Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 4 Ἀπριλίου 1926
Ὁ κύριος καθηγητής, ἀφοῦ ἔδωκε τό θέμα τῆς προσεχοῦς ἐκθέσεως εἰς τούς μαθητάς, ἐπρόσθεσε:
– Σᾶς εἰδοποιῶ ὅτι ἡ ἔκθεσίς σας πρέπει νά γραφῆ εἰς τήν καθαρεύουσαν. Ἄν τήν γράψετε εἰς τήν δημοτικήν, θά πάρετε μηδέν.
Πρό ὀλίγων ἐτῶν, ὁ ἴδιος καθηγητής, ἀφοῦ ἔδωκε τό θέμα τῆς προσεχοῦς ἐκθέσεως εἰς τούς μαθητάς, ἐπρόσθεσε:
– Σᾶς εἰδοποιῶ ὅτι ἡ ἔκθεσίς σας θά γραφῆ εἰς τήν δημοτικήν. Ἄν τήν γράψετε εἰς τήν καθαρεύουσαν, θά πάρετε μηδέν.
Ὁ δυστυχής καθηγητής ἐννοεῖται ὅτι εὑρίσκετο ἐν ἀπολύτῳ τάξει καί τότε καί τώρα. Ἁπλούστατα, ἡ ἑλληνική γλῶσσα ἔγινεν ὑπάλληλος τοῦ Κράτους, ὅπως καί κάθε τελωνοσταθμάρχης. Ἑπομένως, παύεται, διορίζεται, ἐκκαθαρίζεται, ἐπαναφέρεται καί οὕτω καθ’ ἑξῆς. Ἀλλάζουν τά καθεστῶτα, τά ὑπουργεῖα, οἱ ὑπουργοί; Ἀλλάζει καί ἡ γλῶσσα. Τώρα πηγαίνει περίπατον ἡ δημοτική. Τώρα ἡ καθαρεύουσα. Διαρκῶς πηγαίνει περίπατον ἡ ἐκπαίδευσις τῶν Ἑλληνοπαίδων, οἱ ὁποῖοι, στό τέλος, γλῶσσαν πιάνοντας καί γλῶσσαν ἀφήνοντας, θ’ ἀπομείνουν ἐντελῶς ἄγλωσσοι.
Τό «ἀλλουνοῦ παπᾶ Βαγγέλιο», ἀπό εὔθυμη παροιμία, κατήντησε σοβαρά ἐκπαιδευτική πραγματικότης εἰς τήν Ἑλλάδα. Ὁ παπᾶς τῆς παροιμίας, ὁ ὁποῖος δέν μποροῦσε, ὁ δυστυχής, νά διαβάση εἰς ἄλλο Εὐαγγέλιον ἐκτός ἀπό τό δικό του, μετεμψυχώθη εἰς τόν Ἕλληνα μαθητήν τῶν ἡμερῶν μας. Χθές τά βιβλία του ἦσαν γραμμένα εἰς τήν δημοτικήν. Τά ἐδιάβαζε, τά ἐννοοῦσε, τά ἐχαίρετο. Σήμερον τά βιβλία του εἶναι γραμμένα εἰς τήν καθαρεύουσαν. Τά διαβάζει, τέλος πάντων, καί προσπαθεῖ νά τά ἐννοήση καί νά τά αἰσθανθῇ. Αὔριον τά βιβλία του θά εἶναι γραμμένα πάλιν εἰς τήν δημοτικήν. Καί οὕτω καθ’ ἑξῆς. Ὁ τελωνοσταθμάρχης ἐπαύθη. Ὁ τελωνοσταθμάρχης ξαναδιωρίσθη. Ἐν τῷ μεταξύ, ὁ φτωχός πατέρας, πού πληρώνει καί τά βιβλία τῆς δημοτικῆς καί τά βιβλία τῆς καθαρευούσης καί ὅλα τά σπασμένα τῶν καθεστώτων καί τῶν ὑπουργείων, παρακαλεῖ τό παιδί του:
– Διάβασέ μου, παιδάκι μου, τίποτε ἀπό τό βιβλιαράκι σου νά περάση ἡ ὥρα.
– Δέν μπορῶ, πατέρα.
– Γιατί δέν μπορεῖς, παιδί μου; Ἑλληνικά γράμματα δέν εἶναι;
– Τά γράμματα μπορεῖ νά εἶναι ἑλληνικά, πατέρα, ἀλλά τό βιβλίο εἶναι ἀλλουνοῦ καθεστῶτος βιβλίο…
Λοιπόν, σᾶς ἐρωτῶ σοβαρώτατατα, κύριοι χθεσινοί καί κύριοι σημερινοί καί κύριοι αὐριανοί σκηνοθέται τῆς ἐκπαιδευτικῆς μας κωμωδίας: Φαντάζεσθε ὅτι εἶναι σοβαρά πράγματα αὐτά πού γίνονται; Ὑποθέτετε ὅτι μποροῦν νά ἐμπνεύσουν κανένα σεβασμόν τῶν παιδιῶν, πού θά εἶναι οἱ αὐριανοί πολῖται, πρός τό Κράτος, τήν ἔννοιάν του, τήν νοημοσύνην του καί τήν ἠθικήν του; Ἔχετε τήν ἰδέαν ὅτι μπορεῖ νά ἐξακολουθήση ἐπ’ ἄπειρον ἡ ξεκαρδιστική αὐτή φάρσα εἰς βάρος τῆς δυστυχισμένης αὐτῆς φυλῆς; Σᾶς ὁρκίζομαι, λοιπόν, κύριοι, ὅτι ἡ κατάστασις αὐτή εἶναι ἀδύνατον νά ἐξακολουθήση. Θέλετε λοιπόν μίαν εἰλικρινῆ συμβουλήν;
Καταργήσατε, ἄνθρωποί μου, ἐντελῶς τήν ἑλληνικήν γλῶσσαν στά σχολεῖα. Θά εἶσθε εἰλικρινέστεροι. Καί βάλτε στήν θέσιν της μίαν ζωντανήν εὐρωπαϊκήν γλῶσσαν: Τήν γαλλικήν, τήν ἀγγλικήν, τήν γερμανικήν, τήν ἰταλικήν. Ὅποιαν ἐπιθυμῆτε, τέλος πάντων. Ἔτσι, τοὐλάχιστον, τά παιδιά μας θά βγαίνουν ἀπό τό σχολεῖον καί θά γνωρίζουν τελείως μίαν γλῶσσαν. Τώρα δέν γνωρίζουν καμμίαν!

