ἐννοοῦν νά γεράσουν καί οἱ ὁποῖοι διεκδικοῦν τάς δάφνας ὅλων τῶν ἀγωνισμάτων πρός τούς σημερινούς. Ἐντός τῆς «Τρίγλιας» λ.χ. πραγματοποιεῖ ὅλα τά ρεκόρ, μέγας φαγᾶς καί μέγας πότης ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, ἀλλά εὐπατρίδης πάντοτε μέχρι τρυχός, σαμπιόν τοῦ εἴδους, τοῦ ὁποίου ἡ δόξα ἔφθασε κάποτε μέχρι τοῦ λαϊκοῦ Καραγκιόζη. Οἱ ἀκροαταί του ἤκουσαν ἕνα βράδυ εἰς τό Μαροῦσι τήν ἀκατάληπτον αὐτήν θαυμαστικήν ἐπωδόν.

-Θά φάω καί θά πιῶ, ρέ Χατζηαβάτη, σάν τόν Ἀντωνόπουλο!

Οἱ ταξειδεύσαντες τήν περασμένην Κυριακήν μέ τήν «Τρίγλιαν» ἐδικαιολόγησαν τόν θαυμασμόν τοῦ Καραγκιόζη.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Απόψεις

Ρεζίλι διεθνῶς γιά τήν βία

Εφημερίς Εστία
Συμπλοκές Ἑλλήνων «φιλάθλων» στό Βερολῖνο – Ἕξι μῆνες μετά τά ἐπεισόδια στoῦ Ρέντη, οἱ ὀπαδικές ὀργανώσεις, ἐνεργές καί ἱκανές νά ὀργανώσουν ἐπιθέσεις καί ἐκτός τῆς χώρας

Τό ἁμάρτημα τοῦ Καποδίστρια

Μανώλης Κοττάκης
ΜΕΘΑΥΡΙΟ ὁ Ἑλληνισμός θυμᾶται τήν ἀποφράδα μέρα.

Τοῦρκος γκιουλενιστής ἔβαζε φωτιές στό Αἰγάλεω

Εφημερίς Εστία
ΤΟΝ ΡΟΛΟ τῆς Τουρκίας σέ ἐμπρησμούς δασῶν, κυρίως σέ παραμεθόριες περιοχές καί τουριστικά νησιά, ἔχει ἀναδείξει μέ δημοσιεύματα ἡ «Ἑστία», αὐτήν τήν φορά ὅμως οἱ ἀποδείξεις εἶναι ἀκράδαντες.

Ἡ παρωδία τοῦ Πανθεσσαλικοῦ Σταδίου

Δημήτρης Καπράνος
Σάν καλός φίλαθλος, πού λέτε, στήθηκα προχθές στήν τηλεόρασή μου γιά νά δῶ τρεῖς εὐρωπαϊκούς τελικούς Κυπέλλου σέ Ἀγγλία, Ἑλλάδα καί Γερμανία.

Τετάρτη, 27 Μαΐου 1964

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΜΠΗΤΛΟΜΑΝΙΑ